Η ιστορία των Μαγιό

Από τη «στολή λουτρού» της βασίλισσας Αμαλίας μέχρι το μπικίνι, το μονοκίνι και το τανκίνι

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Τι να φορούσε άραγε η βασίλισσα Αμαλία όταν κατέβαινε για να βουτήξει στην ακτή του Ξηροτάγαρου, δηλαδή στο Φάληρο; Μα το ιδιαίτερο κοστούμι της για το μπάνιο είναι η απάντηση. Αλλά ήταν μάλλον η μόνη που είχε αυτή την πολυτέλεια. Διότι οι Ελληνίδες το μόνο που γνώριζαν μέχρι τότε ήταν τα λουτρά που συνέχιζαν να λειτουργούν μέσα στην πόλη. Όπως συνέβαινε σε όλο τον ανατολικό κόσμο η μόδα του θαλάσσιου μπάνιου καθυστέρησε να φθάσει στο νεοσύστατο Ελληνικό Βασίλειο. Οι ελάχιστοι άνδρες, θιασώτες της κολυμβήσεως, φυσικά βουτούσαν στο νερό γυμνοί ή χρησιμοποιώντας ως μαγιό μακριά εσώβρακα.

Η «μόδα» στην Ελλάδα

Εξάλλου, η ιστορία γενικότερα της ένδυσης είναι άμεσα συνυφασμένη με την κοινωνική και οικονομική ιστορία κάθε τόπου. Ήταν φυσικό αφού η ελληνική ενδυματολογική συμπεριφορά, με την πολυμορφία και την ποικιλία της, διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις συνήθειες που επικρατούσαν σε κάθε τόπο. Το περιβάλλον, οι ανάγκες, τα υλικά και τα πολιτισμικά πρότυπα σε συνδυασμό με το κοινωνικό κύρος είναι τα στοιχεία που επηρέαζαν τις ενδυματολογικές συνήθειες. Ωστόσο, η λέξη μόδα είχε εισαχθεί αυτούσια και ελληνοποιημένη πριν ακόμη απελευθερωθούν οι Έλληνες από τους Τούρκους!

Όπως βεβαιώνουν οι ερευνητές από τον 18ο αιώνα ο όρος έχει εισαχθεί στην ελληνική προφανώς από το ιταλικό της πρότυπο (moda). Μία λέξη άμεσα συνυφασμένη με την εγκατάλειψη των παραδοσιακών και ανατολίτικων ενδυμασιών και την υιοθέτηση του αποκαλούμενου ευρωπαϊκού στιλ. Ήταν η Ευρώπη του Διαφωτισμού και οι μόδες των Παρισίων που κατακτούσαν τις αγορές. Σημειωτέον ότι οι αλλαγές στον τρόπο ένδυσης προκαλούσαν και κραδασμούς στο εσωτερικό των παραδοσιακών ελληνικών κοινωνιών.

Παραδοσιακά και Φράγκικα

Από τότε που η Ελλάδα ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο βασίλειο η αντιπαράθεση ήταν εμφανής. Οι παραδοσιακές φορεσιές, οι φουστανέλες, οι βράκες και οι βασανιστικές για τις γυναίκες ενδυμασίες, έβρισκαν πλέον απέναντί τους τα «φράγκικα», δηλαδή τα ευρωπαϊκά ρούχα. Οι πρώτες έβρισκαν και έναν ισχυρό σύμμαχο. Το κατά Ματθαίον «Δια τούτο λέγω υμίν, μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε». Εξάλλου στις τοπικές κοινωνίες οι φορεσιές αντικατόπτριζαν και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση κάθε οικογένειας.

Χειροποίητες και στολισμένες με πολύτιμα υλικά, οι ενδυμασίες αποτελούσαν και ένα αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο. Οπότε η αντίσταση της παράδοσης στις ξενόφερτες συνήθειες ήταν ισχυρή. Αναπόφευκτη όμως και η εξέλιξη. Ξεκίνησε από τις περιοχές όπου υποχρεωτικώς οι συναλλαγές με την Δύση ήταν αυξημένες. Εκεί οι νέες ενδυματολογικές συνήθειες κατακτούσαν τον δικό τους χώρο. Ναύπλιο, Ερμούπολη, Πάτρα, Αθήνα, Πειραιάς. Και ενώ το πρώτο βασιλικό ζεύγος επιλέγει την αναθεωρημένη ελληνική ενδυμασία με την στολή της Αμαλίας και τη φουστανέλα του Όθωνος κυρίως ως πολιτισμικά πρότυπα, η κοινωνία ακολουθούσε τις δικές της διαδρομές.

Ένδυση και εξαστισμός

Οι γυναίκες των Αθηνών και των αστικών περιοχών υιοθετούσαν την ενδυμασία της Αμαλίας, έναν συνδυασμό τοπικών και δυτικών στοιχείων. Ωστόσο από ημέρα σε ημέρα, ο μιμητισμός για τους νεωτερισμούς, την καλαισθησία και την πρακτική της καθημερινότητας καταλάμβαναν την θέση τους στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Ήταν φυσικό επακόλουθο. Από την δεκαετία 1870 και εντεύθεν ο εξελισσόμενος εξαστισμός της ελληνικής κοινωνίας παρέσυρε στο διάβα του τις παραδοσιακές συνήθειες μη εξαιρουμένων των ενδυμασιών.

Το κοστούμι θα φτάσει μέχρι τα λαϊκά στρώματα οι ελληνικές βιομηχανίες θα εμφανιστούν δειλά αλλά δυναμικά και οι τοπικές ενδυμασίες θα μεταλλαχθούν σε πολύτιμα ιστορικά τεκμήρια. Από τότε παρακολουθούμε τις ελληνικές ενδυματολογικές συνήθειες σε σχέση με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Επί πολλές δεκαετίες η μορφή του τσολιά ή της παραδοσιακής γυναίκας με τις βαριές φορεσιές θα διατηρηθεί ως ρομαντική εικόνα συνδυασμένη πολλές φορές με τους εθνικούς αγώνες.

Εν Ελλάδι τω 1903

Έτσι κύλησε σχεδόν όλος ο 19ος αιώνας, με ελάχιστες εξαιρέσεις οι οποίες αφορούσαν ξένους επισκέπτες που προτιμούσαν απομακρυσμένες παραλίες για να κολυμπήσουν. Τότε μόνον μερικοί βαρκάρηδες και ψαράδες συναντούσαν γυναίκες με φορέματα κολύμβησης, τις στολές του λουτρού, όπως τις αποκαλούσαν. Κανονικά φορέματα, τα οποία μάλιστα για να μην υψώνονται κατά την είσοδο στο νερό, είχαν ραμμένα στα στριφώματα μικρά βαρίδια. Στα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα θερινής αναψυχής δημιουργούνται ειδικοί θάλαμοι με ροδάκια για να αλλάζουν οι γυναίκες, ενώ στον Πειραιά και στο Φάληρο Φάληρο, τα παραπήγματα που ανεγέρθηκαν έμοιαζαν με μικρά φρούρια!

Έστω και καθυστερημένα η μόδα των γυναικείων στολών του λουτρού θα φθάσει και στη χώρα μας. Ήταν το 1903 όταν η εφημερίδα «Εστία» σχολίαζε το γεγονός κρίνοντας ότι ήταν «Περιεργότατον, ότι μέχρι τούδε η μόδα δεν είχεν εξαπλώσει τους νεωτερισμούς της και μέχρι της στολής του λουτρού, παρετηρείτο δε ότι το ωραίον φύλον ουδεμίαν ή ελαχίστην σημασίαν έδιδεν εις το ζήτημα τούτο. Ίσως διότι λείπει, ως επί το πλείστον τουλάχιστον, ο κυριώτερος λόγος, ο οποίος γαργαλίζει την γυναικείαν ματαιοδοξίαν προς νεωτερισμούς η επίδειξις δηλαδή, και δια τούτο μέχρι τούδε πολύ μικράν φροντίδα έδωσαν αι γυναίκες εις την αμφίεσιν, με την οποίαν λούονται».

Χρώματα και παραλλαγές

Ήταν η εποχή που καθιερωνόταν, κυρίως στη Γαλλία και στην Ιταλία, η εμφάνιση ανδρών και γυναικών στην ίδια παραλία. Οπότε υπήρχαν πλέον λόγοι «επιδείξεως αμφιέσεων και αμίλλης μεταξύ του ωραίου φύλου». Οπότε η γαλλική μόδα έσπευδε να επωφεληθεί της περιστάσεως και «να εκδώση τα πρώτα μοντέλλα στολής λουτρού, επισημοποιηθέντα εις τα αριστοκρατικά της Κυανής Ακτής λουτρά υπό των βασιλίδων της καλλονής και του συρμού», όπως έγραφε η «Εστία». Συμπληρώνοντας ότι «την μόδαν αυτήν έσπευσαν να εγκολπωθούν οι Αγγλίδες, ολίγον δε κατ’ ολίγον διαδίδεται και επικρατεί καθ’ άπασαν την παραθαλασσίαν και παραλιμνίαν Ευρώπην».

Βεβαίως δεν πρέπει να αφεθούμε με την εντύπωση πως μπορούσαν όλες οι γυναίκες να βρεθούν στην παραλία ή ότι όσες είχαν τη δυνατότητα να φθάσουν μέχρι εκεί φορούσαν μαγιό με τη μορφή που τα γνωρίσαμε στις ημέρες μας. Η μόδα του μπάνιου ήταν βασανιστική και την παρουσιάζουμε αντλώντας και πάλι θαυμάσιο υλικό από τις σελίδες της «Εστίας» (1903): «Είναι απλή απλουστάτη η μόδα (:του λουτρού ενδύσεως) κυρίως δε βασίζεται εις τον συνδυασμόν των χρωμάτων. Τα ναυτικά χρώματα μπλε-μαρέν, το ανοικτό γαλανό, το μαύρο, το υπόλευκον και το ερυθρόν είνε τα συνήθη χρώματα του χιτώνος, όστις, ελαφρός, ημιδιαφανής, πορώδης, περιβάλλει το σώμα με ελεύθερον ντελκολτάζ, με κεντήματα δαντελλόπλεκτα περί τον λαιμόν και τα άκρα και μονογράμματα ή άγκυραν επί του στήθους».

Η περιγραφή όμως έχει και συνέχεια ως προς τα χρώματα, τα πέδιλα και τα απάσης φύσεως εξαρτήματα: «Επικρατέστερα χρώματα θα είνε αι διάφοροι παραλλαγαί του κυανού και λευκού, το δε ερυθρόν ως δευτερεύον. Τα πέδιλλα από πλεκτόν καραβόπανον θα φέρουν και αυτά άγκυραν κεντημένην εις το έμπροσθεν μέρος. Ως προς τας άλλας λεπτομερείας επαφίεται πλήρης ελευθερία εις τας λουομένας –ως προς την μπλούζαν την οποίαν θα φέρουν προσωρινώς άμα τη εκ της θαλάσσης εξόδω, το καπέλλο δια την προφύλαξιν από του ηλίου κ.τ.λ. Αυτά άλλως κανονίζονται εκ παραλλήλου με τας λεπτομερείας του χιτώνος του λουτρού, και μία φιλόκαλος δεν έχει ανάγκην ιδιαιτέρων υποδείξεων».

Η Αννέτα Μαρί Σάρα Κέλλερμαν

Η πρωτοπορία της Κέλλερμαν

Έτσι είχαν τα πράγματα στις αρχές του 20ού αιώνος, με τις γυναίκες να χρειάζονται περισσότερο χρόνο για την ενδυμασία της θαλάσσης παρά με εκείνην μιας επίσημης δεξίωσης! Το επόμενο βήμα θα προκύψει μετά το σύνθημα που έδωσε η Αννέτα Μαρί Σάρα Κέλλερμαν με το μαγιό του ενός τεμαχίου. Υπέρμαχος της υγείας και της φυσικής ζωής, η καταγόμενη από την Αυστραλία επαγγελματίας κολυμβήτρια και ηθοποιός, είχε γεννηθεί με αδυναμία στα πόδια. Όχι μόνον καταπολέμησε το πρόβλημά της αλλά εξελίχθηκε σε σημαντική αθλήτρια της κολύμβησης.

Η γυναίκα αυτή υποστήριξε πως οι γυναίκες έπρεπε να απαλλαχθούν από τους δυσκίνητους συνδυασμούς φορεμάτων στα θαλάσσια λουτρά και να φορέσουν κάτι πιο απλό. Εκείνη λάνσαρε το «κολλητό» ολόσωμο μαγιό, φθάνοντας στο απόγειο της δημοτικότητάς της το 1907. Τότε συνελήφθη στην Μασαχουσέτη για απρέπεια, γεγονός το οποίο όμως εκτόξευσε την δημοφιλία της και ακόμη περισσότερο τη χρήση των «μαγιό ενός τεμαχίου». Βεβαίως αποκαλύπτονταν πλέον σε κοινή θέα τα χέρια, τα πόδια και το σχήμα του σώματος, γεγονός το οποίο θεωρείτο σκανδαλώδες. Η ίδια, φανατική χορτοφάγος, δημιούργησε κατάστημα υγιεινής διατροφής στην Καλιφόρνια και ήταν η πρώτη που εμφανίσθηκε εντελώς γυμνή σε κινηματογραφική ταινία το 1916.

«Ο έρως της Κοντσέτας»

Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίχθηκαν με την απαραίτητη καθυστέρηση και όχι βεβαίως για τα λαϊκά στρώματα. Χρόνος – σταθμός πρέπει να θεωρείται το 1924 όταν ο πολυμήχανος Μιχαήλ Μιχαήλ θα γυρίσει την ταινία «Ο έρως της Κοντσέτας σώζει τον Μιχαήλ Μιχαήλ». Ο κινηματογράφος εισέρχεται τότε στα άδυτα των λουτρών του Νέου Φαλήρου και οι πρωταγωνίστριες μιας αθηναϊκής οπερέτας εμφανίζονται με τα λουτρικά τους! «Αναδυόμεναι και αποστάζουσαι», όπως έγραφαν οι εφημερίδες. Πρωταγωνίστρια η χυμώδης 22χρονη Κωνσταντινουπολίτισσα Κοντσέτα Μόσχου, γνωστή σουμπρέτα της εποχής.

Τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιπες κοπέλες που έπεσαν στη θάλασσα και εμφανίσθηκαν να χαριεντίζονται και να παίζουν, μέσα και έξω από το νερό λάνσαραν την τελευταία μόδα μαγιό παρά το γεγονός ότι καμία δεν γνώριζε κολύμβηση. Τα προκλητικά ελαστικά μαγιό, τα οποία μόλις δύο – τρία χρόνια πριν είχαν παρουσιαστεί προκαλούσαν τον ανδρικό πληθυσμό και άπειρες συζητήσεις και αντιδράσεις. Το λουτρικό ένδυμα είχε δώσει την θέση του στο μαγιό που σταματούσε στους μηρούς και άφηνε να φαίνονται τα τρία τέταρτα του στήθους!

Ο Γάλλος μηχανικός αυτοκινήτων και σχεδιαστής ρούχων Λουίς Ρεάρντ ανάμεσα σε δύο μοντέλα

 

«Μαγιό καταφανώς ξετσίπωτα…»

Από τότε οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες, τόσο κατά την προπολεμική όσο και κατά την μεταπολεμική περίοδο. Πριν από τον πόλεμο, στην Ελλάδα τουλάχιστον, αναζητούσαν λύσεις «διά την αποφασιστικήν επάνοδον εις την αιδώ». Μέχρι επίδειξη οργανώθηκε το 1935 με ένα μαγιό πραγματική ρόμπα και χωρίς ανοίγματα που άφηνε να φαίνονται ελεύθερα μόνον τα χέρια! Αλλά τα πράγματα είχαν και πάλι πάρει τον δικό τους δρόμο. Όπως εμμέτρως τον σχολίαζε ο Δημήτρης Γιαννουκάκης το 1936 όταν επισκεπτόταν τον Άγιο Κοσμά και έγραφε πως «Εδώ θρυλλείται, αν τυχόν αι φήμαι είναι σωσταί, / Πάρα πολλοί λουόμενοι είναι και… γυμνισταί, / Ενδυμασίας λουτρικής πως δεν υπάρχει χρεία, / Κι’ άλλοι φορούν κάτι μαγιό καταφανώς ξετσίπωτα; / Που και το φύλλον της συκής, εμπρός των θα ωχρία… / Και είναι κι άλλοι μερικοί που δεν φοράνε τίποτα…»!

Ο ίδιος μας παραδίδει το κλίμα της εποχής επισκεπτόμενος και την Γλυφάδα και προσπαθώντας να διασκεδάσει τις αντιδράσεις που σημειώνονταν: «Ας πάψουν οι μεμψίμοιροι κι’ ας λείψουνε οι ψόγοι / τύφλα να έχουν φίλοι μου οι κοινωνιολόγοι!… / Εδώ, εις την ισότητα, κανένας δεν γλυτώνει / Μαγιό φορά κι ο κουλουρτζής, μαγιό κι’ ο κτηματίας / Αρκεί λοιπόν ένα μαγιό για να ισοπεδώνη / κάθε τυχόν διαφορά φτώχειας – πλουτοκρατίας». Ο αείμνηστος ευθυμογράφος έγραφε, κατά κάποιον τρόπο και με αφορμή τα μαγιό, τον επίλογο της αντιπαράθεσης των παραδοσιακών ενδυμασιών με τα φράγκικα: Και θριαμβεύει το μαγιό. Κυκλοφορεί παντού / Πότε μιλάει βλάχικα, πότε μιλάει φράγκικα / Ακούς μαγιό να λέει: μερσί και χαου ντου γιου ντου… / Όπως υπάρχει και μαγιό που τα μιλάει μάγκικα…»!

Από μπικίνι στο τανκίνι

Η συνέχεια δόθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (1946) ο Γάλλος μηχανικός αυτοκινήτων και σχεδιαστής ρούχων Λουίς Ρεάρντ θα λανσάρει το μαγιό των δύο τεμαχίων, δηλαδή το μπικίνι. Η ονομασία του παρέπεμπε στα ομώνυμα νησιά (Μπικίνι Ατόλλ) του νότιου Ειρηνικού, όπου την εποχή εκείνη οι Αμερικανοί πραγματοποιούσαν τις πυρηνικές δοκιμές τους. Πολλοί πίστευαν ότι τα νησιά θα εξαφανίζονταν μετά τις δοκιμές. Αλλά τα νησιά επιβίωσαν, όπως και τα μαγιό που πήραν την ονομασία τους. Κανένα γνωστό μοντέλο δεν δεχόταν να φορέσει την νέα δημιουργία και ο δημιουργός αναγκάσθηκε να προσλάβει την 19χρονη χορεύτρια γυμνού Μισελίν Μπερναρντίνι. Το 1964 θα παρουσιασθεί το μονοκίνι, προκαλώντας και την αντίδραση του Βατικανού, το οποίο κατήγγειλε την τόπλες περιβολή, ενώ δέκα χρόνια αργότερα (1974) θα εισαχθεί στην αγορά το στρινγκ. Και όπως συμβαίνει συνήθως ήλθε πλέον το τανκίνι, επαναφέροντας στοιχεία καλλιέπειας παλαιότερων εποχών για τις εμφανίσεις στις παραλίες.