Πως και πότε καθιερώθηκε ο ταχυδρόμος της γειτονιάς

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Οπωσδήποτε είναι απέραντος ο βιβλιογραφικός πλούτος που διαθέτουμε για τους ταχυδρόμους από τους μακρινούς μυθολογικούς χρόνους ακόμη, όταν ο θεός Ερμής καταγραφόταν ως ο αγγελιαφόρος των θεών. Όπως και για την ιστορία των ταχυδρομείων στην Ελλάδα. Αλλά δεν διαθέτουμε ιδιαίτερες εργασίες για τους ταχυδρόμους. Τους ταχυδρόμους με τις στολές και την καθημερινή έντονη και φιλική παρουσία στις γειτονιές. Είναι και αυτό ένα από τα επαγγέλματα που φθίνουν όσο εξελίσσεται η τεχνολογία και το ηλεκτρονικό τοπίο καταλαμβάνει τη θέση του στη ζωή μας με ραγδαίους ρυθμούς.

Επ’ ευκαιρία του σημερινού εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Ταχυδρομείων, η οποία καθιερώθηκε το 1969, θα ανατρέξουμε στο παρελθόν αναζητώντας την πρώτη εμφάνιση και την εξέλιξη της παρουσίας των ταχυδρόμων στην ζωή μας. Σημειωτέον ότι η 9η Οκτωβρίου καθιερώθηκε εις ανάμνηση της ημερομηνίας ιδρύσεως της Παγκοσμίου Ταχυδρομικής Ενώσεως, δηλαδή της 9ης Οκτωβρίου 1874. Έτσι, σε όλο τον κόσμο δίδεται έμφαση στον ζωτικό ρόλο των ταχυδρομικών υπηρεσιών στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Υπό την μάλλον θλιβερή διαπίστωση ότι και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες απώλεσαν τον ρομαντικό χαρακτήρα και το παραδοσιακό χρώμα τους στις τοπικές κοινωνίες.

Οι κλητήρες

Τον Φεβρουάριο 1836 εκδόθηκε ένα Βασιλικό Διάταγμα, μέσω του οποίου εισαγόταν ουσιαστικά ο θεσμός των ταχυδρομικών κλητήρων, των ταχυδρόμων της γειτονιάς όπως τους γνωρίσαμε στα νεώτερα χρόνια.[1] Τότε για πρώτη φορά δινόταν το δικαίωμα στα ταχυδρομεία όλου το κράτος να στέλνουν στο σπίτι του καθενός τα γράμματα ή τους φακέλους του. Και για να μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η υπηρεσία, έπρεπε να διοριστούν και οι απαραίτητοι κλητήρες. Σημειωτέον ότι τότε ο όρος ταχυδρόμος περιοριζόταν σε εκείνους που μετέφεραν τα γράμματα από τον έναν τόπο στον άλλο.

Οι κλητήρες που εισάγονταν στην καθημερινή ζωή με το Διάταγμα του 1836 έπρεπε να εκλέγονται μεταξύ εκείνων των πολιτών που είχαν αγωνισθεί στην Επανάσταση και είχαν φανεί «τιμίας διαγωγής» και γνώριζαν να διαβάζουν και να γράφουν. Έπρεπε βεβαίως, εφόσον επιλέγονταν, στη συνέχεια να δώσουν και τον όρκο της υπηρεσίας. Οι κλητήρες αυτοί εκτός από τα προβλεπόμενα ταχυδρομικά δικαιώματα για κάθε γράμμα ή φάκελο προβλεπόταν να εισπράττουν δέκα λεπτά. Αυτά τα δέκα λεπτά ήταν και η αμοιβή για τον κόπο τους, δηλαδή ο μισθός τους! «Ουδεμία άλλη αντιμισθία δεν δίδεται παρά της Κυβερνήσεως», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά το σχετικό διάταγμα.

Μια δεκάρα

Ωστόσο, δεν ήταν υποχρεωτικό να πηγαίνει τα γράμματα στο κάθε σπίτι ή προορισμό ο κλητήρας. Ο καθένας μπορούσε να τα παραλαμβάνει μόνος του από το ταχυδρομείο. Εάν ήθελε να τα παραδίδει ο κλητήρας έπρεπε να το δηλώσει στο ταχυδρομείο. Έτσι εισήχθη στην χώρα μας ο θεσμός του ταχυδρόμου της γειτονιάς. Ήταν τόσο ραγδαίες οι θεσμικές εξελίξεις στα ζητήματα της ταχυδρομικής υπηρεσίας ώστε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, του 1836, εκδόθηκε νεώτερο διάταγμα, το οποίο προσπάθησε να βάλει περισσότερη τάξη στα πράγματα. Πρώτ’ απ’ όλα επειδή μία δεκάρα ήταν ακριβή την εποχή εκείνη και ο λαός διαμαρτυρόταν, η αμοιβή ελαττώθηκε σε μία πεντάρα.[2]

Τότε κατά κάποιο τρόπο εφαρμόστηκε και ο θεσμός της θυρίδας. Δηλαδή δινόταν το δικαίωμα, σε όποιον επιθυμούσε, να διατηρεί δική του «θέση» στο ταχυδρομικό γραφείο, πληρώνοντας και τα ανάλογα δικαιώματα κάθε τρίμηνο. Ήταν το «δικαίωμα θέσεως». Όσο για τους γραμματοκομιστές ήταν υπεύθυνοι πλέον για την ακριβή και έγκαιρη παράδοση των γραμμάτων. Σε περίπτωση που προέκυπτε με δική τους ευθύνη απώλεια γράμματος, τότε καλούντο να καταβάλουν πειθαρχική ποινή τριών δραχμών. Αλλά το δεύτερο διάταγμα προέβλεπε και περί στολής των γραμματοκομιστών. Μπορούσαν να φορούν στολή από κυανού ρούχο με λευκά μεταλλικά κουμπιά.

Σφραγίδες ταχυδρομικών γραφείων τέλη 19ου αιώνος.

«Βασιλικός γραμματοκομιστής»

Έπρεπε ωστόσο να φέρουν και ιδιαίτερα διακριτικά! Ήταν μια λευκή μεταλλική πλάκα στην αριστερή πλευρά του στήθους τους. Πάνω στην πλάκα έπρεπε να υπάρχουν ανάγλυφα τα βασιλικά παράσημα και η επιγραφή «Βασιλικός Γραμματοκομιστής»! Έτσι είχαν τα πράγματα, ενώ η μικρή Ελλάς κατέβαλε προσπάθειες να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις διεθνείς ταχυδρομικές εξελίξεις. Έστω με καθυστέρηση υιοθετούσε τα διεθνή πρότυπα, συμμετείχε με εκπροσώπους της στις διάφορες εκδηλώσεις και, αναλόγως το πρόσωπο που διηύθυνε την υπηρεσία, παρουσίαζε μικρές και μεγάλες προόδους. Σε ότι αφορά στους πάσης φύσεως ταχυδρομικούς υπαλλήλους θα συναντήσουμε τις μεγάλες αλλαγές περίπου μισόν αιώνα αργότερα.[3]

Ενδιαμέσως η υπηρεσία, όπως ήταν φυσικό, είχε αναπτυχθεί ικανοποιητικά. Αρκεί να αναφερθεί πως ήδη το 1837 είχαν ιδρυθεί 75 ταχυδρομικά γραφεία και το 1865 είχαν φθάσει τα 123 σε όλη την Ελλάδα. Εξάλλου, έντονο ήταν και το ενδιαφέρον των ξένων ατμοπλοϊκών εταιριών που αναλάμβαναν την μεταφορά των ταχυδρομικών επιστολών και δεμάτων. Αξιοσημείωτο δε το γεγονός ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση βλέποντας ότι στην Ελλάδα κυριαρχούσαν τα γαλλικά ατμόπλοια, από ζηλοτυπία αποφάσισε να καταλάβει εκείνη την πρωτεύουσα θέση. Έτσι μέσω του Αυστριακού Λόϋδ ίδρυσε λαμπρές γραμμές οι οποίες συνέδεσαν την Ελλάδα, μέσω Τεργέστης και Κωνσταντινουπόλεως, με την Ανατολή και τη Δύση. Και εκτός από την αύξηση των γραμμών μείωσε τα ταχυδρομικά τέλη με το εξωτερικό.[4]

Η νέα στολή

Ας επανέλθουμε όμως στους ταχυδρομικούς και στις ρυθμίσεις που έφεραν την υπογραφή του Χαριλάου Τρικούπη. Ήταν το 1882 όταν ψηφίσθηκε νομοθετική ρύθμιση, η οποία πλέον καθιέρωνε τους διανομείς και τους γραμματοκομιστές. Οι πρώτοι είχαν την ευθύνη για την διανομή της αλληλογραφίας στα σπίτια και οι δεύτεροι τη συλλογή των γραμμάτων από τα γραμματοκιβώτια και τη μεταφορά τους στο ταχυδρομείο. Οι προδιαγραφές και για τις δύο κατηγορίες ήταν αυστηρές. Έπρεπε πλέον τόσο οι διανομείς όσο και οι γραμματοκομιστές να φορούν στολή, χειμερινή και θερινή. Τον χειμώνα φορούσαν γκρι χιτώνα που έφθανε δέκα εκατοστά πάνω από το γόνατο. Επίσης το περιλαίμιο και οι περιχειρίδες, δηλαδή τα άκρα του υφάσματος γύρω από τα χέρια, των διανομέων είχαν πράσινο χρώμα. Ο χιτώνας είχε μπροστά έξι ορειχάλκινα κουμπιά επίχρυσα, τα οποία είχαν ανάγλυφο το ταχυδρομικό κέρας και ανά δύο όμοια κουμπιά μικρότερου μεγέθους ήταν τοποθετημένα στις περιχειρίδες. Σε κάθε άκρη του περιλαίμιου ήταν τοποθετημένο ένα μεταλλικό επίχρυσο ταχυδρομικό κέρας και από πάνω ο αριθμός του διανομέα ή του γραμματοκομιστή.[5]

Ταχυδρόμος καλεί με τη σάλπιγγά του τους παραλήπτες των γραμμάτων.

Στον δεξιό ώμο του χιτώνα προσαρτάτο επώμιο κατασκευασμένο από το ίδιο ύφασμα και από το οποίο περνούσε το λουρί του σάκου που περιείχε τα γράμματα. Και πάνω στο σάκο ήταν αναγεγραμμένος ο αριθμός του διανομέα ή του γραμματοκομιστή. Φορούσαν δε και πηλίκιο το οποίο επίσης είχε μπροστά ταχυδρομικό κέρας ίδιο με εκείνη του περιλαίμιου και τους αριθμούς. Η θερινή στολή, η οποία ήταν κατασκευασμένη από λινό ύφασμα, αντί πηλικίου προέβλεπε ψάθινο κάλυμμα με μαύρη ταινία γύρω-γύρω. Οι γραμματοκομιστές είχαν την ίδια στολή με τους διανομείς, με μόνη διαφορά ότι το περιλαίμιο και τα περιχειρίδια του χιτώνα ήταν από το ίδιο μαύρο ύφασμα. Όσο για τον αριθμό των διανομέων ποίκιλε φυσικά αναλόγως με την περιοχή. Έτσι στην Αθήνα υπήρχαν τριάντα διανομείς, έξι στην Πάτρα, ανά τρεις σε Πειραιά, Σύρο και Κέρκυρα και ανά δύο σε Λάρισα, Βόλο, Αργοστόλι, Ζάκυνθο, Ναύπλιο και Λαμία.[6]