Εις το κρεββάτι του κατάκειται ο σοφός φίλος μου κ’ ευρίσκομαι κοντά του, όχι πλέον δια να τον ενθαρρύνω και να τον παρηγορήσω -γνωρίζει καλά την θέσιν του και το εγγίζον τέλος του και με φιλοσοφικήν ψυχραιμίαν και αγνήν πίστιν εγκαταλείπει τον κόσμον, τον οποίον τόσον εσπούδασε και τόσον εγνώρισε.
Με ήθελε κοντά του δια να να ομιλήσωμεν, όπως πάντοτε, δια την αγαπητήν Βυζαντινήν αγιογραφίαν.
Το σπίτι του είνε τέλειον μουσείον Βυζαντινής τέχνης. Εις τους τοίχους των δωματίων ημπορεί να διδαχθή κανείς διά θαυμασίων υποδειγμάτων της ιστορίαν μιας τέχνης, την οποίαν εγέννησεν, εθέρμανε και ελάμπρυνεν η νέα πίστις.
Βλέπων τις τας υπερδιακοσίας εικόνας ταύτας, Προφητών, Αρχαγγέλων, του Προδρόμου, του Σωτήρος, του Τρίμορφου συμπλέγματος, των Αποστόλων, των Ιεραρχών, μακράς σειράς αγίων -δεν λείπει ούτε η αγία Κέρκυρα- Οσίων, Μαρτύρων, βλέπων τις ποικίλας σκηνάς του αγιογραφικού βίου, έργα του Κοτούζη, του Καντούνη, του Τζάννε, του Μάρκου Σκλάβου, των Ιωάννου και Ηλία Μόσχου και άλλων τινών, και πλήθoς έργων αγνώστων καλλιτεχνών εκπροσωπούντων σειράν αιώνων… ενθυμείται την περιώνυμον φράσιν του Νύσσης: «γραφή σιωπώσα εν τοίχω λαλεί…».
Το μάλλον όμως ενδιαφέρον μέρος της Συλλογής αποτελούσιν αι Παναγίαι του, υπέρ τας 50 τον αριθμόν. Αυταί κοσμούσι τους τοίχους του κοιτώνος του, τους οποίους καταλαμβάνουν ολοκλήρους, αρχίζουσαι ευθύς επάνω από το μαξιλάρι της κλίνης του. Δεν εννοεί ν΄ αποχωρισθή αυτών· με αυτάς έζησε, αυτάς ελάτρευσε, αυτάς εννοεί να ιδή με την τελευταίαν της ζωής του ακτίνα.
Και «η πάντων χαρά», και η Ζωοδόχος πηγή, και η Οδηγήτρια και η περίφημος Αναφωνήτρια και ποιος τύπος Παναγίας δεν παρέχει γύρω μου το παρήγορόν του μειδίαμα;
-Σήμερα να με αφήσης να ομιλώ εγώ, γιατί σε κουράζει οπωσδήποτε η ομιλία, επί των θεμάτων μάλιστα της αγάπης σου… Θα προσπαθήσω λοιπόν να εύρω την πατρίδα κάθε Παναγίας.
Εμειδίασε, σαν να μου έλεγε: να ιδώ πως θα τα καταφέρης, και εκίνησε την κεφαλή του, σαν να μου έδιδε θάρρος ν’ αρχίσω.
-Αυτή εδώ δεν είνε Ασπροθαλασσίτισα; και αυτή από τας Σποράδας; Βεβαίως των σφουγγαράδων προστάτις… Αυτή χωρίς άλλο είνε παλληκαρού Ρουμελιώτισσα κι’ αυτή κυρά- Μωραΐτισσα… Από αυτάς εδώ δεν καταπιάνομαι… Να και η πατριώτισσά σου η Ζακυνθινή… αυτή βεβαίως είνε Κορφιάτισσα…
Δεν εκρατήθη και ανεφώνησε:
- Δεν την βλέπεις ολάκερη την Αρχόντισσα; … Και το συμπέρασμά σου;
- Ότι ο τεχνίτης, υπό την επίδρασιν του περιβάλλοντος της πατρίδας του ή
του τόπου της διαμονής του, απεικόνιζε τας γραμμάς της θείας καλλονής της Αειπαρθένου από τας γύρω του γυναικείας γραμμάς, τας οποίας εξέλεγεν η ψυχή του και εξετέλει το χέρι του ασυναισθήτως.
- Ασυναισθήτως!; είπε μειδιών· μ’ εκύτταξε και ανεσηκώθη ολίγον… Εγώ βλέπω και κάτι άλλο εις μερικάς από τας Παναγίας μου, βλέπω πρότυπον ζωντανόν, βλέπω μοδέλο… Αν ημπορέσω, θα γράψω για την γνώμη μου αυτήν…
Μετ’ ολίγας ημέρας ο σοφός συλλογεύς Αλέξιος Κολυβάς δεν έζη πλέον.



