Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Υπάρχουν μερικές ιστορίες οι οποίες φαίνονται απίστευτες και δεν βρέθηκε το χέρι που θα τις διασώσει για να τις παραδώσει στην αιωνιότητα. Η ιστορία μας πάντως, η οποία συνέβη στον γραφικό προσφυγικό συνοικισμό της Κοκκινιάς, το 1935, θύμιζε κονταρομαχίες και επικές μάχες ιπποτών παλαιότερων εποχών. Δεν αφορούσε κάποια κοινωνική εξέγερση ή πολιτική ανατροπή, αλλά μια αυθεντική, σχεδόν επική, «ερωτική επανάσταση»[1]. Μια εκατοντάδα νέων, οπλισμένων με ρόπαλα, σανίδες και καρεκλοπόδαρα, αποφάσισε να δώσει τον υπέρτατο αγώνα για τον έρωτα!
«Ξένοι» εραστές
Η σπίθα άναψε μπροστά στο Εργοστάσιο Κλωστοϋφαντουργίας «Βέλκα», κοντά στον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο του Φαλήρου. Εκεί εργάζονταν εκατοντάδες κορίτσια του Πειραιώς και των συνοικισμών για τον επιούσιο των οικογενειών τους ή χάριν των ατομικών μικροεξόδων τους. Πολλές από τις κοπέλες, περίπου εκατό, είχαν συνδεθεί με φλογερά αισθήματα με ισάριθμους νέους από την Κοκκινιά. Και κάθε βράδυ τις περίμεναν έξω από το εργοστάσιο.
Αυτό ήταν το περιβάλλον στον οποίο εξελίσσονταν ρομαντικές στιγμές που θύμιζαν ιεροτελεστία. Βλέμματα έσμιγαν, χαμόγελα ανταλλάσσονταν και ελπίδες ανανεώνονταν κάτω από το φως της λάμπας του δρόμου. Ωστόσο, για τους εργάτες του εργοστασίου, οι οποίοι είτε ενοχλούντο είτε απλώς ζήλευαν, η κατάσταση έγινε ανυπόφορη. Έτσι, ξεκίνησαν συστηματικά να διώχνουν τους «ξένους» εραστές, πολλές φορές με βρισιές, ειρωνείες ή και απειλές.
«Στρατιωτικό Σώμα Έρωτος»
Οι ενέργειές τους όμως πλήγωσαν τον εγωισμό των ερωτευμένων που δεν δέχθηκαν την κατάσταση αυτή αδιαμαρτύρητα. Συντονίστηκαν, μετρήθηκαν και, όντας πάνω από εκατό, αποφάσισαν να οργανώσουν… αντίσταση. Παρέλαβε λοιπόν ο καθένας ότι μπορούσε, από σανίδια και μπαστούνια μέχρι μαστίγια, ρόπαλα και καρεκλοπόδαρα, δημιουργώντας το πρώτο «Στρατιωτικό Σώμα του Έρωτος»! Αποφάσισαν λοιπόν ένα απόγευμα να δώσουν μάχη υπερασπιζόμενοι των αισθημάτων τους.
Ένα απόγευμα λοιπόν, σε παράταξη φάλαγγας, ξεκίνησαν την πορεία τους από την Κοκκινιά προς το εργοστάσιο. Η εικόνα τους ήταν τόσο σουρεαλιστική, που πολλοί κάτοικοι των περιοχών απ’ όπου πέρασαν πίστεψαν πως πρόκειται για απόδραση από κάποιο φρενοκομείο. Με καρεκλοπόδαρα στον ώμο, σαν μασκοφόροι τιμωροί του έρωτα, εγκαταστάθηκαν μπροστά στην πύλη και περίμεναν. Όταν λοιπόν οι εργάτες βγήκαν από το εργοστάσιο, ήρθαν αντιμέτωποι με τον πιο παράδοξο στρατό που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
«Ιππότες της καρδιάς»
Οι ερωτευμένοι τούς κύκλωσαν και ξέσπασε μια μάχη γεμάτη αλαλαγμούς, σπασμένα ξύλα και πανικό. Τα γύρω μαγαζιά κατέβασαν ρολά, γυναίκες ούρλιαζαν και παιδιά σκαρφάλωναν στα παράθυρα για να δουν το αλλόκοτο θέαμα. Η αστυνομία χρειάστηκε να επέμβει με ισχυρές δυνάμεις για να αποκαταστήσει την τάξη. Όμως, όπως μαρτυρούν οι αφηγήσεις, οι «ιππότες της καρδιάς» είχαν ήδη πετύχει τον σκοπό τους που ήταν να διώξουν τους αντιπάλους τους και να θριαμβεύσουν στα μάτια των αγαπημένων τους[2].
Ο Παύλος Νιρβάνας σχολίασε το θέμα με το γνωστό του χιούμορ: «Ιδού όμως ότι παρουσιάζονται 100 ερωτευμένοι μαζή. Και εκστρατεύουν με ρόπαλα. Ο Θεός να φυλάξη μήπως παρουσιασθούν αύριον χιλιάδες. Δεν θα υπάρχουν αρκετοί ζουρλομανδύαι διά να εξοικονομηθούν όλοι». Και συνέχισε, μιλώντας για την ιδέα ενός… Σωματείου Ερωτευμένων, που θα δημιουργούσε ομοσπονδίες, θα επηρέαζε την πολιτική και θα προκαλούσε απεργίες με αιτήματα γεμάτα πάθος και παράνοια[3]! Πάντως το επεισόδιο έληξε με παρέμβαση της Αστυνομίας που ειδοποιήθηκε από περιοίκους.
Την ίδια ώρα, μια νεαρή χήρα παρατηρούσε από το παράθυρό της τους ροπαλοφόρους και, απογοητευμένη που δεν πέρασαν κι από τη δική της γειτονιά, μονολογούσε: «Αμ’ δεν περνάνε κι’ από δώ οι ευλογημένοι να τους δούμε κι εμείς; Μονάχα οι εργάτριες καταλαβαίνουν από ιδεολογία; Καταλαβαίνουμε κι εμείς…». Το «Κίνημα των Ερωτευμένων» ίσως ήταν φαιδρό ή ακόμα και επικίνδυνο, αλλά σίγουρα δεν ήταν αδιάφορο. Ήταν ένα στιγμιότυπο εποχής, αυθεντικό και τρυφερό μέσα στην υπερβολή του. Και όπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες, ήταν σύντομο, χαοτικό και αξέχαστο.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία» 18 Ιουλίου 2025.




