Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Ένα από τα περίφημα γλυπτά του σπουδαίου γλύπτη Αθανασίου Απάρτη (1899-1972), ο «Έφηβος», επανέρχεται στην επικαιρότητα και αποφασίζεται η εκ νέου τοποθέτησή του όχι στην παλαιά του θέση αλλά στην πλατεία Αγίου Σώστη στον Νέο Κόσμο. Η ιστορία του ολόσωμου γλυπτικού έργου είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και πλήρης περιπετειών. Επιλογή η οποία ελέγχεται, αφού θα απωλέσει τον ευρύτερο χαρακτήρα για τον οποίο φιλοτεχνήθηκε και προοριζόταν να λειτουργήσει ως μνημείο της ελληνικής νεότητας και της συμβολής της στις εξελίξεις.
Δεν ήταν, δε, τυχαία η επιλογή που συζητείτο για την τοποθέτησή του και ήταν η λεωφόρος Βασ. Όλγας. Δηλαδή στο Αθηναϊκό Ολυμπιακό τοπίο, το οποίο είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από την εποχή των Ζάππειων Ολυμπιάδων. Ανάμεσα στο Ζάππειο Μέγαρο που είχε εγκαινιαστεί το 1888, το Παναθηναϊκό Στάδιο που είχε αναμαρμαρωθεί εν όψει των Α΄ Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, τον Όμιλο Αντισφαιρίσεως Αθηνών που είχε ιδρυθεί επίσης εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων (1895), τον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο και, βεβαίως, το Κολυμβητήριο, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1940.
Εν Αθήναις τω 1939
Η πρώτη είδηση που είχε δει το φως της δημοσιότητας, στις 11 Μαΐου 1939, ανέφερε ότι: «Κατόπιν εγκρίσεως του Προέδρου της Κυβερνήσεως η Διοίκησις Πρωτευούσης παρήγγειλεν εις τον εν Παρισίοις διαμένοντα γλύπτην Απάρτην την κατασκευήν αγάλματος εκ χαλκού, παριστώντας έφηβον, ύψους 2,60 μέτρων. Το άγαλμα το οποίον θα είναι έτοιμον εντός εξαμήνου, θα τοποθετηθή πιθανώς εις την λεωφόρον Ολγας»[1].
Όπως μας ενημερώνει η Ζωή Γ. Καλόγνωμου, στη διδακτορική διατριβή της «Το έργο του γλύπτη Θανάση Απάρτη» (1988), στην Πανελλήνια Έκθεση που πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο, τον Μάϊο 1939, ο Απάρτης συμμετείχε με τρία έργα. Το πορτραίτο του «Κηπουρού», το αγαλμάτιο «Μητέρα και Παιδί» και το γύψινο πρόπλασμα του «Εφήβου»[2]. Ο πρώην δήμαρχος Αθηναίων και τότε υπουργός Διοικητής Πρωτευούσης Κώστας Κοτζιάς, παρήγγειλε το έργο σε μπρούντζο με ύψος δυόμισυ μέτρα, δηλαδή σε μέγεθος διπλάσιο από το μέγεθος του γύψινου προπλάσματος!
Σύμφωνα με δημοσίευμα στον τύπο της εποχής ο Έφηβος προοριζόταν ως μνημείο της Ελληνικής Νεότητος, στο οποίο θα γινόταν «πανελλήνιος εορτή» μία ορισμένη ημέρα του έτους για την έξαρση της συμβολής της ελληνικής νεότητας «εις τον πολιτισμόν και την εξέλιξιν της ελληνικής φυλής και του Έθνους…». Αναφερόταν δε ότι το έργο επρόκειτο να περατωθεί σε έξι μήνες.
Στο Ζάππειο
Πράγματι, το πρόπλασμα του Εφήβου μεταφέρθηκε στο διπλάσιο μέγεθος. Ωστόσο, ο Απάρτης έβλεπε το μεγαλωμένο γλυπτό του με πνεύμα κριτικό, αναγνωρίζοντας τις αρετές και τα προβλήματα του έργου! Εκείνη την εποχή έγινε η κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Απάρτης έμεινε μόνος στο Παρίσι με συντροφιά του το γύψινο πρόπλασμα του «Εφήβου», στο οποίο έκανε διορθώσεις και συμπληρώσεις και εργάσθηκε απ’ αρχής το κεφάλι. Έδωσε το έργο για χύτευση και σχεδίαζε με την αποπεράτωση της χύτευσης να έρθει στην Αθήνα για την τοποθέτηση του γλυπτού[3].
Σταδιακά ωρίμαζε η απόφαση να εγκατασταθεί στην Ελλάδα με την οικογένεια του και να επιστρέψει στο Παρίσι μετά τη λήξη του πολέμου! Το έργο είναι υπογεγραμμένο και χρονολογημένο από τον καλλιτέχνη στο 1940 και φέρει τη σφραγίδα του παρισινού χυτηρίου Alexis Rudier. Τον Μάϊο 1940, στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα», δημοσιευόταν φωτογραφία και πάλι από το Ζάππειο, στην οποία αναφέρεται ότι «ο κ. Πρωθυπουργός εις την έκθεσιν της οργανώσεως της Νεολαίας εις το Ζάππειον περιεργαζόμενος το άγαλμα του Εφήβου, έργον του γλύπτη Απάρτη»[4]. Δηλαδή, το έργο είχε φιλοτεχνηθεί και είχε μετακινηθεί στο Ζάππειο για τις ανάγκες της προαναφερθείσης εκθέσεως.
Έξι σφαίρες
Εντέλει, ξέσπασε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος και στην Ελλάδα και ο «Έφηβος», για ευνόητους λόγους, τοποθετήθηκε από τη Διοίκηση Πρωτευούσης στο αλσύλλιο επί της οδού Μουστοξύδη, μπροστά από την παλαιά Σχολή Ευελπίδων. Η τοποθέτησή του νοηματοδότησε εκ νέου τα μηνύματα του «Εφήβου». Η αλκή του, με το αποφασιστικό βλέμμα στραμμένο στο μέλλον να κάνει τα πρώτα βήματά του στον πραγματικό κόσμο, συνδέθηκαν με την ιδεολογία και τα όνειρα των αποφασισμένων να υπηρετήσουν την πατρίδα ανδρών. Γι’ αυτό εξάλλου, ο καλλιτέχνης το ονόμασε «Ξεκίνημα» σε έκθεση που πραγματοποιήθηκε το 1948[5]. Η γυμνότητα και η στάση αποτελούν την προσπάθεια να συνδεθεί το παρελθόν, με το παρόν και το μέλλον. Την αρχαιότητα με τη σύγχρονη Ελλάδα.
Ας επανέλθουμε όμως στα μεταπολεμικά χρόνια, όταν ο «Έφηβος» βρέθηκε… πληγωμένος με έξι τρύπες από σφαίρες! Διασώθηκε, μάλιστα, μαρτυρία, του υποστράτηγου και ιστορικού συγγραφέα Γεώργιου Μπερδέκλη για τον τρόπο με τον οποίο πληγώθηκε το γλυπτό. Το οποίο βρέθηκε στη δίνη των Δεκεμβριανών του 1944, όταν ο ΕΛΑΣ επετέθη στη Σχολή Ευελπίδων. Ήταν το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου όταν μία περίπολος του ΕΛΑΣ πλησίασε τη Σχολή και με ριπές οπλοπολυβόλου κτυπούσε το κτίριο. Δύο Ευέλπιδες που είχαν βγει ως αναγνωριστική περίπολος έξω από τη Σχολή βρέθηκαν κοντά στο άγαλμα που τους κάλυψε και τους έσωσε από τα πυρά των επιτιθέμενων. Ο ένας από τους Ευέλπιδες ήταν ο Γ. Μπερδέκλης[6].
Αντίγραφο στην Ευελπίδων
Εν πάση περιπτώσει το έργο παρέμεινε στην αρχική του θέση. Την δεκαετία 1980 συντηρήθηκε από την Εθνική Πινακοθήκη και μετά τη μεταφορά της Σχολής Ευελπίδων, επί δημαρχίας Μιλτιάδη Έβερτ, τοποθετήθηκε μέσα στην πόλη (Αρδηττού και Αθανασίου Διάκου). Το γεγονός ότι βανδαλίστηκε και με αφορμή τα έργα στον κόμβο Αθανασίου Διάκου – Αρδηττού – Καλλιρρόης, το 2005 απομακρύνθηκε για να παραμείνει από τότε αποθηκευμένο ή σε χυτήριο στον Γέρακα Αττικής. Το 2023 αποφασίσθηκε η επαναφορά στη θέση του, αλλά υπήρξαν αντιδράσεις -κυρίως από τους υπευθύνους της εκκλησίας της Αγίας Φωτεινής!- οπότε το έργο παρέμεινε στο εργαστήριο του Γέρακα.
Εν τω μεταξύ, όπως ήδη αναφέρθηκε, το γλυπτό συνδέθηκε με τις σημαντικές στιγμές του πολέμου και όσων ακολούθησαν. Γι’ αυτό εξάλλου ο Δήμος Αθηναίων ανταποκρίθηκε στο αίτημα της ηγεσίας του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης και φρόντισε για τη δημιουργία αντιγράφου. Τοποθετημένο πλέον το αντίγραφο στη Σχολή Ευελπίδων, στη Βάρη, υπενθυμίζει τις μεγάλες στιγμές και τις θυσίες των Ευέλπιδων και του Έθνους και βαδίζει νοητά στην πρόοδο με αποφασιστικότητα. Η σωματική ρώμη εικονίζεται να εκπροσωπεί την Ισχύ και το Κάλλος. Η μεγαλόπρεπη και ταυτοχρόνως λιτή απόδοση αντικατοπτρίζει τα χαρίσματα της νεολαίας.
Η επιλογή
Στο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων συζητείται ορθώς το ζήτημα της τοποθετήσεως εκ νέου του γλυπτού στον δημόσιο χώρο. Αντί όμως να επιλεγεί η αρχικώς προταθείσα θέση της διαμορφωμένης πλέον Βασιλίσσης Όλγας, γεγονός το οποίο συνηγορεί, ή στην προτεραία θέση του (Αρδηττού και Αθανασίου Διάκου), επιλέγεται η πλατεία του Αγίου Σώστη. Η εισήγηση της Δημοτικής Αρχής συνδέει το γλυπτό με τους πρόσφυγες, διότι πρόσφυγας ήταν και ο δημιουργός του. Ή το γεγονός ότι «το άγαλμα λειτουργεί ως στοιχείο συλλογικής μνήμης και απεικονίσεις του εντοπίζονται στα γραφεία του Συλλόγου Προσφύγων και Οικιστών Αγίου Σώστη, που βρίσκονται επί της πλατείας». Έτσι, όμως αφαιρείται από το έργο ο ευρύτερος εθνικός χαρακτήρας του και περιορίζεται σε επίπεδο γειτονιάς, ενώ ταυτοχρόνως στερείται των ευγενών νοημάτων που κλήθηκε να εκπροσωπήσει.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία», 31 Μαρτίου 2026



