Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Μ’ αυτό το δίστιχο τιτλοφορούσε το έμμετρό του για τον εορτασμό των Φώτων ο Γεώργιος Σουρής αποδίδοντας το κλίμα που επικρατούσε τότε. «Φωνάζουν άνδρες και παιδιά, δούλες και παραμάνες / και τα μωρά στην αγκαλιά εφώναζαν κι εκείνα / και τάγκα τούγκα δυνατά κτυπούνε οι καμπάνες / το πανηγύρια γίνονται εδώ εις την Αθήνα! / Και δος του πια τρεχάματα και δος του λειτουργίες / και να σταυροκοπήματα ευχές και ευλογίες»[1]. Ήταν η πάνδημη γιορτή των Φώτων και η τελετή των υδάτων απλωνόταν σε πολλά μέρη των Αθηνών, στα Φάληρα και το λιμάνι του Πειραιά.
Οι πιο επίσημες τελετές, όπως προαναφέραμε, πραγματοποιούνταν τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνος –έως και σήμερα– στη Δεξαμενή του Κολωνακίου και το λιμάνι του Πειραιά. Στην πρώτη ο αριστοκρατικός κόσμος και οι επίσημοι της πρωτευούσης. Στον Πειραιά επίσημη τελετή με την παρουσία βασιλέων, πριγκίπων, δηλαδή των πολιτειακών αλλά και των πολιτικών Αρχών του τόπου. Μεγάλη κοσμοσυρροή. Άλλοτε μπροστά από το Βασιλικό Περίπτερο και άλλοτε μπροστά από το Παλαιό Δημαρχείο. Το λιμάνι στο πόδι, ενώ τα βαπόρια σημαιοστολισμένα και γεμάτα από κόσμο σφύριζαν δαιμονισμένα.

Οι πρωταγωνιστές του Γ. Σουρή, Φασουλής και Περικλέτος, αγιάζουν για
να διώξουν τα «παγανά» (σκίτσο από τον «ΡΩΜΗΟ», 1898)
Στον Πειραιά
Στον Πειραιά υπήρχαν βεβαίως και επιμέρους εορτασμοί. Στον λιμενίσκο του Ξαβερίου, εντός του ναΐσκου του Χατζηκυριάκειου Ορφανοτροφείου και στα βράχια της Φρεαττύδας, όπου το Ρωσικό Νοσοκομείο. Το τελευταίο είχε ιδρυθεί από τη ρωσικής καταγωγής βασίλισσα Όλγα και μετεξελίχθηκε στο γνωστό Ναυτικό Νοσοκομείο Πειραιώς.
Ο ενθουσιασμός, οι περισσότερες εκδηλώσεις αλλά και ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός για τον σταυρό διεξάγονταν εκεί. «Στον Πειραιά μαζεύθηκαν όλοι στην προκυμαία / και καρτερούν την τελετή απ’ την αγιά Τριάδα / κι ιδού εν πρώτοις φαίνεται μια γαλανή σημαία / και από πίσω έρχονται χιλιάδες στην αράδα / Παίζει γλυκά η μουσική, φωνάζουν οι ψαλτάδες και στην πλατεία καίονται λιβάνια και λαμπάδες», περιγράφει γλαφυρότατα ο Γεώργιος Σουρής [2]. Μέρες ολόκληρες προετοιμαζόταν το λιμάνι για τη γιορτή.
Στηνόταν περίλαμπρη αποβάθρα, αφού τις περισσότερες φορές παρευρισκόταν στον Αγιασμό ο ανώτατος άρχοντας, ο βασιλιάς και πολλά χρόνια αργότερα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ορισμένες φορές, ωστόσο, η βασιλική οικογένεια προτιμούσε να απολαύσει την τελετή «ινκόγκνιτο» στο παρεκκλήσι των Ανακτόρων. Ο Μητροπολίτης των Αθηνών μεταφερόταν με άμαξα στα Ανάκτορα, αμέσως μετά το πέρας της τελετής στη Μητρόπολη. Ανάμεσα σε μουσικά εμβατήρια και τιμές εκ μέρους της Φρουράς έριχνε τον σταυρό σε ένα μεγάλο μπακιρένιο δοχείο και στη συνέχεια ράντιζε τη βασιλική οικογένεια αλλά και τα διάφορα βασιλικά διαμερίσματα.
Οι κουτσαβάκηδες
Πάντως, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα μία ακόμη γραφικότητα συνόδευε το ρίξιμο του σταυρού στο λιμάνι του Πειραιώς. Ήταν οι κουτσαβάκηδες του Πειραιά. Η τάξη των παλικαράδων, των τύπων εκείνων με τα κατάμαυρα κοστούμια, τα τζογέ παντελόνια και τις λαδωμένες αφέλειες. Δεν εννοούσαν να αφήσουν σε άλλον την τιμή. Περίμεναν πάνω σε βάρκες μισόγυμνοι και έπεφταν στην παγωμένη θάλασσα. Κάτω στον βυθό γίνονταν ομηρικοί αγώνες. Κάτω από το κοντό παντελονάκι έκρυβαν οι αθεόφοβοι και καμιά κάμα, για καλό και για καλό.
Η μάχη έπαιρνε διαστάσεις αγώνα εξοντώσεως. Δεν έλειψαν ακόμη και οι φόνοι μεταξύ παλικαριών που αντιπροσώπευαν την αφρόκρεμα του κουτσαβακισμού του Πειραιά[3]. Ο νικητής, εκτός από την αίγλη με την οποία περιβαλλόταν, κέρδιζε και σημαντικά ποσά. Είχε το δικαίωμα πέρα από τα επίσημα δώρα που λάμβανε, να βγάλει και δίσκο μεταξύ των πιστών. Και το πράγμα δεν έμενε εκεί. Την επομένη έπαιρνε βόλτα τις συνοικίες.
«… ζωή και κότα…»
Από τότε που δημιουργήθηκε το φράγμα του Μαραθώνα καταβλήθηκε προσπάθεια να καθιερωθεί εκεί ο αγιασμός των Υδάτων. Αλλά η προσπάθεια εκείνη ατόνησε λόγω της αντιπάθειας που έτρεφε ο λαός προς την εταιρεία Ούλεν [4]. Επίσης, από τους αξιομνημόνευτους και συγκινητικούς Αγιασμούς ήταν εκείνος που τέλεσαν οι Έλληνες στο Αργυρόκαστρο τον Ιανουάριο 1941.
Αλλά να ολοκληρώσουμε τη σύντομη αυτή παρουσία μας στον αγιασμό των Υδάτων με τον χαρούμενο εορταστικό τρόπο του Γεωργίου Σουρή που έγραφε: «Πάλι αγιάσαν τα νερά και πανηγύρι πάλι, / χιλιάδες στη Δεξαμενή και πλήθος στον Περαία / ψηλά και φέσια αναμίξ, βοή και παραζάλη, / και τρέχει πίσω γελαστή η κάθε μια παρέα / Κοντά – κοντά Χριστούγεννα, Αϊ-Βασίλης, Φώτα, / και όλο διασκέδασις, κι όλο ζωή και κότα»!
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία» 4 Ιανουαρίου 2013
Συμπληρωμένη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 6 Ιανουαρίου 2024



