Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Ένας πιστός χριστιανός και βαθύς γνώστης της Ορθόδοξης παράδοσης ήταν ο Αλέξιος Κολυβάς (1848-1915), ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή και την περιουσία του για να διασώσει εκατοντάδες αριστουργήματα θρησκευτικής τέχνης τα οποία γλύτωσαν από τον εκπατρισμό. Κυρίως της Ζακύνθου, η οποία με το καλλιτεχνικό περιβάλλον και την ποιητική φύση της ενέπνευσε ποιητές, όπως ο Διονύσιος Σολωμός αλλά και σπουδαίους ζωγράφους, όπως ο Νικόλαος Κουτούζης ή ο Νικόλαος Καντούνης. Τριακόσιοι πενήντα πίνακες, μικροί και μεγάλοι, των διασημότερων αγιογράφων του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα καθιστούσαν τη συλλογή του μία από τις σημαντικότερες στην Ευρώπη[1].
Το αρχείο του
Αλλά είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη συλλογή εικόνων της Παναγίας, δηλαδή του κεντρικού προσώπου της χριστιανικής πίστης. Στο πρόσωπο της Παναγίας βρήκε την πλήρη της έκφραση η έμφυτη ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν και να απευθύνονται σε δύναμη που ξεπερνά τα όρια των δικών τους δυνάμεων. Η Παναγία μετουσιώνει τις ελπίδες και τους πόθους μας.
Η Παναγία λειτουργεί ως πρεσβευτής των ανθρώπινων παρακλήσεων και παραμένει προσιτή. Στις απεικονίσεις της παρουσιάζεται η μάνα της Ορθοδοξίας και αποκαλύπτεται η στενή σχέση των γυναικών με το Θείο. Με το πρόσωπο της Παναγίας επικοινωνούσε ο Αλ. Κολυβάς, του οποίου το αρχείο σώζεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης[2].
Καριέρα
Ο Αλ. Κολυβάς είχε σπουδάσει φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στις Βρυξέλλες. Ασχολήθηκε με τον Τύπο, διευθύνοντας εφημερίδες στη Ζάκυνθο και δίδαξε ελληνικά στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και στο Βαρβάκειο. Για μικρό χρονικό διάστημα, από το 1897 έως το κλείσιμό της, ανέλαβε την έκδοση της σπουδαίας «Νέας Εφημερίδος» του Ιωάννου Καμπούρογλου[3].
Διετέλεσε γενικός γραμματεύς του υπουργείου Εκκλησιαστικών και χρημάτισε πολλάκις βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επί 20ετία περίπου θήτευσε ως γραμματεύς στην Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων (Ζάππειο) και κατήρτισε συλλογές χειρογράφων, κωδίκων και βυζαντινών εικόνων.
Οικογένεια – Συλλογή
Ο Αλ. Κολυβάς νυμφεύτηκε τη Σοφία, το γένος Γρηγορίου Μπουρνιά, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά. Τον σπουδαίο Έλληνα αξιωματικό Κωνσταντίνο Κολυβά (1894-1941), την Αγγελική, σύζυγο Πλάτωνα Χατζημιχάλη (1895-1965) και την Άννα († 1969). Όταν ο Αλ. Κολυβάς έφυγε από τη ζωή το ελληνικό κράτος αρνήθηκε να αγοράσει την μοναδική συλλογή των εικόνων, τις οποίες ωστόσο φρόντισε να διασώσει ο ευπατρίδης Κεφαλλονίτης Διονύσιος Λοβέρδος[4].
Αποτέλεσαν τον πυρήνα της συλλογής του αλλά και του Μουσείου που εγκαθίδρυσε το 1930 στην οικία του (Τσίλερ, Μαυρομιχάλη 6). Εντέλει μέσω της οικογένειας Λοβέρδου, η οποία ακολούθησε τα βήματά του, η συλλογή (εικόνες, χειρόγραφα αλλά και το ακίνητο) κατέληξε στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, όπου συντηρήθηκε και εντέλει αποτελεί μέρος του εθνικού πολιτιστικού μας αποθέματος.
Καλλιρρόη Παρρέν
Δύο πνευματικές προσωπικότητες της «Εστίας» ασχολήθηκαν με την περίπτωση του Αλ. Κολυβά, πριν και μετά την έξοδό του από τη ζωή. Αμφότεροι επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον τους στις συλλογές που είχε καταρτίσει μας παραδίδουν πολύτιμες πληροφορίες αναδεικνύοντας το μέγεθος της προσφοράς του αλλά και αποδίδοντας τη λατρεία του για την τέχνη. Πρώτη η Καλλιρρόη Παρρέν έσπευδε, τον Φεβρουάριο 1915, πριν ακόμη φύγει από τη ζωή εκείνο το έτος ο Αλ. Κολυβάς, να δημοσιεύσει στην πρώτη σελίδα της «Εστίας» το υπό τον τίτλο «Άγνωστοι θησαυροί» κείμενό της, το οποίο αναδημοσιεύουμε[5].
Κυρίως καταγράφει τη διάσωση των θησαυρών εκ μέρους του συλλέκτη «από τα αρπακτικά όρνεα της Βυζαντινοκαπηλείας». Αναμφισβήτητα ο Αλ. Κολυβάς, χωρίς να διαθέτει άνετους οικονομικούς πόρους, επιδόθηκε σε έναν αγώνα συλλογής έργων ανεκτίμητης αξίας, πολλά από τα οποία θα είχαν ταξιδεύσει στο εξωτερικό. Ήταν η εποχή κατά την οποία το εμπόριο έργων μνημειακού χαρακτήρα άνθιζε τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Με λιτό τρόπο περιγράφει τις συνθήκες που επικρατούσαν η Καλλιρρόη Παρρέν, η οποία προφητικά αναφέρει πως και υποθέτει πως η εν λόγω συλλογή «θα αποτελέση τον πυρήνα ενός μεγάλου Βυζαντινού Μουσείου των Αθηνών».
Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου
Ακολούθησε ένα ιστορικό χρονογράφημα του Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου, το οποίο υπό τον τίτλο «Αι Παναγίαι του φίλου μου» δημοσιεύθηκε στην «Εστία» μετά τον θάνατο του Αλ. Κολυβά και το οποίο επίσης αναδημοσιεύουμε[6]. Ο ακάματος συνεργάτης «Εστίας» είχε επισκεφθεί τον συλλέκτη ενώ ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι. Ενθουσιάστηκε όπως ήταν φυσικό από την πλούσια συλλογή εικόνων που κάλυπταν τους τοίχους του σπιτιού του.
Ιδιαιτέρως δε από τη συλλογή εικόνων της Παναγίας, περισσότερες από πενήντα όπως αναφέρει ήταν αναρτημένες στο δωμάτιό του. Πρόκειται για συνομιλία δύο σοφών ανθρώπων, εκ των οποίων ο ένας φεύγει από τη ζωή και καταθέτει το απόσταγμα της ψυχής και της πίστης του. Έχοντας πάνω από το μαξιλάρι του κρεβατιού του την πίστη και την ελπίδα της ψυχής του. Τις εικόνες με τις οποίες έζησε, λάτρεψε και με αυτές εννοούσε να δει την τελευταία ακτίνα της ζωής του. Ένα ευαίσθητο μνημόσυνο στην ψυχή και την ευαισθησία του φίλου του κατέθεσε ο Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, αποτιμώντας το μεγαλείο της σκέψης του.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία» 5 Φεβρουαρίου 2018.
Συμπληρωμένη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 11 Ιουνίου 2023.



