Το αρχοντικό «Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Χατζημιχάλη» (Πλάκα)

Το μνημειώδες κτίριο και η αγορά του από τον Δήμο Αθηναίων

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Η ιέρεια της ελληνικής παραδόσεως Αγγελική Χατζημιχάλη

Το κτιρίου που στεγάζει το «Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης “Αγγελική Χατζημιχάλη”» του Δήμου Αθηναίων, στην Πλάκα, έχει πλούσια ιστορία και παρέμεινε στο περιθώριο επί πολλά έτη.

Ένα μεγαλοπρεπές αρχοντικό κτίριο, οικοδομημένο σε βυζαντινό ρυθμό. Το κτίριο αυτό κατέστησε πραγματικό θησαυροφυλάκιο του λαϊκού πολιτισμού η γυναίκα η οποία ανέστησε τη λαογραφία στην Ελλάδα για όσο ζούσε, η Αγγελική Χατζημιχάλη (1895-1965). Ανεγέρθηκε μεταξύ των ετών 1924-1929 και παραμένει άγνωστος ο τρόπος με τον οποίο το μνημείο αυτό της νεώτερης ελληνικής αστικής αρχιτεκτονικής περιήλθε στον Δήμο Αθηναίων και μετατράπηκε σε Μουσείο.

Το αρχοντικό της Αγγελικής Χατζημιχάλη όπου στεγάζεται το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης.

Καταγωγή – Λαϊκή τέχνη

Περί της Αγγελικής Χατζημιχάλη και του έργου της υπάρχει ικανοποιητική βιβλιογραφία και άφθονες δημοσιεύσεις, ενώ δεν ισχύει το ίδιο για την οικογένεια που της εμφύσησε την αγάπη για την παράδοση και το ακίνητο που έμεινε πίσω για να θυμίζει το αποδοτικό πέρασμά της από τη ζωή. Πατέρας της Αγγελικής Χατζημιχάλη ήταν ο φιλόλογος και δημοσιογράφος Αλέξιος Κολυβάς (1848-1915)[1].

Σημαντικός άνθρωπος του Τύπου και συλλέκτης μοναδικών θρησκευτικών εικόνων. Εκείνος προφανώς μύησε πρώτος τη θυγατέρα του στα νάματα της ελληνικής παράδοσης. Μητέρα της Αγγελικής ήταν η Σοφία, κόρη του καταγόμενου από τη Χίο συμβολαιογράφου Γρηγορίου Μπουρνιά (1833-1904) που κατοικούσε στην Πλάκα[2].

Και η περίπτωση του Γρ. Μπουρνιά υπήρξε αξιοσημείωτη, διότι επρόκειτο περί πραγματικού φιλαθήναιου άνδρα, με μνημειώδη ενασχόληση περί τα ιστορικά ζητήματα των πρωτεύουσας. Όπως σχολίαζε η «Εστία», όταν έφυγε από τη ζωή (1904) «δεν υπήρχε Μοναστήρι, Μετόχι, εκκλησία, του οποίου να μην εγνώριζε την ιστορίαν, την λεπτομερή ιστορίαν, μετά της ακριβείας συγχρόνου»[3].

Αξιομνημόνευτη είναι ακόμη η επισήμανση την οποία επίσης αλιεύουμε από την «Εστία» και αναφέρει πως «το γέμον παλαιών εικόνων, αρχαίων μεσαιωνικών επιγραφών, τεμαχίων αγγείων, παλαιών εγγράφων, παλαιών εκδόσεων δωμάτιον του Μπουρνιά πολλάκις εχρησίμευεν ως μαντείον προς επίλυσιν σκοτεινών ζητημάτων της τοπικής των Αθηνών ιστορίας»[4]. Το σχόλιο προφανώς οφείλεται στον Δημ. Γρ. Καμπούρογλου που επισκεπτόταν το σπίτι του στην Πλάκα.

Δωμάτιο με αργαλειό. Ελαιογραφία Αγγελικής Χατζημιχάλη.

Στην παραδοσιακή αυτή γειτονιά και σε τέτοιο περιβάλλον γεννήθηκε και μεγάλωσε και η Αγγελική Χατζημιχάλη, από τις σπουδαιότερες λαογράφους της χώρας. Ακούραστη, γυρίζοντας χρόνια ολόκληρα σε όλη την Ελλάδα, από χωριό σε χωριό και από νησί σε νησί, κατόρθωσε να περισώσει τη λαϊκή τέχνη στα πιο γνήσια φανερώματά της. Δηλαδή στην οικογενειακή ζωή, στις παραδόσεις, στα έθιμα και τις δοξασίες, στις ελληνικές φορεσιές.

Επίσης περιέσωσε πλούσια στοιχεία για τον χορό και το τραγούδι, αλλά και την οικιακή προικοσκευή, τη γλώσσα, την ποίηση, την υφαντική, την ξυλοτεχνία και γενικά όλη τη μεγάλη εθνική κληρονομιά. Το δε συγγραφικό της έργο, απαύγασμα αδιάκοπων κόπων και μελέτης, αποτέλεσε πολύτιμο στοιχείο του νεοελληνικού πολιτισμού, με κορυφαίο εκείνο γύρω από τη ζωή και την τέχνη των Σαρακατσάνων, που βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών[5].

Αγγελική Χατζημιχάλη. Σκίτσο Φωκ. Δημητριάδη, τέλη δεκαετίας 1930.

Το οίκημα

Η Αγγελική Χατζημιχάλη πραγματοποίησε δύο γάμους· τον έναν με τον αστικής οικογενείας μηχανικό Μιχάλη Γλυτσό και τον δεύτερο με τον Πλάτωνα Χατζημιχάλη (1884-1964). Με τον τελευταίο έζησε στο ιστορικό σπίτι, όπου συγκέντρωσε ανεκτίμητης αξίας θησαυρούς.

Το τριώροφο αυτό οίκημα σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο (1871-1939) και διακοσμήθηκε εσωτερικά από τον λαϊκό καλλιτέχνη Νικόλαο Θωμόπουλο, ο οποίος φιλοτέχνησε τις ξυλόγλυπτες κατασκευές[6].

Η Αγγελική Χατζημιχάλη με Σκυριανή στολή με τον σύζυγό της Πλάτωνα Χατζημιχάλη. Σκύρος (1923).

Βασική ιδέα του Α. Ζάχου ήταν να κτίσει ένα σπίτι που να διατηρεί όλα τα τυπικά στοιχεία μιας γνήσιας ελληνικής καταγωγής. Γι’ αυτό εξωτερικά προτίμησε την απλή γραμμή ενός κλασικού βορειοελλαδίτικου ρυθμού, με αρκετές όμως βυζαντινές επιδράσεις. Διπλές σειρές παραθύρων και προεξέχοντες μικροί εξώστες, με σαφείς εμπνεύσεις από τα παλιά αρχοντικά της Θράκης και της Μακεδονίας.

Η Αγγελική Χατζημιχάλη με παραδοσιακή ενδυμασία (1938).

 

Το οίκημα αυτό κτίστηκε με αρκετό μεράκι και ευσυνειδησία. Μήνες ολόκληρους σχεδίαζαν στο χαρτί τον ξυλόγλυπτο διάκοσμο ο Α. Ζάχος και η Α. Χατζημιχάλη, η οποία είχε ενεργό ρόλο και άποψη στην ανέγερσή του. Παράλληλα, ο αρχιμάστορας Ν. Θωμόπουλος σκάλισε στο ξύλο τα ομορφότερα μοτίβα των παλιών κεντημάτων που ήταν μαζεμένα με δική της φροντίδα από διάφορες περιοχές της Ελλάδας[7].

Από αυτά προέκυψαν οι ζωγραφιστές φρίζες των επάνω δωματίων, οι ξυλόγλυπτες δαντέλες του εσωτερικού διακόσμου ή τα πολύχρωμα σχέδια των τζαμωτών, που με τόσο μεγάλη δεξιοτεχνία είχε επιμεληθεί η ίδια.

Αυτοπροσωπογραφία της Αγγελικής Χατζημιχάλη.

Άνθρωποι των γραμμάτων

Η ιστορία του σπουδαίου αυτού αρχοντικού δεν περιορίστηκε μόνο στο λαογραφικό, αλλά συνετέλεσε και στο πνευματικό ξεκίνημα της Ελλάδας. Εκεί πήγαινε η Εύα Σικελιανού και έκανε τις πρόβες της για τις «Ωκεανίδες» που θα ανέβαιναν στις δελφικές εορτές[8]. Και ακόμη εκεί, στον μεγάλο προθάλαμο του ισογείου, παίχτηκε για πρώτη φορά ο Καραγκιόζης του Ευγένιου Σπαθάρη.

Το σπίτι της Α. Χατζημιχάλη ήταν γεμάτο από αναμνήσεις διότι σχεδόν πάντα σύχναζαν εκεί γνωστοί και φίλοι. Ανάμεσά τους ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Γεώργιος Ροϊλός, ο Μάρκος Τσιριμώκος και πολλοί άλλοι.

Η αναμφισβήτητη αξία του οικήματος, σε συνδυασμό με τη σπανιότητά του, ώθησε την κόρη από τον πρώτο γάμο της Έρση και τον Δήμο Αθηναίων να κινηθούν μετά τον θάνατο της λαογράφου προς την κατεύθυνση διαφύλαξής του ως στοιχείου της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Αγγελική Χατζημιχάλη. Σκίτσο Φωκ. Δημητριάδη, τέλη δεκαετίας 1930.

 

Αγορά από Δήμο Αθηναίων

Ύστερα από διαβουλεύσεις, συζητήσεις, αλλά και αντεγκλήσεις, αποφασίστηκε -αρχές 1966- η αγορά από τον Δήμο Αθηναίων της οικίας Χατζημιχάλη αντί του ποσού των 4.000.000 δραχμών. Επειδή όμως το ποσό αυτό ήταν υπέρογκο για τα δεδομένα της εποχής και δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί από το ισχνό ταμείο του Δήμου Αθηναίων αποφασίστηκε να χορηγηθεί ένα ποσό 3.000.000 δραχμών, ως χρηματική βοήθεια, από το Ελληνικό Δημόσιο[9].

Το παρασκήνιο που είχε προηγηθεί ήταν πλούσιο. Σε περίοδο κρίσιμης πολιτικής συγκυρίας, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Στέφανος Στεφανόπουλος (Σεπτέμβριος 1965-Δεκέμβριος 1966) κυκλοφόρησε η φήμη πως το κτίριο είχε εγκαταλειφθεί και επέκειτο η κατεδάφισή του. Υπουργός Οικονομικών ήταν ο φιλαθήναιος Γεώργιος Β. Μελάς (1894-1985) και δήμαρχος Αθηναίων ο επίσης φιλαθήναιος Γεώργιος Πλυτάς (1910-1997). Οι δύο άνδρες είχαν έλθει σε συμφωνία που προέβλεπε να διατεθεί το ποσόν που προαναφέρθηκε από το ελληνικό δημόσιο και να διατεθεί 1.000.000 δραχμές από το δημοτικό ταμείο[10].

Παρά ταύτα η φημολογία συνεχίστηκε, γεγονός που ανάγκασε τον υπουργό Γ. Μελά να υπερασπιστεί την επιλογή του δημοσιοποιώντας τη  συμφωνία και δηλώνοντας ότι έτσι αποδιδόταν ο οφειλόμενος σεβασμός και η στοργή «εις εθνικάς παραδόσεις και ιστορικά και καλλιτεχνικά κειμήλια»[11].

Λήψη από το εσωτερικό του Μουσείου.

 

Αποφυγή πλειστηριασμού

Από τα παραπάνω χρήματα ένα μεγάλο ποσό (600.000 δραχμές) κάλυψε υπάρχουσες ανάγκες προκειμένου να αποφευχθεί ο πλειστηριασμός της οικίας για διάφορα χρέη[12]. Ακολούθησαν συζητήσεις για τον τρόπο διοίκησης του συστηθησόμενου μουσείου, αλλά και το ενδιαφέρον της Διευθύνσεως Αναστηλώσεων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας για τη διατήρησή του.

Εξάλλου, συνιδιοκτήτης ήταν και ο γιος της από τον δεύτερο γάμο και εξαίρετος αρχιτέκτονας Νικόλαος Χατζημιχάλης, που είχε και το μεγαλύτερο μερίδιο. Πριν περιέλθει το οικόπεδο στην οικογένεια Χατζημιχάλη ανήκε αρχικά στην οικογένεια Ιωάννου Σιώτου και στη συνέχεια στην οικογένεια Ιωάννη Γουλανδρή και στις τρεις κόρες του: την Ειρήνη, σύζυγο Ι. Σιώτου, τη Μόσχα, σύζυγο Γ. Φαραντάτου, και τη Θεανώ, σύζυγο Καζαντζή. Εν πάση περιπτώσει, το κτίριο αγοράστηκε το 1966 και ήταν πολλές οι διοικητικές περιπέτειες που προέκυψαν στο πέρασμα των ετών. Η Έρση Χατζημιχάλη κατοίκησε σε ένα μικρό τμήμα του κτιρίου έως το 1978[13].

Λήψη από το εσωτερικό του Μουσείου με τους ξύλινους
διάκοσμους και τα εκθέματα.

 

Πως έγινε Μουσείο

Είχε προηγηθεί, το 1974, η συνεργασία του Δήμου Αθηναίων με το υπουργείο Πολιτισμού για την καλύτερη ανάδειξη των εκθεμάτων. Τη συντήρηση του κτιρίου, η οποία διήρκεσε ενάμιση χρόνο, επέβλεψαν η αρχιτέκτονας του Δήμου Αθηναίων Π. Μπασιά και η αρχαιολόγος Νέλλη Κυριαζή, με την αρωγή της δημοτικής συμβούλου Ελένης Δωρή[14].

Δεκάδες ήταν οι δημότες που προσέφεραν εθελοντική εργασία. Αντίθετα από άλλες περιπτώσεις, το αρχοντικό Χατζημιχάλη με τους μοναδικούς θησαυρούς του αντιμετωπίστηκε τουλάχιστον με σεβασμό. Το μουσείο εγκαινιάστηκε τον Δεκέμβριο 1980 από τον δήμαρχο Αθηναίων Δημήτρη Μπέη, ο οποίος το είχε χαρακτηρίσει ίδρυμα πανελλήνιας σημασίας.

Οι επισκέπτες του απολαμβάνουν τις συλλογές ξυλογλυπτικής, μεταλλοτεχνίας, αγγειοπλαστικής, παραδοσιακές φορεσιές, κεντήματα και χαλιά, αλλά και έπιπλα, προσωπικά αντικείμενα, διακρίσεις και άλλα της Αγγελικής Χατζημιχάλη.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία» Παρασκευή 20 Απριλίου 2018.

Συμπληρωμένη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 11 Ιουνίου 2023.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο συλλέκτης Αλέξιος Κολυβάς «συνομιλούσε» με την Παναγία

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α’ (1864-1913)

Μεταβείτε στο άρθρο: Ο συλλέκτης Αλέξιος Κολυβάς «συνομιλούσε» με την Παναγία

ΑΙ ΠΑΝΑΓΙΑΙ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΜΟΥ

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: ΑΙ ΠΑΝΑΓΙΑΙ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΜΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ