Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Μόνος ξεκίνησε από το Βόλο για να περπατήσει στη ζωή και μόνος εγκατέλειψε τα ανθρώπινα στη γειτονιά του Ψυρρή. Η μάννα πέθανε στη γέννα. Πολλοί γράφουν το 1933 εκείνος έλεγε το 1939. Ούτως ή άλλως, ένα χρόνο αργότερα έφυγε και ο πατέρας. Ο μικρός Δημήτρης, ο γιός του Αρμάου, βρέθηκε στο Ορφανοτροφείο. Δεκατριών ετών ακολουθεί ένα θεατρικό μπουλούκι για να βρεθεί στην Αθήνα. Δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί ο μηχανισμός που έβγαζε στις παραστάσεις δρόμου παιδιά από την επαρχία τα οποία διακρίνονταν για τη δύναμή τους.
Το «πρότυπο»
Όπως ήταν ο Δημήτρης Αρμάος που ακολούθησε τα βήματα ενός ακροβάτη και παλαιστή, του γεννημένου το 1901 και καταγόμενου από την Αράχωβα Γιάννη Καρανικόλα. Ενός λαϊκού τύπου που έδινε παραστάσεις στήνοντας το «θέατρον ποικιλιών» του σε λαϊκές συνοικίες.[1] Τις δικές του παραστάσεις παρακολούθησε ο Δημητράκης και άρχισε να κάνει επιδείξεις. Κρεμόταν από δένδρα, σήκωνε βαράκια από τσιμέντο. Το πρότυπο του ακροβάτη και παντοδύναμου παλαιστή ήταν χαρακτηριστικό της ζωής στην ανατολή από τα πανάρχαια χρόνια. Ο Γ. Καρανικόλας με τη σειρά του αφού υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία βρέθηκε άνεργος στην Αθήνα.
Τότε είχε έλθει στην ελληνική πρωτεύουσα ένα «θέαμα» από τη Γαλλία. Μια γυναίκα, μισή άνθρωπος – μισή ουρακοτάγκος! Ένα απάνθρωπο θέαμα, με μία δυστυχή δύσμορφη ύπαρξη. Ο Γ. Καρανικόλας ταίριαξε με την παρέα των τυχοδιωκτών, βρέθηκε στην Γαλλία, απέτυχε και επέστρεψε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Θεσσαλονίκη. Εκεί γνώρισε τον γιό του Παναγή Κουταλιανού, τον Έλληνα, όπως ήταν το όνομά του, οπότε απέκτησε επάγγελμα. Τύπωνε και φυλλάδια όπου έγραφε πως ήταν «ο επιλεγόμενος “Σιδηρούς Άνθρωπος”, παγκοσμίου φήμης πρωταθλητής άρσεως βαρών, αντοχής και δυνάμεως». Το τι έγραφαν εκείνα τα φυλλάδια ούτε η πλέον παραγωγική φαντασία μπορούσε να συλλάβει.
Ο Γ. Καρανικόλας εμφανιζόταν με την υπερφυσική του δύναμη να έχει σταματήσει αεροπλάνα και δύο βενζινόπλοια στον Σηκουάνα παρουσία εκατό χιλιάδων θεατών. Επίσης πως είχε αγωνιστεί με τον Μασίστα στην Ιταλία και σχεδόν με τους ισχυρότερους αθλητές όλου του κόσμου. Έτσι προετοίμαζε το έδαφος, τα προπολεμικά χρόνια που γυρνούσε όλες τις πόλεις της χώρας, αραδιάζοντας και μια σειρά από άθλους που επρόκειτο να πραγματοποιήσει. Στα προγράμματά του ανέφερε ότι θα σήκωνε βάρος πεντακοσίων οκάδων, θα κρέμαγε δέκα έξι άνδρες και θα τους σήκωνε ή ότι με μια γροθιά θα έθραυε μία πέτρα. Δεν απέφευγε να μπλέκει σε καβγάδες και άνοιξε παρτίδες με την Αστυνομία το 1936, όταν πυροβόλησε κάποιον γιατί δεν πλήρωσε εισιτήριο για να παρακολουθήσει το θέαμά του![2]
Αθλητισμός και ατζέντης
Τις παραστάσεις αυτές πρωτοείδε ο νεαρός Δ. Αρμάος όταν ήλθε στην Αθήνα και θαμπώθηκε. Στα μάτια του θα φάνταζε ως κάτι υπερφυσικό και θα επιθυμούσε να κάνει το ίδιο. Μόνον που δεν ήταν βίαιος και για να εξασφαλίζει τα προς το ζην δούλευε στη λαχαναγορά. Εκμεταλλευόμενος την μυϊκή του δύναμη μετέφερε με καρότσι προϊόντα στους μανάβηδες. Τελειώνοντας από την λαχαναγορά άρχισε να γυρνά σε κάποιες πλατείες κάνοντας επιδείξεις. Ακροβατικά και προβολής της μυϊκής του δύναμης.
Σε κάποια τέτοια επίδειξη τον εντόπισε ο Παράσχος Μπόρας, του οποίου το ονοματεπώνυμο ήταν Παράσχος Κοτίδης και θεωρείται ο πατριάρχης της Ελευθέρας Πάλης στην Ελλάδα. Το παρατσούκλι «Μπόρας» απέκτησε διότι οι επιθέσεις του στην διάρκεια των αγώνων ήταν πολλές φορές ξαφνικές και ορμητικές.[3] Ήταν παππούς του Έλληνα πρωταθλητή Ηρακλή Δεσκουλίδη και διατηρούσε γυμναστήριο. Εκεί άρχισε τις προπονήσεις του ο Δ. Αρμάος. Παρά τα προβλήματα επιβίωσης και τη φτώχεια προόδευσε και έφτασε μέχρι το πρωτάθλημα Ελλάδος Μέσων Βαρών.
Περνούσε όμως δύσκολες μέρες. Φτώχεια και πείνα ήταν συνδυασμός που δεν μπορούσε να συμβαδίσει με τον ερασιτεχνικό αθλητισμό, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε ο Μπόρας. Και όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιστάσεις τον εντόπισε ένας ατζέντης που αναζητούσε ταλέντα για υπαίθρια και σκληρά θεάματα. Από εκείνα που έφταναν τον άνθρωπο στα όριά του και διασκέδαζαν το κοινό. Πληρώνοντας τα έξοδα τον πήρε στο Σικάγο με υποσχέσεις για λαμπρή καριέρα.
Η επιστροφή
Οπωσδήποτε το μόνο που είχε να προβάλει ο Δ. Αρμάος ήταν οι μυϊκές του δυνάμεις. Πέρασε πλέον στα «νούμερα δύναμης». Κόβοντας πέταλα, σπάζοντας αλυσίδες, θρυμματίζοντας τράπουλες και τηλεφωνικούς καταλόγους, χτυπώντας καδρόνια στο κεφάλι, σηκώνοντας βαρέλια και τραβώντας φορτηγά με τα δόντια. Αντικείμενο εκμετάλλευσης του ατζέντη ήταν στην πραγματικότητα ο δυνατός Έλληνας, ο οποίος όμως ενθουσιαζόταν από τον τίτλο του τσάμπιον. Θεωρούσε ότι επιστρέφοντας στην Ελλάδα όλα θα ήταν διαφορετικά.
Όπως, όμως, εξομολογήθηκε ο ίδιος εδώ περίμεναν να επιστρέψει ένας παντοδύναμος γίγαντας. Εκείνος όμως ήταν ένας άνδρας μετρίου αναστήματος. Η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη και η ζωή του πλέον μονόδρομος. Το μόνο που γνώριζε να κάνει ήταν παραστάσεις. Ακολούθησε λοιπόν τον δρόμο που είχε γνωρίσει από παιδί, τις παραστάσεις στο δρόμο. Έκανε τα «κόλπα» που είχε μάθει από τον Γ. Καρανικόλα. Λύγιζε σίδερα στο λαιμό σαν γραβάτα, δενόταν με αλυσίδες, έσπαζε πέτρες στο κεφάλι με βαριά, σήκωνε άνδρες καθισμένους σε καρέκλες. Το μόνο που του είχε απομείνει από το ταξίδι του στην Αμερική ήταν πως μετατράπηκε το μικρό του όνομα από Δημήτρης σε Τζίμης ή Τζιμ.
Δύσκολη ζωή
Πλατεία Κοτζιά, πλατεία Κλαυθμώνος, πλατεία Θησείου, περιοδείες στις επαρχίες. Τραβούσε λεωφορεία με το στόμα γύρω από πλατείες, αλλά πάλεψε και με την αρκούδα ενός αθίγγανου στη Σάμο. Στα Καρβουνιάρικα στον Πειραιά κάθισε για να περάσει πάνω από την κοιλιά του η ρόδα ενός φορτηγού. Σε άλλη περίπτωση δέχτηκε να ρίξουν στην κοιλιά του καμάκι με ψαροντούφεκο, ενώ συνήθως μια ξιφολόγχη πετιόταν από ύψος πάνω στην κοιλιά του. Πριν από τις παραστάσεις του άναβε ένα κερί στην εκκλησία, ενώ ποτέ δεν μπλεκόταν σε καβγάδες.
Παρέμεινε ανύπαντρος. Έζησε τα νιάτα του προβάλλοντας την ρώμη του και τα γεράματά του διαχειριζόμενος τη φτώχεια του και πλημμυρισμένους από τίτλους. Παγκόσμιος Πρωταθλητής Μυϊκής Δυνάμεως, Ολυμπιονίκης Ελευθέρας Πάλης, World’s Champions of Wrestling κ.ά. – Βρε αδελφέ λέγαμε μερικά ψεματάκια για να έρχεται ο κόσμος να μας βλέπει. Ποιος θα μπορούσε να ελέγξει ποιο παγκόσμιο ρεκόρ κατείχαμε! Κι έπειτα πως μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι τα μετάλλια που κρέμονταν στην φανέλα μας ήσαν ψεύτικα, εξομολογήθηκε το 1977 ο «δάσκαλός» του Γ. Καρανικόλας που ζούσε ακόμη.[4]
Διάδοχοι και τέλος
Ένα ατύχημα ήρθε να προστεθεί στη δύσκολη ζωή του Δ. Αρμάου. Τον κτύπησε ένα φορτηγό προκαλώντας του ανεπανόρθωτες βλάβες στη σπονδυλική του στήλη. Ακόμη περισσότερο δεν μπορούσε πλέον να δίνει παραστάσεις. Κατέφυγε σε ένα υγρό υπόγειο που του παραχωρήθηκε στην αγαπημένη του γειτονιά, στου Ψυρρή. Τον Τζίμη Αρμάο είχαν ως πρότυπο οι επόμενοι «πρωτοπαλαιστές» όπως ο Γιώργος Τρομάρας. Αλλά και επιτυχημένοι body builders, όπως ήταν πλέον η εξευγενισμένη μορφή άσκησης όσων επιθυμούσαν να ασχοληθούν, ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά, με τη μυϊκή τους δύναμη.
Μια αέναη αλυσίδα της οποίας οι κρίκοι συνεχίσθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Μέχρι που έφθασε ο Αύγουστος 1999. Πάντα εκεί στου Ψυρρή. Ο Δ. Αρμάος έφυγε καθισμένος σε μια καρέκλα μιας γκαρσονιέρας που του παραχώρησαν επαγγελματίες της γειτονιάς για να τελειώσει τη ζωή του. Ο μουσικοσυνθέτης Βαγγέλης Παπαθανασίου ήταν εκείνος που άνοιξε την ψυχή και το πορτοφόλι του για να κηδευτεί με αξιοπρέπεια.
Πρώτη δημοσίευση:
Εφημερίδα «Εστία», Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020.
Εφημερίδα «Δημοκρατία», Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020.





