Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Η Ισαβέλλα Σκουζέ υπήρξε από τις πλέον χαρισματικές και ουσιαστικά σπουδαίες φυσιογνωμίες των νεότερων Αθηνών. Γεννημένη σε αριστοκρατικό οίκο, επέλεξε την οδό της ουσίας και της προσφοράς, της σιωπηλής αρετής και της ανιδιοτελούς δράσεως. Γεννήθηκε στη Μασσαλία (11 Οκτωβρίου 1852) και ήταν θυγατέρα του εμπόρου, τραπεζίτη και ευεργέτη Θεοδώρου Ροδοκανάκη (1818–1893) και της Κλεοπάτρας Ζιζίνια–Ροδοκανάκη (1825–1891), μέλη αμφότεροι σημαντικότατων ομογενειακών οικογενειών με ρίζες από τη Χίο και τη Σμύρνη[1].
Εξαιρετικά μορφωμένη και με γαλλική καλλιέργεια, η Ισαβέλλα μεγαλώνει σε περιβάλλον με υψηλές προσδοκίες και πνευματικό πλούτο. Ο γάμος της με τον κτηματία, πολιτικό και διπλωμάτη Αλέξανδρο Σκουζέ (1850–1937) την εντάσσει πλήρως στην ελίτ της αθηναϊκής κοινωνίας. Η οικογένεια Σκουζέ ήταν ήδη γνωστή για την παράδοση ευεργεσιών και την οικονομική της δύναμη, απόρροια των τραπεζικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πατέρα του Αλέξανδρου, Γεωργίου Σκουζέ (1811–1884).
Το Μέγαρο
Η Ισαβέλλα δεν περιορίστηκε στον ρόλο της συζύγου πολιτικού ανδρός. Από νεαρή ηλικία ανέπτυξε έντονη κοινωνική και φιλανθρωπική δράση, με αποκορύφωμα τη δεκαετία 1900–1910, όταν καθίσταται μία από τις πλέον δραστήριες γυναίκες στον χώρο της κοινωφελούς προσφοράς[2]. Το μεγαλοπρεπές τους σπίτι στην οδό Ρηγίλλης, το γνωστό Μέγαρο Σκουζέ, γίνεται ταυτόχρονα φιλανθρωπικό κέντρο, πολιτικό σαλόνι και κοινωνική σκηνή, ανοικτή στις ανάγκες της πόλης.
Η ομορφιά της αναφέρεται συχνά από τον Τύπο της εποχής, αλλά εκείνη φρόντιζε πάντοτε να τη συνοδεύει με σοβαρότητα, ήθος και ευθυκρισία. Ως οικοδέσποινα του Μεγάρου, ήταν γνωστή για την ευγένεια και τη λεπτότητά της. Ο Δημήτριος Σκουζές περιγράφει με θαυμασμό τη λεπτομέρεια με την οποία η Ισαβέλλα φρόντιζε τη ζωή του σπιτιού, από τη διακόσμηση μέχρι τις χοροεσπερίδες, από τα κοτιγιόν ως τις δεξιώσεις με εστεμμένους[3].
Πρωτοπόρος προσφοράς
Το 1897, στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, η Ισαβέλλα προχώρησε σε μια εντυπωσιακή πρωτοβουλία. Μετέτρεψε επτά αίθουσες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου σε πρόχειρο νοσοκομείο για τους τραυματίες, με 150 κρεβάτια! Το ονόμασε συμβολικά «Μασσαλία», τιμώντας τη γενέτειρά της και ενεργοποιώντας τους ομογενείς της Γαλλικής πόλης για οικονομική ενίσχυση. Συγκέντρωσε πάνω από 300.000 δραχμές, ποσό τεράστιο για την εποχή[4].
Με τη βοήθεια της κόρης της Ελένης και πλήθους νέων κυριών της αθηναϊκής κοινωνίας, παρείχε φροντίδα στους τραυματίες με αυταπάρνηση και οργάνωση αξιοζήλευτη. Οι εφημερίδες της εποχής την εξυμνούσαν. Όμως εκείνη, μακριά από τη ματαιοδοξία της προβολής, επέμεινε να εργάζεται αθόρυβα, συστηματικά, μέχρι την αποκατάσταση και του τελευταίου στρατιώτη.

Γυναίκες της οικογένειας Σκουζέ, αδελφές-νοσοκόμες στον πόλεμο του 1897. Στην πρώτη σειρά καθιστή στο κέντρο η Ισαβέλλα Σκουζέ. Φωτογραφικό Αρχείο Σκουζέ «Σύλλογος των Αθηναίων».
Το όραμά της για κοινωνική συνεισφορά δεν περιορίστηκε εκεί. Υποστήριξε δυναμικά σχεδόν όλα τα Ιδρύματα των Αθηνών, ενώ υπήρξε αντιπρόεδρος της Ελληνικής Σηροτροφικής Εταιρείας[5]. Έτσι συνέβαλε στην ανάπτυξη της μετάξης στην Ελλάδα, δηλαδή σε έναν κλάδο με ισχυρές προοπτικές για τις αγροτικές οικογένειες. Οπότε συνδύασε την αριστοκρατική καταγωγή της με την αγάπη για τον παραγωγικό μόχθο και την οικονομική ανεξαρτησία της χώρας.
Οικογένεια και θυσίες
Ο γάμος της με τον Αλέξανδρο Σκουζέ (1850–1937), έφερε την Ισαβέλλα στο κέντρο της ελληνικής πολιτικής ζωής. Ο Σκουζές, με μακρά θητεία ως Υπουργός Εξωτερικών, ανήκε στους σημαντικότερους πολιτικούς της εποχής του. Μαζί απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Την Μαρία – Κλεοπάτρα Σκουζέ (1880–1974), που παντρεύτηκε τον Ιταλό ευγενή και διπλωμάτη Guido Paolo Mario Gasparo Cenci, Κόντε του Bolognetti και Πρίγκιπα του Vicovaro (1881–1965). Την Ελένη Σκουζέ, σύζυγο Ιωάννη Μπούμπουλη (†1937), την Αλεξάνδρα Σκουζέ, σύζυγο του Κωνσταντίνου Μάτσα (1857–1915) και τον Γεώργιο (Λώλο) Σκουζέ (1891–1973), ο οποίος ανέλαβε τον ιστορικό ρόλο της συνέχειας της οικογένειας[6].
Η Ισαβέλλα, στυλοβάτης της οικογενειακής θαλπωρής, λειτούργησε και ως δύναμη σωτηρίας της δυναστείας Σκουζέ. Όταν, οι τραπεζικές και επενδυτικές δραστηριότητες της οικογένειας κατέρρευσαν, εκείνη δεν δίστασε να διαθέσει την προσωπική της τεράστια περιουσία προκειμένου να διασωθούν τα θεμέλια του οικογενειακού ονόματος. Υπήρξε απόλυτα προσηλωμένη στην ηθική και οικονομική ευθύνη και ανέλαβε βάρη που θα συνέτριβαν πολλούς. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Δημήτριος Σκουζές τη χαρακτηρίζει «στυλοβάτη» και όχι απλώς προστάτιδα[7].
Οδός Ρηγίλλης
Η Ισαβέλλα Σκουζέ έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 1942, σε ηλικία 89 ετών. Ο θάνατός της σημειώθηκε σε μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης Ελλάδας, κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Όσοι γνώριζαν τη δράση της ή είχαν ευεργετηθεί από την παρουσία της, μιλούσαν για μια γυναίκα-σύμβολο ήθους και σεμνότητας.
Ο Τύπος της εποχής αποχαιρέτησε με συγκίνηση την ευγενή μορφή της αθηναϊκής κοινωνίας. Η εφημερίδα «Η Καθημερινή», την 1η Αυγούστου 1942, την ανέφερε ως μια «πραγματική Αθηναία αρχόντισσα» που τίμησε την πόλη με το ήθος και την εθνική της ευαισθησία[8]. Ήταν η στιγμή που έσβηνε αθόρυβα μια γενιά ευεργετών, ευγενών και κυριών που δεν επιζήτησαν φήμη αλλά άφησαν πίσω τους κοινωνικό έργο με διάρκεια.
Το Μέγαρο της οικογένειας στην οδό Ρηγίλλης που προαναφέραμε, υπήρξε σύμβολο της κοινωνικής και πολιτικής ακτινοβολίας τους. Κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του ’50, αφού είχε λειτουργήσει επί πολλά χρόνια ως εστία υψηλών πολιτικών και φιλανθρωπικών εκδηλώσεων. Το κτίριο εκείνο, με τα πορσελάνινα πατώματα, τις χρυσοποίκιλτες αίθουσες και τη μεγάλη σάλα χορού, φιλοξένησε βασιλείς και διπλωμάτες, αλλά ταυτόχρονα υπήρξε σκηνή ανθρωπιστικής προσφοράς από την Ισαβέλλα Σκουζέ.
Βαθύ αποτύπωμα
Η Ισαβέλλα Σκουζέ ανήκε στην σπάνια κατηγορία ανθρώπων, των οποίων η παρουσία τους δεν κάνει θόρυβο, αλλά αφήνει αποτύπωμα βαθύ, σχεδόν ανεξίτηλο. Το μεγαλείο της δεν μετρήθηκε ποτέ σε δημόσιες τιμές ή σε αξιώματα, αλλά σε πράξεις ανωνύμου προσφοράς, σε εσωτερική ευγένεια, σε ευθύνη χωρίς ανταλλάγματα. Ήταν υπόδειγμα αφανούς ηρωίδας, που δεν έψαξε ποτέ το φως της δημοσιότητας, αλλά μόνο το φως της ευθύνης και της αξιοπρέπειας.
Η ζωή της ήταν ένας ύμνος στην αφοσίωση: προς την πατρίδα, προς την οικογένεια, προς την κοινωνία. Υπήρξε υποδειγματική σύζυγος, συνοδοιπόρος ενός δημόσιου άνδρα, χωρίς ποτέ να διεκδικήσει τίποτε για τον εαυτό της. Ως μητέρα, μετέδωσε στα παιδιά της τις αρχές της πειθαρχίας, της καλλιέργειας και της τιμής. Ως φιλάνθρωπος, επέλεξε να στηρίζει δίχως να φαίνεται, να διοικεί χωρίς έπαρση, να συγκινεί χωρίς θόρυβο.
Ηθικό βάρος
Ο χαρακτήρας της διακρινόταν από αξιοπρέπεια, σύνεση, καθαρότητα προθέσεων και υψηλή αισθητική. Ο βίος της διεκπεραιώθηκε χωρίς σκάνδαλα, χωρίς ίχνος επιτηδεύσεως, σε εποχές κατά τις οποίες το κοσμικό προσωπείο μπορούσε εύκολα να παρασύρει. Δεν ήταν μόνο φιλεύσπλαχνη, ήταν διορατική. Είχε την ικανότητα να διαχειρίζεται μεγάλες υποθέσεις (οικονομικές, κοινωνικές, εθνικές) με σπάνια ψυχραιμία και στρατηγική σκέψη.
Αυτό το χάρισμα, πιο σπάνιο ίσως και από τη φιλανθρωπία, ήταν που την έκανε πυλώνα του οίκου Σκουζέ στις δύσκολες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η προσφορά της είχε πρακτικά αποτελέσματα και ιδιαίτερο ηθικό βάρος. Όταν η Αθήνα μεταβαλλόταν αναζητώντας διαρκώς την ταυτότητά της, η μορφή της Ισαβέλλας συμβόλιζε την Ελλάδα της ευγένειας, της αυτοπειθαρχίας και της λεπτότητας. Ήταν, με έναν βαθύτερο όρο αρχόντισσα που επηρέαζε την κοινωνία και την πνευματική ζωή.
Υστεροφημία
Το όνομά της δεν απασχόλησε τους μεταγενέστερους όσο της άξιζε. Όμως, οι άνθρωποι που ευεργετήθηκαν από την παρουσία της, είτε στρατιώτες στο πρόχειρο νοσοκομείο της, είτε φτωχές οικογένειες που στήριξε, είτε φίλοι και συγγενείς που έσωσε με την περιουσία της, την θεωρούσαν και την χαρακτήριζαν «μητέρα της πόλεως»[9].
Η Ισαβέλλα Ροδοκανάκη Σκουζέ έζησε δυναμικά, χωρίς επίδειξη, πλούσια σε πνεύμα και φειδωλή σε αυτοπροβολή. Έφυγε, όπως έζησε, σιωπηλά, αφήνοντας πίσω της ένα παράδειγμα ζωής που ακτινοβολεί ακόμα. Ίσως ο μεγαλύτερος έπαινος για τη ζωή της να είναι το γεγονός ότι ουδέποτε χρειάστηκε να διεκδικήσει τη θέση της στην Ιστορία διότι την είχε κατακτήσει με την αξιοπρέπειά της.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία», 9 Ιουλίου 2025.
Εφημερίδα «Δημοκρατία», 15 Ιουλίου 2025.





