Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που διασκέδαζε ο κόσμος τις αποκριάτικες ημέρες στα τέλη του 19ου αιώνα. Σε μια εποχή που η οικονομική κατάσταση του πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα αρνητική και η Αθήνα κατακλυζόταν από εκατοντάδες επαρχιώτες, οι οποίοι εγκατέλειπαν τις εστίες τους για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη στην πρωτεύουσα. Εκείνη την εποχή τις ημέρες της Aποκριάς οι κάτοικοι ζούσαν σε ρυθμούς ξέφρενου πανηγυριού. Το κλίμα δημιουργούσαν κυρίως οι εφημερίδες, με τα κεφάτα χρονογραφήματά τους, τη συμμετοχή στις πάσης φύσεως εκδηλώσεις, τη δημοσίευση χαριτωμένων γελοιογραφιών, σκωμμάτων κ.ά.
Τα δημοσιεύματα ήταν ευρηματικά και ο έντονος ο συναγωνισμός. Στην χρονιά που αναφερόμαστε, το 1899, π.χ. η εφημερίδα «Εστία» φρόντιζε να δημοσιεύσει το περίφημο τραγούδι που θέλει, σώνει και καλά, να παντρέψει την Χαραλάμπη[1]! Ήταν μια έκπληξη που έκανε αίσθηση. Επιτυχημένη επιλογή αν λάβουμε υπόψη μας ότι το χαριτωμένο αυτό αποκριάτικο τραγούδι βρισκόταν στα χείλη μικρών και μεγάλων, των μπεκρήδων στις ταβέρνες και των κυράδων στις αυλές που έπλεναν τα ρούχα τους στη σκάφη.
Το γεγονός ότι μια καθημερινή εφημερίδα επέλεγε την Καθαρά Δευτέρα εκείνης της χρονιάς να παρουσιάσει σε όλη την πρώτη σελίδα της μία παρτιτούρα με τα λόγια και τις νότες του δημοφιλούς τραγουδιού, την έκανε ανάρπαστη από τα περίπτερα. Τότε δεν υπήρχαν ραδιόφωνα ή τηλεοράσεις και ο μόνος τρόπος διασκέδασης στα σπίτια που είχαν την οικονομική δυνατότητα ήταν το κλειδοκύμβαλο (πιάνο). Αλλά για το τελευταίο χρειάζονταν παρτιτούρες, είδος το οποίο δεν ήταν προσβάσιμο σε όλους με φτηνή τιμή.
Οπότε η δημοσίευση ενός τραγουδιού, συνήθεια που είχαν καθιερώσει εφημερίδες και περιοδικά περίπου μία 15ετία νωρίτερα, καθιστούσε και τα έντυπα δημοφιλή. Βρισκόμαστε στην εποχή που διαμορφώνεται ο νεοκλασικός χαρακτήρας της πόλης και ολοκληρώνονται οι διεργασίες για την επικράτηση νέα εμπορευματικής νοοτροπίας και νέας αστικής ηθικής. Στοιχεία τα οποία χρεώνονταν οι πλούσιοι ομογενείς που είχαν εγκατασταθεί στο πιο ακμαίο κομμάτι των Αθηνών, γύρω από τα Ανάκτορα.
Εν πάση περιπτώσει την παρτιτούρα που δημοσίευσε η «Εστία» με τον Χαραλάμπη είχε φιλοτεχνήσει ο Διονύσιος Λαυράγκας [2]. Δεν παραλείφθηκαν οι πολύτιμες αναφορές για την καταγωγή του τραγουδιού που αποτελούν εξάλλου και τη μόνη πηγή πληροφοριών. Αναφέρει λοιπόν εκείνη η έκδοση, πως πατρίδα του τραγουδιού ήταν η Σμύρνη και δημιουργός του ένας μουσοτραφής κουρέας που είχε γράψει ολόκληρο κωμειδύλλιο. «Έλα μωρέ Χαραλάμπη / να σε παντρέψουμε / Να φάμε και να πιούμε / Και να χορέψουμε»!
Όπως είναι ευνόητο, όλοι εκείνη την Αποκριά εκθείαζαν τον Χαραλάμπη που ήθελαν να τον παντρέψουν με το ζόρι. Το τραγουδούσαν τα ανθρώπινα κύματα που πλημμύριζαν τους δρόμους, αλλά και οι τρεις κήρυκες, οι οποίοι ανεβασμένοι σε γαϊδουράκια και με σαλπίσματα ανήγγελλαν τον ερχομό του Καρνάβαλου. Καλούσαν τον κόσμο να κλείσει τα σπίτια του και να τρέξουν να υποδεχτούν τον Καρνάβαλο. Ύστερα έριχναν και έναν Χαραλάμπη! Διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι υπολογιζόταν βγήκαν στους δρόμους το 1899 καταλαμβάνοντας πεζοδρόμια, πλατείες, παράθυρα, εξώστες, βιτρίνες καταστημάτων[3].
Από τα παράθυρα του υπουργείου Οικονομικών παρακολουθούσε την παρέλαση η βασιλική οικογένεια. Η πομπή εισερχόταν στην οδό Σταδίου από την πλατεία Ομονοίας. Παιδιά διαφόρων ηλικιών ντυμένοι παλιάτσοι, σφυρίχτρες, εκκωφαντικοί θόρυβοι, η Μουσική Εταιρεία, ενώ στην τεράστια εξέδρα της οδού Κοραή εκατοντάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον. Είκοσι ποδηλατιστές ήταν επικεφαλής της πομπής φορώντας στολές Γάλλων ιππέων, ακολουθούσαν μεταμφιεσμένα τα άπορα παιδιά του Παρνασσού, εννέα ιππείς προπομποί και πίσω τους ο Καρνάβαλος, ένα διώροφο άρμα, και σε υψηλότερο επίπεδο ο «Βασιλεύς». Εκπρόσωπος του Κομιτάτου χαιρετούσε τον Καρνάβαλο, ο οποίος ανταποκρινόταν με στίχους του Πολύβιου Δημητρακόπουλου. Ακολουθούν μουσικοί όμιλοι και «λαϊκά θεάματα».
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία», Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016.
Συμπληρωμένες δημοσιεύσεις:
Εφημερίδα «Δημοκρατία», Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019
Εφημερίδα «Δημοκρατία», Κυριακή 3 Μαρτίου 2024



