«Αδέκαροι αλλά ερωτευμένοι»: Ο έρωτας στην Αθήνα του ’50

Xωρίς… ημερολόγιο και προκλητικά καταναλωτικά πανηγύρια

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ο έρωτας δεν χρειάζεται ημερολόγιο! Κάθε χρόνο, στις 14 Φεβρουαρίου, οι βιτρίνες γεμίζουν με κόκκινες καρδιές, αρκουδάκια, σοκολατάκια και κάθε λογής ρομαντικά «αξεσουάρ», λες και ο έρωτας έχει ανάγκη από προσχεδιασμένες χειρονομίες για να υπάρξει. Τα εστιατόρια ασφυκτιούν από κρατήσεις, τα ανθοπωλεία γνωρίζουν στιγμές δόξας και οι διαφημίσεις μάς υπενθυμίζουν ότι, αν δεν έχουμε προμηθευτεί ένα δώρο για το έτερον ήμισυ, διαπράττουμε κάποιο συναισθηματικό ατόπημα.

Μα είναι ο έρωτας γιορτή του ημερολογίου; Χρειάζεται άραγε μια προκαθορισμένη ημερομηνία για να εκφραστεί, να ανθίσει, να δηλώσει την παρουσία του; Ή μήπως είναι κάτι που πρέπει να ζει στις μικρές, καθημερινές στιγμές, στις σιωπές που γεμίζουν με βλέμματα, στα απρόβλεπτα χαμόγελα και στις αυθόρμητες πράξεις αγάπης που δεν περιμένουν την έγκριση κανενός ετήσιου εθίμου; Μία κατά κάποιον τρόπο απάντηση μας δίνει η χαριτωμένη ελληνική ταινία «Αδέκαροι Ερωτευμένοι» (1958).

 

Οι πρωταγωνιστές Nίκος Ρίζος, Γιάννης Γκιωνάκης, Κούλης Στόλιγκας

Δύο καρδιές

Διότι ο έρωτας δεν είναι ούτε καταναλωτικό προϊόν, ούτε θεατρική παράσταση που απαιτεί εισιτήριο. Δεν κοστίζει όσο ένα κουτί σοκολατάκια, ούτε χρειάζεται γυαλιστερές συσκευασίες για να αποκτήσει αξία. Γιορτάζει καθημερινά, χωρίς φανταχτερές προσκλήσεις, χωρίς κοινωνικές επιταγές, χωρίς την πίεση να φανεί μέσα από την τιμή ενός δώρου. Ας αφήσουμε, λοιπόν, στην άκρη τις επιβεβλημένες «υποχρεώσεις».

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στην ουσία του έρωτα: στο απρόβλεπτο, στο ανεπιτήδευτο, στο γνήσιο. Γιατί εκεί βρίσκεται η αληθινή του μαγεία. Αυτή τη μαγεία καταγράφει, ίσως με τον πιο όμορφο τρόπο, η ταινία «Αδέκαροι Ερωτευμένοι», όπου το συναίσθημα θριαμβεύει πάνω από τις κοινωνικές συμβάσεις και τις υλικές προϋποθέσεις. Σε μια Αθήνα που ζει με απλότητα, ο έρωτας δεν χρειάζεται πολυτέλειες – μόνο δύο καρδιές που ξέρουν να χτυπούν στον ίδιο ρυθμό.

 

Οι συντελεστές

Η ασπρόμαυρη ελληνική κωμωδία «Αδέκαροι Ερωτευμένοι» προβλήθηκε το 1958, σε σκηνοθεσία του Τζανή Αλιφέρη (1917-2013) που ήταν και ο ιδιοκτήτης της παραγωγού εταιρείας (Τζαλ Φιλμς)[1]. Το σενάριο, εξαιρετικά απλό και σύνηθες, είναι του Ναπολέοντα Ελευθερίου και πρωταγωνιστούν οι Κούλης Στολίγκας, Νίκος Ρίζος, Γιάννης Γκιωνάκης, Σπεράντζα Βρανά και Μάρθα Καραγιάννη. Είναι ακόμη η εποχή που δεν κυριαρχεί ο αδύνατος σωματότυπος της γυναίκας και η υπόθεση εξελίσσεται στην καρδιά των Αθηνών.

Τρεις άνδρες με διαφορετικά επαγγέλματα αντιμετωπίζουν την ανεργία και τις οικονομικές δυσκολίες. Είναι ο Μισέλ (Κούλης Στολίγκας), ένας θυρωρός που χάνει τη δουλειά του, ο Γρηγόρης (Γιάννης Γκιωνάκης), ένας ανθοπώλης που βλέπει το κατάστημά του να κλείνει και ο Αριστοτέλης (Νίκος Ρίζος), ένας ταξιτζής που μένει χωρίς όχημα και πελάτες. Οι τρεις τους συναντώνται τυχαία σε ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας, όπου αναπτύσσουν μια βαθιά φιλία, ενωμένοι από τις κοινές τους δυσκολίες. Καθώς περιπλανώνται στους δρόμους των Αθηνών (Σταθμό Θησείου), ανακαλύπτουν μία επιστολή που απευθύνεται σε έναν Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία, τον Τόμας Χατζηκούμαρ (Ράλλης Αγγελίδης), ο οποίος πρόκειται να επισκεφθεί την Ελλάδα για να συναντήσει τον ανιψιό του, Μικέ, τον οποίο δεν έχει δει από παιδί.

 

Σπεράντζα Βρανά.

Νοσταλγική ματιά

Βλέποντας μια ευκαιρία να βελτιώσουν τη ζωή τους, οι τρεις φίλοι αποφασίζουν να παρουσιάσουν τον Γρηγόρη ως τον χαμένο ανιψιό. Καθώς προετοιμάζονται για την άφιξη του Χατζηκούμαρ, βάζουν στο «παιχνίδι» δύο γυναίκες που θα αλλάξουν τη ζωή τους. Την πληθωρική Λουλού (Σπεράντζα Βρανά), μια γοητευτική τραγουδίστρια με όνειρα για μια καλύτερη ζωή και τη Μαίρη (Μάρθα Καραγιάννη), νεαρή και δυναμική γυναίκα που αναζητά την αληθινή αγάπη. Καθώς οι σχέσεις τους εξελίσσονται, οι ήρωες αντιμετωπίζουν κωμικές καταστάσεις και παρεξηγήσεις, ενώ η Αθήνα της δεκαετίας του ’50 λειτουργεί ως μαγευτικό σκηνικό για τις περιπέτειές τους.

Η ταινία προσφέρει μια νοσταλγική ματιά στην πόλη, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικά τοπία και γειτονιές, αποτυπώνοντας την ατμόσφαιρα της εποχής. Θαυμάσιες βόλτες κάτω από την Ακρόπολη, πλάνα κοντινά και χρήσιμα στον σύγχρονο ερευνητή του Ηρωδείου, της περιοχής των ανασκαφών και της Στοάς του Αττάλου, πανοραμικές λήψεις αλλά και βόλτες στο Καβούρι για μπάνιο. Μέσα από τις δοκιμασίες και τις κωμικές ανατροπές, οι χαρακτήρες ανακαλύπτουν την αξία της φιλίας, της αγάπης και της ειλικρίνειας, συνειδητοποιώντας ότι ο πραγματικός πλούτος δεν μετριέται σε χρήματα, αλλά στις σχέσεις και τις εμπειρίες που μοιράζονται.

 

Τέλη δεκαετίας ‘50

Ποια είναι η Αθήνα που μας παρουσιάζει το έργο; Είναι η εποχή που στην πλατεία Κλαυθμώνος υπήρχαν ακόμη τα περίφημα «Λουλουδάδικα»[2]. Στο Μεταξουργείο δεν είχαν ακόμη διανοιχθεί οι οδικοί κόμβοι που αλλοίωσαν την παραδοσιακή του μορφή, διασώζονται όμως εικόνες κτιρίων που σώζονται, όπως αυτά στη συμβολή των οδών Αχιλλέως και Μυλλέρου, ή αυλές κάτω από την Ακρόπολη. Τα «Λαϊκά Υπνωτήρια», σκηνοθετική δημιουργία και όχι τα πραγματικά που ήταν στον Προφήτη Δανιήλ.

Εικόνες που σώζονται ακόμη στα τέλη της δεκαετίας ’50, όταν η πόλη βρισκόταν σε περίοδο έντονων κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών. Διατηρούσε ακόμη έντονα τη γοητεία του παρελθόντος, με νεοκλασικά κτίρια να στέκουν δίπλα στις πρώτες πολυκατοικίες, ενώ ταυτόχρονα αναπτυσσόταν με γοργούς ρυθμούς. Αυτό είναι το περιβάλλον στο οποίο εκτυλίσσεται η ταινία «Αδέκαροι Ερωτευμένοι», η οποία αναμφίβολα λειτουργεί και ως ένα νοσταλγικό κινηματογραφικό ντοκουμέντο της εποχής.

Μάρθα Καραγιάννη.

Γειτονιές και καθημερινότητα

Οι σκηνές της ταινίας μας μεταφέρουν σε μια Αθήνα, όπου το κέντρο της πόλεως είναι γεμάτο ζωή. Η Ομόνοια αποτελεί το απόλυτο σημείο συναντήσεως, με τον εμβληματικό κυκλικό της κόμβο και τα νεόκτιστα μοντέρνα κτίρια που αρχίζουν να αντικαθιστούν τα χαμηλά σπίτια. Η Πανεπιστημίου και η Σταδίου είναι γεμάτες από περαστικούς, ταξί και τραμ, ενώ η Πλάκα διατηρεί ακόμα τον παλιό της χαρακτήρα, με τα μικρά καφενεία και τις ταβέρνες που φιλοξενούν μουσικούς και ρεμπέτες.

Η ταινία αποτυπώνει μια πόλη όπου οι άνθρωποι ακόμα ζουν με απλά μέσα. Οι μικροεπαγγελματίες, όπως ο ανθοπώλης, ο ταξιτζής και ο θυρωρός της ιστορίας, παλεύουν να επιβιώσουν σε μια οικονομία που βρίσκεται σε μετάβαση. Η ανεργία είναι υπαρκτό πρόβλημα, αλλά η αισιοδοξία και το χιούμορ δεν λείπουν από την καθημερινότητα. Η ζωή κυλά με τους χώρους της πόλεως, ακόμη και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, όπως του Θησείου, με την πανέμορφη μεταλλική γέφυρα, να αποτελούν φιλικά στο κοινό τοπόσημα.

 

Ρομαντική Αθήνα

Η Αθήνα του 1958 είναι μια πόλη όπου το φλερτ γίνεται στις βόλτες στην Ακρόπολη, στα θερινά σινεμά και στις πλατείες. Η νεολαία διασκεδάζει σε κέντρα διασκέδασης και ζαχαροπλαστεία, ενώ τα κορίτσια με τις φουσκωτές φούστες και τα αγόρια με τα κοστούμια ανταλλάσσουν ματιές και υποσχέσεις κάτω από τα φώτα της. Η ταινία, η οποία δεν χαρακτηρίζεται για την υψηλή ποιότητά της, καταφέρνει να συλλάβει αυτό το ρομαντικό κλίμα, κάνοντας την Αθήνα να μοιάζει με σκηνικό μιας διαχρονικής ερωτικής ιστορίας. Παρά όμως την νοσταλγική της εικόνα, η Αθήνα αλλάζει.

Τα παλιά σπίτια δίνουν την θέση τους στις πρώτες πολυκατοικίες, οι μεγάλες λεωφόροι γεμίζουν με περισσότερα αυτοκίνητα και η αίσθηση της ανάπτυξης είναι παντού εμφανής. Ωστόσο, μέσα σε αυτές τις αλλαγές, η ταινία «Αδέκαροι Ερωτευμένοι» κρατά ζωντανό το πνεύμα μιας Αθήνας που ισορροπεί ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, γεμάτη όνειρα, αγάπη και αστείρευτο χιούμορ. Η ταινία «Αδέκαροι Ερωτευμένοι» αποτελεί ένα κλασικό δείγμα του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής, συνδυάζοντας το χιούμορ με ρομαντικά στοιχεία, ενώ παράλληλα προσφέρει μια αυθεντική απεικόνιση της αθηναϊκής ζωής των τελών της δεκαετίας του ’50.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Άννα Ροδίτη». Η πρώτη μεταπολεμική (1947-48) αισθηματική και αντιστασιακή ταινία

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Μεταβείτε στο άρθρο: «Άννα Ροδίτη». Η πρώτη μεταπολεμική (1947-48) αισθηματική και αντιστασιακή ταινία

Η «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι (1962)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Η «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι (1962)

Η αλήθεια για το τραγούδι «Αχ βρε παλιομισοφόρια»

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μεταβείτε στο άρθρο: Η αλήθεια για το τραγούδι «Αχ βρε παλιομισοφόρια»