Στα θερινά τα σινεμά, μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά…!

Ο πρώτος θερινός κινηματογράφος λειτούργησε στην πλατεία Συντάγματος!

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδά

 

«Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι / μες τα θερινά τα σινεμά / νύχτες που περνούν / που δεν θα ξαναρθούν / μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά», έγραφε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και τραγουδούσε η Βίκυ Μοσχολιού στα τέλη της δεκαετίας 1970. Ο τραγουδοποιός αποτύπωνε, με τον πλέον λιτό και εύστοχο τρόπο, την κατιούσα που παρουσίαζε μεταπολιτευτικά το φαινόμενο «θερινοί κινηματογράφοι». Από τους 225 που υπήρχαν στην Αθήνα την δεκαετία 1950, είκοσι χρόνια αργότερα είχαν απομείνει μόνον 120.[1] Και τα χρόνια που ακολούθησαν ο αριθμός τους έφθινε δραματικά.

Οι παρέες της γειτονιάς, το χαλίκι, οι πιτσιρικάδες κρεμασμένοι στις μάνδρες, όπως και τα αναρριχώμενα, η γκαζόζα, οι λουκουμάδες, τα φιλμ – νουάρ, τα γουέστερν ή οι πρώτες υπερπαραγωγές δεν ενθουσίαζαν πλέον το κοινό. Η ρομαντική βραδινή βόλτα, οι ασπρισμένοι τοίχοι, το γαρμπίλι από κάτω και ένα κομμάτι ουρανού από πάνω δεν ικανοποιούσαν τις επιθυμίες της υπερκαταναλωτικής κοινωνίας. Ωστόσο κάποιοι απέμειναν και συνεχίζουν τη λειτουργία τους εις πείσμα των καιρών.

Απέμειναν ελάχιστοι ίσως, αλλά κραταιοί. Πάντως, η ιστορία των θερινών κινηματογράφων είναι πλούσια και απολαυστική στις λεπτομέρειές της. Μπορεί πολλές και σπουδαίες εργασίες να έχουν δει το φως της δημοσιότητος, αλλά υπάρχουν πλήθος «κρυμμένα» μυστικά της όμορφης αυτής παραδόσεως, η οποία κάποτε κυριαρχούσε και φαίδρυνε τη ζωή κυρίως των λαϊκών στρωμάτων. Άφησε πίσω της γλυκόπικρα συναισθήματα αλλά και ίχνη βαθιά στην ιστορία της τέχνης του κινηματογράφου και της νεοελληνικής κοινωνίας. Αλλά πότε, που και πως άρχισαν τη λειτουργία τους οι θερινοί κινηματογράφοι στην Ελλάδα;

Η εμφάνιση

Η απάντηση ίσως ξαφνιάζει: Επισήμως, το 1904, στην πλατεία Συντάγματος από ιδιώτες επιχειρηματίες! Ωστόσο δεν πρέπει να αδικήσουμε την ακμάζουσα στις αρχές του 20ού αιώνος πόλη του Βόλου. Πλούσια θεάματα, όπως ένα θηριοτροφείο αλλά και κινηματογράφο απολάμβαναν οι Βολιώτες χάρη στην πρωτοβουλία του ιδιοκτήτη του «Βασιλικού Ζαχαροπλαστείου» από το 1900! Πρόβαλε φωτεινές εικόνες την νύκτα στο ύπαιθρο και ο κόσμος απολάμβανε δωρεάν. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς ήταν τέτοια η κοσμοπλημμύρα στην κεντρική πλατεία της πόλεως ώστε σημειωνόταν το αδιαχώρητο. Εκεί συγκεντρώνοντο όλες οι τάξεις, από τις αρχές και τους επιχειρηματίες μέχρι τους εργάτες και τον κόσμο από τις φτωχογειτονιές.[2]

Τη σκυτάλη θα πάρει, τέσσερα χρόνια αργότερα (1904), η Αθήνα και μάλλον με τρόπο εντυπωσιακό. Κυκλοφορούσε επί ημέρες και από στόμα σε στόμα η είδηση πως ένα νέο είδος διαφημίσεως, η «δια κινηματογράφου ρεκλάμα», θα εισαγόταν και στην Αθήνα. Γνωστός επιχειρηματίας, είχε προμηθευθεί «τέλειον αμερικανικόν κινηματογράφον», ενοικίασε μία ταράτσα στην πλατεία Συντάγματος και από εκεί θα πρόβαλλε μικρές ταινίες την ώρα που ο κόσμος θα περπατούσε στο Σύνταγμα! Γιατί στην πλατεία Συντάγματος; Απλά, διότι ήταν ακόμη από τους ελάχιστους δημόσιους χώρους που διέθεταν ηλεκτρικό ρεύμα. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο οποίος έζησε εκείνη την πρώτη υπαίθρια προβολή στην πλατεία Συντάγματος φρόντισε να μας παραδώσει και τις σχετικές πληροφορίες και να μας περιγράψει τι συνέβη στις 9 Ιουνίου 1904 στην πιο κεντρική και αριστοκρατική πλατεία των Αθηνών. [3]

Πλήθος κόσμου σε καφενείο παρακολουθεί υπαίθριο κινηματογράφο στην πλατεία απέναντι από τον Ναό της Μητροπόλεως επί της οδού Ντέκα (σήμερα Μητροπόλεως), πρώτη δεκαετία 20ού αιώνα.

«Εκεί που εκαθήμεθα την νύκτα εις το Σύνταγμα, ενεφανίσθη απέναντι κάποιο φως κινούμενον και παλαίον να στερεωθή. Τέλος εννοήσαμεν ότι ήτο απόπειρα κινηματογράφου», μας ενημερώνει ο φιλαθήναιος λογοτέχνης και δημοσιογράφος. Η νέα Τέχνη, ο κινηματογράφος, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μόλις οκτώ χρόνια ενωρίτερα (1896), άφηνε τις αίθουσες και ξεχυνόταν στους δρόμους. Ωστόσο, ο Σπυρίδων Κοκόλης[4], ο οποίος είχε την ευθύνη για την προβολή, αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες, όπως το «κεντράρισμα» της εικόνας. Όταν το πέτυχε, μετά από πολλά βάσανα, κάτι εμφανίσθηκε να κινείται στο πανί που είχε στηθεί επί της πλατείας.

Η πρώτη προβολή

Η πρώτη προβολή διήρκεσε μία ώρα. Λίγα κατόρθωσαν να διακρίνουν οι αποσβολωμένοι θεατές από τις σκηνές του Ρωσσοϊαπωνικού πολέμου, της ναυμαχίας του Πορτ Άρθουρ, τις παρατάξεις στρατευμάτων και τις τελετές που έδειχνε το πρώτο φιλμ. Σίγουρα είδαν τα πέντε δάχτυλα του Σπ. Κοκόλη που περνούσαν μπροστά από το φακό, στην προσπάθειά του να διορθωθούν τα αδιόρθωτα. Τρεις ημέρες εξακολούθησαν τα πειράματα χωρίς αποτέλεσμα. Εντέλει οι προσπάθειες στέφθηκαν με επιτυχία και σε λίγες ημέρες εντυπωσιασμένοι όλοι παρακολουθούσαν σκηνές από το πως αλίευαν τις ρέγκες στις ακτές της Ολλανδίας ή εικόνες από τον Ζωολογικό Κήπο της Νίκαιας.

Ενδιαμέσως παρεμβάλλοντο διαφημίσεις από αθηναϊκά μπακάλικα ακόμη και εφημερίδες. Οπωσδήποτε ήταν καθοριστική η επιρροή εκείνη του πρώτου θερινού κινηματογράφου στην εξέλιξη των δημόσιων θεαμάτων στην Αθήνα. Οι περιγραφές είναι χαριτωμένες. Υπήρχαν και εκείνοι που πίστευαν και δήλωναν ότι ήταν μια βαθμίδα εκπολιτισμού πάρα πάνω από εκείνη του Καραγκιόζη: —Το σεντόνι απέμεινε το ίδιον, ήλλαξαν όμως αι σκιαί, δήλωνε επιφανής δημοσιογράφος. Το Σύνταγμα, η αριστοκρατική πλατεία της πόλεως γινόταν πλέον αγνώριστη. Απέβαλε την καθημερινή του μορφή και έχασε τους τύπους οι οποίοι επί πολλά χρόνια περνούσαν εκεί τις βραδινές τους ώρες τα καλοκαίρια. Οι συνταγματάρχες, οι δημόσιοι υπάλληλοι, η περίφημη «γερουσία» και οι φιλόμουσοι, έκπληκτοι προφανώς παρακολουθούσαν να επελαύνει ένα νέο ανθρώπινο ρεύμα.

Πλατεία Συντάγματος, αρχές 20ού αιώνος

Λαοσυνάξεις στο Σύνταγμα

Τώρα πλέον και το Σύνταγμα θύμιζε κάτι από Ψυρρή, Μακρυγιάννη, Αναφιώτικα και Πιθαράδικα, αφού όλοι έσπευδαν να απολαύσουν το θέαμα. Κορίτσια από τις γειτονιές, παιδιά να κλαίνε, γριούλες με τσεμπέρια, μπακαλόπαιδα με τις ποδιές τους, χαμίνια γυμνοπόδαρα και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που παρουσίαζαν τα γειτονικά λαϊκά θέατρα στα Πετράλωνα και στο Μεταξουργείο. Φιστίκια, πασατέμπος, κουλούρια ήταν τα πρώτα προϊόντα που έσπευσαν να προσφέρουν οι μικροπωλητές προς «όλον αυτό το πλήθος, το οποίον πότε βωβόν και κεχηναίον, πότε σκώπτον και διαμαρτυρόμενον και πότε θορυβούν ως εις ελληνικόν κοινοβούλιον».

Οπωσδήποτε υπήρχαν και αντιδράσεις από εκείνους που έχαναν την ησυχία και την απόλυτη κυριαρχία τους επί της πλατείας. —Μας βρωμίζουν την πλατεία, υποστήριζαν οι θαμώνες των καφενείων. [5] «Ένα κομμάτι της πόλεως, το αριστοκρατικώτερον και ησυχώτερον ίσως, απώλεσε την ησυχίαν του και αφομοιώθη προς τα λαϊκά θορυβώδη κέντρα» ισχυριζόταν ο Τύπος[6] που τα έβαζε με τα χαμίνια που είχαν πατήσει… πόδι στην καλύτερη πλατεία των Αθηνών. Εκεί που δεν είχαν πατήσει καπηλειά, καφέ σαντάν και πατσατζίδικα και τα πάσης φύσεως «αηδή θεάματα», κάτω από τα παράθυρα του βασιλιά, κατόρθωσε να εγκατασταθεί ο θερινός κινηματογράφος.

Κινηματογραφιστές της δεκαετίας 1920.

«Δημότης Αθηναίος»

«Παρέχει το ελληνικόν θέαμα πανηγυριζούσης αγοράς όπου κυλίονται μέθυσοι και χασισοπόται», ισχυρίζοντο οι πλέον «σκληροπυρηνικοί» και παλαιοί θαμώνες της πλατείας. Αλλά το ενδιαφέρον ήταν μέγα και τη δεύτερη χρονιά, όχι μόνον δεν καταργήθηκε ο πρώτος κινηματογράφος αλλά εγκαθιδρύθηκε και δεύτερος επί της πλατείας[7] , σε ιδιαίτερο κιόσκι. Εξάλλου, θερινοί κινηματογράφοι στήθηκαν και σε άλλα σημεία της πόλεως, ενώ δειλά –δειλά εξαπλώθηκαν και στις συνοικίες, εκεί που κυριαρχούσαν ο καραγκιόζης, οι φασουλήδες και λαϊκά θεατράκια. Στο Θησείο, στη Δεξαμενή, στο Ζάππειο κ.α. Δικαιολογημένα λοιπόν έγραφε κάποιος πως «ο κινηματογράφος ενεγράφη δημότης Αθηναίος»![8]

Το «θερινό σινεμά» του Συντάγματος διατήρησε την κυριαρχία του επί αρκετά έτη. Φρόντισαν γι’ αυτό και οι ιδιοκτήτες του Καφενείου «Ζαχαράτος», οι οποίοι εξάπλωσαν αμέτρητα τραπεζάκια στην πλατεία και είδαν τα έσοδά τους να αυξάνονται. Το κινηματογραφικό πανί είχε βρει τη θέση μεταξύ δύο πανύψηλών ηλεκτρικών στύλων, των οποίων το φως, την ώρα της προβολής, σκεπαζόταν με κόκκινα χαρτιά. Ο Γεώργιος Τσοκόπουλος, το 1910 πλέον, εκθείαζε το θέαμα και την καθιέρωση του θερινού κινηματογράφου στο Σύνταγμα. [9] Η ποιότητά του είχε αναβαθμιστεί, ο κόσμος είχε συνηθίσει στο θέαμα και απολάμβανε τις βραδιές του βλέποντας ταινίες που εισήγοντο πλέον με μεγάλη ευκολία από το εξωτερικό.

Το «ευτελές πανί»

Ο Τίμος Μωραϊτίνης έσπευδε να προβλέψει το λαμπρό μέλλον του θερινού κινηματογράφου και την κυριαρχία του επί των άλλων θεαμάτων. «Το άσπρο αυτό πανί που υψώθη στην πλατεία Συντάγματος είναι το σάβανον του υπαίθριου αθηναϊκού θεάτρου» διαπίστωνε ο πάντα εύστοχος χρονογράφος, προβλέποντας ότι «το ευτελές αυτό πανί θα καλύψη την βελουδένιαν αυλαίαν»! [10] Εν τω μεταξύ οι θερινές προβολές είχαν εξαπλωθεί παντού. Μέχρι τα προάστια, την Κηφισιά και το Μαρούσι, όπου παιάνιζε και μουσική.

Πόσο διήρκεσε ο πρώτος θερινός κινηματογράφος; Αρκετά χρόνια, αν λάβουμε υπόψη μας ότι το 1915 ξέσπασε σκάνδαλο για την παραχώρηση εκ μέρους του Δήμου Αθηναίων ιδιαίτερου περιπτέρου για τη λειτουργία του! Τα σχόλια του Τύπου και η κατάσταση που επικρατούσε στην πλατεία είχαν ξεσηκώσει αντιδράσεις. Όλα ξεκίνησαν από καταγγελία της εφημερίδος «Εστία» περί προνομιακής μεταχειρίσεως του ενοικιαστού του περιπτέρου Αντωνιάδη, ο οποίος λειτουργούσε επί της πλατείας καφενείο αλλά ταυτοχρόνως και κινηματογράφο. Ο Αντωνιάδης είχε επιτύχει να εξασφαλίσει την αντιπροσωπεία ταινιών από εταιρεία της Κοπεγχάγης και να προβάλει καθημερινά και νέα ταινία, κυρίως δράματα και κωμωδίες.

Αντίπαλός του το «Καφενείον Ζαχαράτου», το οποίο άπλωνε τραπέζια στην πλατεία και είχε καθιερώσει κινηματογράφο αλλάζοντας ταινίες τρεις φορές την εβδομάδα (Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή). Ο ιδρυτής του καφενείου Σπυρίδων Ζαχαράτος είχε αποβιώσει από το 1899 και την επιχείρηση συνέχιζαν η γυναίκα του Αναστασία και τα παιδιά του Γεράσιμος, Άγγελος και Σωτήριος. Η οικογένεια Ζαχαράτου βρισκόταν πίσω από την υποκίνηση του ζητήματος αλλά δεν κατόρθωσαν να απομακρύνουν τον αντίπαλό της Αντωνιάδη. Οι δύο κινηματογράφοι συνέχισαν τη λειτουργία τους σχεδόν όλη τη δεκαετία για να υποχωρήσουν αργότερα, όταν πλέον δεν μπορούσαν να συναγωνισθούν τους περιμαντρωμένους χώρους και τον κοντινό κινηματογράφο του Ζαππείου.

 

Τα ιδιόρρυθμα φιλμοκαφενεία

Εντέλει δικαιώθηκε ο Τ. Μωραϊτίνης στις προβλέψεις του. Οι υπαίθριες προβολές, απετέλεσαν την πρόδρομη μορφή των οργανωμένων και περιτοιχισμένων με μάνδρες θερινών κινηματογράφων που πρωταγωνίστησαν στον κόσμο των θεαμάτων επί μία ολόκληρη ογδοηκονταετία. Μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλα θεάματα, όπως ο καραγκιόζης και τα νευρόσπαστα (κουκλοθέατρο), κάθε γειτονιά αποκτούσε τον δικό της χώρο. Στην αρχή με ξύλινη περίφραξη, αργότερα με λιθόκτιστη, συνήθως στις πλατείες και στους ελεύθερους χώρους. Άκμασαν οι θερινοί κινηματογράφοι, τα ιδιόρρυθμα φιλμοκαφενεία, όπως τους απεκάλεσε πολλά χρόνια αργότερα ο Βασίλης Ραφαηλίδης.

Ο θερινός κινηματογράφος ΡΙΑΛΤΟ στην Κυψέλη το 1938.

Λίγο πριν από τον πόλεμο ο θερινός κινηματογράφος αποτελεί την διασκέδαση της οικογένειας. Και ο Δημήτριος Γιαννουκάκης, σχολιάζοντας εμμέτρως την παρουσία της ελληνικής οικογένειας στους θερινούς κινηματογράφους έγραφε πως «Η μήτηρ θέλει δράματα μάλλον κοινωνικά / Αλλά ο γυιός αρέσκεται εις τ’ αστυνομικά… / Έτσι φουντώνει ο καυγάς μ’ αληθινή μανία / Διαφωνούνε ριζικά τα τέκνα κι οι μαμάδες / Και φεύγοντας, στα σκοτεινά, πριν λήξη η ταινία, / Ξεχνάνε να πληρώσουνε, συχνά τις λεμονάδες!…». [11]  Ακόμη και στην Κατοχή, υπό ειδικές συνθήκες, λειτούργησαν οι θερινοί κινηματογράφοι. Το 1941, λειτούργησαν μετά από διαβήματα και υποχωρήσεις στις ώρες και λειτουργίας και στον φωτισμό.[12]

Άνθηση στις δεκαετίες 1950 –‘60

Μεταπολεμικά και επί τρεις περίπου δεκαετίες τα «θερινά σινεμά» θα γνωρίσουν νέα περίοδο ανθήσεως. Εξάλλου προς τα τέλη της δεκαετίας 1950 τα καλοκαίρια και κάθε μέρα, περίπου το 10% του πληθυσμού πήγαινε στα θεάματα! Δηλαδή επί συνόλου 1.300.000 κατοίκων στην περιφέρεια της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης (Αθήναι, Πειραιεύς και Περίχωρα), 120.000 άνθρωποι παρακολουθούσε λαϊκά θεάματα, με το 85% εξ αυτών να προτιμά τους θερινούς κινηματογράφους! Γι’ αυτό εξάλλου, από το 1945 και μετά, παρουσιάσθηκε σταθερή αύξηση του αριθμού των κινηματογράφων και το θεάτρων, τα οποία έφθασαν τα 225 (1958)! [13] Ήταν ακόμη η εποχή κατά την οποία ο θερινός κινηματογράφος εξακολουθούσε να είναι η προσιτώτερη ψυχαγωγία του λαού.

Η αυξητική τάση συνεχίσθηκε και τα επόμενα χρόνια. Στα μέσα της δεκαετίας 1960 ο αριθμός των κινηματογράφων, πάντα στα όρια της τέως περιφέρειας Διοικήσεως Πρωτευούσης, ανήλθε στους 445! [14] Ανάλογα αυξητικές ήταν και οι τάσεις σε όλη την Ελλάδα. «Ο θερινός κινηματογράφος κερδίζει συνεχώς έδαφος», έγραφε ο Πέτρος Λινάρδος το 1965 καταγράφοντας πως η εβδομαδιαία κίνηση στην Αθήνα ανερχόταν σε 1.500.000 εισιτήρια! Τα προγράμματα καλύπτονταν κατά κύριο λόγο από ελληνικές ταινίες καθώς και περιπέτειες. Ως προς τα ονόματά τους, κυριαρχούσε το γράμμα Άλφα στην αρχή προκειμένου να καταλαμβάνουν μία από τις πρώτες θέσεις στο πίνακα των θεαμάτων στις στήλες των εφημερίδων.

Ο Επίλογος

Η ακμή τους κράτησε μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας 1970. Οι φρεσκοβαμμένοι χώροι, οι σιδερένιες καρέκλες με το πλεγμένο πλαστικό, τα ανοιξιάτικα λουλούδια μπροστά στην οθόνη και τα παρτέρια δεξιά και αριστερά απομάκρυναν, έστω για λίγο, τον κόσμο από την τσιμεντένια πολιτεία.[15] Αλλά γύρω τους είχαν ανεγείροντο πλέον πολυκατοικίες. Οι συνθήκες άλλαζαν ραγδαία. Η τηλεόραση εισερχόταν όλο και περισσότερο στη ζωή του κοινού και τη δεκαετία 1980 κυριαρχούσαν οι βιντεοκασέτες. Η κρίση που επήλθε ήταν οξύτατη και βραχείας διάρκειας. Οι ιδιοκτήτες έβρισκαν πιο αποδοτικές εκμεταλλεύσεις της περιουσίας τους. Μετέτρεπαν τους χώρους σε καταστήματα και σούπερ μάρκετ.[16]  Στα τέλη της δεκαετίας 1980 όλα είχαν τελειώσει. Απέμειναν ελάχιστοι θερινοί κινηματογράφοι, ως δείγματα ενός ρομαντικού πολιτισμού άλλης εποχής!