Χριστούγεννα στο Ναύπλιο επί Καποδίστρια

Με μπάντα του αγγλικού καταδρομικού «Βρετανία»

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ναύπλιο, πίνακας από τις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου

Ναύπλιο, πίνακας από τις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου

Παραμονές Χριστουγέννων, στα χρόνια του Καποδίστρια, κατέπλευσε στο Ναύπλιο το αγγλικό καταδρομικό «Βρετανία». Ανήμερα της γιορτής της γέννησης του Χριστού λέμβοι του πλοίου οι οποίες μετέφεραν την μπάντα του  κατευθύνθηκαν προς την πόλη, σε μία από τις πλατείες της, όπου ετοιμαζόταν να παιανίσει χαρούμενους χριστουγεννιάτικους ρυθμούς. Τα όργανα που έλαμπαν κάτω από τις ακτίνες του χειμωνιάτικου ήλιου φάνηκαν παράδοξα στους αγαθούς κατοίκους της πόλης, οι οποίοι θορυβήθηκαν. Δεν είχαν αντικρίσει ξανά τέτοια πράγματα και οι εποχές ήταν περίεργες. Όλοι ήταν φιλύποπτοι. Φοβόντουσαν ακόμη και τη σκιά τους. Παντού έβλεπαν μηχανορραφίες και δάχτυλο ξένης πολιτικής. Φαντάστηκαν λοιπόν ότι το αγγλικό Πολεμικό, έχοντας κακό σκοπό, αποβίβαζε στην ξηρά τα επικίνδυνα εκείνα πράγματα. Τους φαίνονταν ως όργανα καταστροφής και πολέμου και έσπευσαν στις Αρχές να καταγγείλουν το γεγονός.

Ευτυχώς όμως κάποιοι από τους κρατούντες είχαν ξαναδεί τέτοιο θέαμα και τους καθησύχασαν. Σχεδόν όλη η πόλη κατέβηκε στο λιμάνι όταν αποβιβαζόταν η μουσική του αγγλικού πλοίου. Ήταν τόσος ο κόσμος, ώστε ο υπεύθυνος της μπάντας υποχρεώθηκε να καλέσει δύναμη ανδρών από το πλοίο, ώστε να περιτριγυρίσουν τους μουσικούς και να μπορέσουν να κάνουν τη δουλειά τους χωρίς να παρασυρθούν εκτελεστές και αναλόγια. Πράγματι, η ναυτική μπάντα αποβιβάστηκε με ασφάλεια και παιάνισε χριστουγεννιάτικους ύμνους με μεγάλη επιτυχία. Τόση, ώστε κάτω από τις επευφημίες του κόσμου, ο στρατηγός Καρατάσος σε στιγμή ενθουσιασμού ρίχτηκε και φίλησε ένα σαλπιγκτή την ώρα που εκτελούσε μια γλυκύτατη μονωδία![1]

 

Ιωάννης Καποδίστριας

 

Τα γεγονότα μάς αφηγείται ο Γ. Τσοκόπουλος[2], αποκαλύπτοντας ταυτοχρόνως πως επί Καποδίστρια, το 1828, σχηματίσθηκε η πρώτη στρατιωτική μουσική και η οποία καταρτίσθηκε από Έλληνες ως επί το πλείστον και αυτοδίδακτους μουσικούς. Συμπλήρωνε βέβαια πως «εις τον καταρτισμόν της μουσικής εκείνης ουδείς κανών της τέχνης ελήφθη υπ’ όψιν». Χρησιμοποιούνταν όσα όργανα μπορούσαν να βρεθούν στην ακατάστατη εκείνη εποχή, κυρίως παλιές σάλπιγγες και τύμπανα διαφόρων σχημάτων και μεγεθών. Ο αρχιμουσικός εκ των ενόντων προσπαθούσε να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, κατορθώνοντας να συγκροτήσει μπάντα, η οποία βεβαίως δεν ήταν δυνατόν να καλλιεργήσει το ανύπαρκτο ακόμη μουσικό συναίσθημα στη χώρα. Μια παλαιά οικία του Ναυπλίου, η οικία Μαλοκίνη, χρησίμευε ως «Ωδικόν Σχολείον» και, σύμφωνα πάντα με τον Τσοκόπουλο οι πρώτες δοκιμές του αυτοδίδακτου μουσικού σώματος προσείλκυσαν –προφανώς μεταξύ άλλων– και τα χαμίνια της συνοικίας. Ωστόσο, από άλλες αξιόπιστες πηγές και απομνημονεύματα πρωταγωνιστών της εποχής πληροφορούμαστε πως στον Γάλλο φιλέλληνα συνταγματάρχη Κάρολο Φαβιέρο ανήκει η δόξα του σχηματισμού της πρώτης στρατιωτικής μπάντας μετά την Επανάσταση του 1821. Αποκαλείτο «Μουσικός Θίασος» και ακολουθούσε τον τακτικό στρατό στις εκστρατείες και τις μάχες[3].

Μάγγελ Μιχαήλ

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στον ουγγρικής καταγωγής φιλέλληνα Μιχαήλ Μάγγελ (1801-1887), ο οποίος καταγράφεται ως ο πρώτος αρχιμουσικός του στρατού και του «Μουσικού Θιάσου». Τα βιογραφικά του στοιχεία έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών ερευνών, των οποίων τα αποτελέσματα υπήρξαν αντιφατικά. Ωστόσο, ο πάντα επιμελής Ιωάννης Καμπούρογλου, στα χρόνια του οποίου εξεμέτρησε το ζην, έγραψε πως ήλθε στην Ελλάδα νεότατος, με το πρώτο κύμα των φιλελλήνων, για να λάβει μέρος στην Επανάσταση και υπηρέτησε υπό τον Φαβιέρο. Συμμετείχε στη μάχη του Χαϊδαρίου, όπου και πληγώθηκε. Τούρκος ιππέας τού κατάφερε χτύπημα με ξίφος στο κεφάλι και έφερε μέχρι τέλους εμφανή την ουλή στο άνω μέρος του μετώπου. Έφερε δύο ακόμη πληγές, μία στο γόνατο και μία στο κάτω μέρος του ποδιού. Ασπάστηκε το ορθόδοξο δόγμα αποκτώντας το όνομα Μιχαήλ. Έφυγε από τη ζωή φέροντας τον βαθμό του ταγματάρχη και τιμημένος με το Αριστείο του Αγώνος και τον Σταυρό του Σωτήρος[4].

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία», 24-26/12/2021.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ένα Ρεβεγιόν στη Βουλή των Ελλήνων (1888)

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μεταβείτε στο άρθρο: Ένα Ρεβεγιόν στη Βουλή των Ελλήνων (1888)