Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ (1904)

του Κωστή Παλαμά

H λεωφόρος Σύγγρου γύρω στα 1917.

Τίποτε δέν διαφεύγει τόν ἔλεγχον τῆς κριτικῆς. Ἀπό τό κοσμοκρατορικόν δαιμόνιον τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου μέχρι τῆς μεγαλεπηβόλου φιλανθρωπίας τοῦ μακαρίτου Συγγροῦ. Ἡ κριτική εὑρίσκει κἄπως ἄσκοπον καί κἄπως ὄχι μέ ἀνάλογον πρακτικήν ὀξύνειαν προμελετημένον τόν θριαμβευτικόν δρόμον τοῦ Μακεδόνος δορυκτήτορος εἰς τά βάθη τῆς Ἀσίας.

Ἡ κριτική εὑρίσκει κἄπως ὑπέρ τό δέον πρακτικήν καί κἄπως ξηράν καί ἀποκλειστικῶς ὠφελημένην καί πεζήν ὁπωσδήποτε καταφρονήτριαν τῶν ὡραίων καί τῶν ποιητικῶν πραγμάτων ἐδῶ κάτω, (τά ὁποῖα ὅσον καί ἄν φαίνωνται ἄχρηστα, καί μή ἀνταποκρινόμενα ἀμέσως εἰς πρακτικά τέλη, εἶνε καί αὐτά κοινωφελῆ καί εἶνε εὐεργετικά ὅσο δέν τό φανταζόμεθα), τήν χρῆσιν τήν ὁποίαν ἔκαμνεν ὁ Συγγρός τοῦ πλούτου του.

Δέν εἶνε τόπος ἐδῶ διά νά ἐκταθῶ ἐπί ὅσων καταλογίζει εἰς τό παθητικόν τοῦ μεγάλου Ἀλεξάνδρου ἡ ἀδυσώπητος κριτική. Ἀλλ᾽ εἶνε ὅμως τόπος διά νά σημειώσω ἁπλῶς ὅτι ἡ μνήμη τοῦ κλεινοῦ φιλανθρώπου, ὅσον καί ἄν οὗτος ἤσκησε τήν εὐποιίαν μονομερῶς καί ἀποκλειστικῶς, (πρᾶγμα καί αὐτό ἀμφισβητήσιμον), ἔχει εἰς τό ἐνεργητικόν της μίαν κληρονομίαν γεμάτην ἀπό ὅλην τήν γοητευτικήν ἀχρηστίαν καί ἀπό τήν ἐκ τῶν ὦν οὐκ ἄνευ πολυτέλειαν ὅλων τῶν ποιητικῶν καί τῶν ὡραίων πραγμάτων.

Εἶνε τοῦτο ἡ λεωφόρος πού φέρει τὄνομά του καί πού ἀρχίζουσα ἀπό τήν πύλην τοῦ Ἀνδριανοῦ καταλήγει εἰς τήν θάλασσαν τοῦ Φαλήρου.

Ὁ νεοχάρακτος αὐτός δρόμος, ὁ κατάπλατος καί διόβαθος, ὁ διάβημα περιβαλλόμενος τάς στήλας τοῦ Ὀλυμπείου καί νίπτων τούς πόδας του εἰς τά κύματα τοῦ Σαρωνικοῦ, ὁ ἀκτινοβόλος ὑπό τόν ἥλιον, καί σκιαυγής ὑπό τά σύγνεφα, δέν γνωρίζω ἐάν καί ποίαν ἔλλειψιν πρώτης, ὡς λέγουν, ἀνάγκης ἐπλήρωσε. Γνωρίζω μόνον ὅτι ἐπλήρωσε τήν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν μέ μίαν μονοκόμματην μεγαλοπρέπειαν καί μαζί μέ μίαν ἐναρμόνιον ποικιλίαν ἀττικῶν ἀπόψεων καί ἀθηναϊκῶν τοπείων, ἀπαράμιλλον.

Ὅταν κατά πρῶτον ἀντίκρυσα τήν καλλιτεχνικήν αὐτήν λεωφόρον, ἠσθάνθην τήν ἐντύπωσιν τοῦ ταξειδιώτου ὅστις, περαστικός καί ἐξ ἀποστάσεως ἀπολαμβάνει διά πρώτην φοράν νεοφανῆ καί ὀνειρώδους φύσεως χώραν. Πόσον ὡραῖα ἐσελάγιζε πέραν ἡ θάλασσα, πόσον ὡραῖα ἐξηπλόνετο εὐθύς καί ὁμαλός καί τελειωτικός μαγνητίζων τούς πόδας τοῦ ἡσύχου περιπατητοῦ, ὁ δρόμος!

Σπεύσατε νά τόν χαρῆτε, ἡμιτελῆ ἀκόμα καί νεάζοντα, πρίν τόν ρυτιδώσουν τά κάρρα, καί πρίν τά δένδρα πού θά φυτευθοῦν, ἀποκρύψουν ἀπό τά ὄμματα μέγα μέρος τῆς εὐθυγράμμου καί ὁλάνοιχτης εὐγενείας τοῦ ὁρίζοντος ὁλοτρίγυρα!

Ὁ Φιλόπαππος, ὁ Πνύξ, ὁ θεσπέσιος Βράχος, ὁ Λυκαβηττός, ὁ Ὑμηττός, τό πράσινον τοῦ Νεκροταφείου, τό γυμνόν τῶν λόφων, μῦλοι παλαιοί, καινουργῆ σπιτάκια, γέφυραι, χείμαρροι, κάθε εἴδους ἀρχιτεκτονική, καί φύσις μέ περίσσειαν ἐκφράσεως, ἐκκλησοῦλες, περιβολάκια, φράχτες, λευκοπράσινα παλατάκια. Ὅλα ταπεινά, χαρωπά, ξαφνιαστικά καί θαμβωμένα ἀκόμα ἀπό τό πέρασμα μέσα μέσα των τοῦ νέου κόσμου· ὅλα κἄτι θέλουν νά μᾶς δείξουν, καί δέν μᾶς κρύπτουν ἀκόμη τίποτε.

Εὐλογημένον τό ὄνομα τοῦ εὐεργετήσαντος ἡμᾶς μέ τήν λεωφόρον του περισσότερον ἀπό ὅλα τά νοσοκομεῖα καί ἀπό ὅλα τά πτωχοκομεῖά του.[1]

 

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η άγνωστη ιστορία της λεωφόρου Συγγρού

ΔΡΟΜΟΙ

Μεταβείτε στο άρθρο: Η άγνωστη ιστορία της λεωφόρου Συγγρού