Η θαυματουργή Αγία Βαρβάρα

Η Συνοικία Πυριτιδοποιείου

 

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ανέκδοτη φωτογραφία του ναού της Αγίας Βαρβάρας (1922) από το αρχείο Δημητρίου Χατζόπουλου.

 

Η Αγία Βαρβάρα ήταν ένα εκκλησάκι πλάτους τριών μέτρων, μήκους περίπου 3,80 μέτρων και ύψους τεσσάρων μέτρων. Με θολωτό και επίμηκες στέγαστρο καταγραφόταν ως απομεινάρι παλαιού Μοναστηριού. Οπωσδήποτε είχε ανεγερθεί το 1774, ημερομηνία που αναφέρεται στις αγιογραφίες του. Ήταν καταχωμένο στο έδαφος και το χρησιμοποιούσαν ως στάβλο οι ποιμένες. Όπως γράψαμε και άλλοτε μια γραφική λαϊκή παράδοση τυλίγει την ιστορία του ναϊδρίου, το οποίο περιλήφθηκε στους κόλπους του νεότερου και περικαλλούς ναού. Ένας βοσκός που χρησιμοποιούσε το εκκλησάκι ως καταφύγιο είδε στον ύπνο του μια όμορφη νέα κοπέλα, η οποία του φανέρωσε πως ήταν δικός της ο τόπος και έπρεπε αν σταματήσει να βεβηλώνει το ναό.

Ο βοσκός δεν έδωσε σημασία στο μήνυμα. Από τότε όμως του πέθαινε κάθε μέρα και από ένα πρόβατο. Η κοπέλα ξαναπαρουσιάστηκε στον ύπνο του και του υπέδειξε πως την επομένη δύο άτομα θα επισκέπτονταν τον χώρο και έπρεπε να τους υποδείξει να σκάψουν στο δεξί μέρος της εισόδου του μικρού ναού. Πράγματι την επομένη εμφανίστηκαν δύο Πειραιώτισσες, η Μαριγώ Κούλα και Αγγελική Τσαμπάτζη, οι οποίες μάζευαν χόρτα. Πράγματι έσκαψαν στο σημείο εκείνο και σε μικρό βάθος βρέθηκε εικόνα 37 Χ 26 cm. Όπως ήταν φυσικό και σύνηθες σε αυτές τις περιπτώσεις το γεγονός κοινολογήθηκε και πλήθος χριστιανών έσπευδαν επί τόπου.

Ο λαός αγκάλιασε το εκκλησάκι και την εικόνα του, περιβάλλοντάς το και με μακρά σειρά θρύλων και παραδόσεων. Ένας εξ αυτών αφορά και την εικόνα που επαργυρώθηκε και περιφερόταν στον Πειραιά προς συλλογή εράνων για την επισκευή του ερειπίου. Είναι δε γνωστή ως «Εικόνα Βέλλα», ονομασία που οφείλεται στην Σοφία Α. Βέλλα και ένα περιστατικό του 1899. Το κορίτσι αυτό υπέφερε από σοβαρή ασθένεια που της είχε ακινητοποιήσει και το δεξί χέρι. Οι γιατροί δήλωναν αδυναμία να αντιμετωπίσουν την κατάσταση και να την θεραπεύσουν.

Ένα βράδυ του Φεβρουαρίου 1899 παρουσιάστηκε στον ύπνο του κοριτσιού μια όμορφη γυναικεία φιγούρα, η οποία της δήλωσε πως ήταν η Αγία Βαρβάρα και την παρότρυνε το πρωί να σηκωθεί και να παίξει πιάνο! Πράγματι το νεαρό κορίτσι μόλις σηκώθηκε, έτρεξε αμέσως στο πιάνο για να διαπιστώσει πως είχε θεραπευτεί πλήρως. Το θαύμα διασαλπίσθηκε, η οικογένειά της αφιέρωσε στην Αγία ένα χρυσό χέρι και η σχετική είδηση ενεγράφη στο εικονοστάσι που κατασκεύασε για χάρη της Αγίας. Το εκκλησάκι προσέλκυσε το ενδιαφέρον πιστών και παραγόντων. Οπότε και ενεργοποιήθηκαν ως διαχειριστές και επιστάτες του προσκυνήματος έξι Πειραιώτες και ένας Αθηναίος, ο Γεώργιος Ξηροτάγαρος. Στην οικογένεια του τελευταίου ανήκε η γη που αφιερώθηκε στη μνήμη της Αγίας.

Σημειωτέον ότι η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον παλαιό ναΐσκο της Αγίας Βαρβάρας συνέπιπτε με την ίδρυση του συνοικισμού Πυριτιδοποιείου, χρήση που βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από την εκκλησία. Το Πυριτιδοποιείο ιδρύθηκε εκεί, στο 6ο χιλιόμετρο της Ιεράς Οδού, το 1876, στο κέντρο του αθηναϊκού κάμπου με τα απέραντα πυρφόρα χωράφια του, όπως έγραφε ο Δ. Λαμπίκης. Τον αρχικό πυρήνα του συνοικισμού αποτέλεσαν τα σπιτάκια που χτίστηκαν για τους εργάτες και τους υπαλλήλους του. Άνθρωποι από διάφορα μέρη της Ελλάδος και προπαντός Μανιάτες κατοίκησαν στην περιοχή. Το 1897 η Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου οικοδόμησε το Κωδωνοστάσιο, ενώ με την αρωγή του Δήμου Αθηναίων, στον οποίο υπήγετο τότε η περιοχή ανεγέρθηκε ο νεότερος ναός το 1904. Εξάλλου, το 1916 ο Ναός υπήχθη ως εξωκκλήσι στη δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Αθηνών. Τα χρόνια πέρασαν, ο ναός και η περιοχή γνώρισαν πολλές περιπέτειες, μέχρι τη δημιουργία του Δήμου Αγίας Βαρβάρας. Περιπέτειες που επιβάλλεται να ιστορήσουμε.