ΣΤΑ ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΤΑΤΟΪΟΥ

του Μηνά Γκούμα

 

Είχα καταταγεί στο Πολεμικό Ναυτικό με την κληρουχία 85Β κι είχα τελειώσει την προπαίδευση κατά τα τέλη Φεβρουαρίου. Κουβαλώντας τον σάκκο μου στον ναύσταθμο και περπατώντας για να πάω στην υπηρεσία όπου είχα τοποθετηθεί, πέρασα μπροστά απ’ τις «παντόφλες» της κίνησης (μικρά ferry boats, που μεταφέρουν πολιτικούς υπαλλήλους απ’ την Αμφιάλη στον ναύσταθμο).

−Μηνά, πού πας; άκουσα μια φωνή και βλέπω τον παλιό μου φίλο Γιάννη, ντυμένο σημαιοφόρο έφεδρο και κυβερνήτη του πλοίου.

Ο Γιάννης Λογοθέτης ήταν έναν χρόνο μεγαλύτερος στο σχολείο στον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, συμμαθητής μου στην Εμποροπλοιάρχων (εκείνος πλοίαρχος κι εγώ μηχανικός) και τώρα πάλι μπροστά μου στο Πολεμικό Ναυτικό.

−Με στέλνουν στο αρματαγωγό «Κως».

Είχε πεθάνει ο Πατέρας μου και, αν κι είχε κανονίσει μια καλή μετάθεση, είχε ανέβει στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ κι οι «δεξιοί» είχαμε κακή μεταχείριση. Ιδιαιτέρως εγώ, που δεν είχα πλέον τα μέσα.

−Εντός των ημέρων να κανονίσουμε να τα πούμε εκτός υπηρεσίας, είπαμε. Συμφωνήσαμε και χαιρετηθήκαμε.

Καμμιά εικοσαριά μέρες αργότερα, δώσαμε ραντεβού στο σπίτι. Ήταν Κυριακή και καθίσαμε στο σπίτι μου στο Κολωνάκι, έχοντας όλη την ημέρα ελεύθερη. Η Μητέρα μου έλειπε στο εξωτερικό κι είχαμε το σπίτι εντελώς δικό μας. Φάγαμε, κουβεντιάσαμε, γελάσαμε πολύ κι αρχίσαμε ν’ αντιγράφουμε κάποια έργα στο βίντεο. Η αντιγραφή έπαιρνε αρκετή ώρα, μέχρι που βαρεθήκαμε στο τέλος να περιμένουμε κι είπαμε να πάμε μια βόλτα για να χαρούμε την ηλιόλουστη μέρα.

−Πού να πάμε, βρε Γιάννη; Τι λες γι’ Ανάβυσσο;

−Α πα πα. Άσε μη πέσουμε επάνω στους γονείς μου. Πάμε αλλού. Πάμε προς Κηφισιά.

Οι γονείς του ζούσαν μόνιμα στην Ανάβυσσο και με μισούσαν θανάσιμα. Όχι ζωγραφιστό, μα ούτε τ’ όνομά μου δεν άντεχαν ν’ ακούσουν!

−Πάμε προς Βαρυμπόμπη;

−Πάμε!

Μπήκαμε σ’ ένα turquoise Peugeot station wagon με τις ταχύτητες στο τιμόνι, που ‘χε φέρει η Μητέρα μου απ’ την Γενεύη, κι ανηφορήσαμε προς τα εκεί με τραγουδάκια και σαχλαμαρίζοντας. Κουβέντα στην κουβέντα, βρεθήκαμε έξω απ’ το κτήμα Τατοΐου, οδηγώντας στα όρια της περιφέρειας του ακίνητου και, τέλος, φτάσαμε μπροστά στην κεντρική είσοδο. Μια τεράστια, σκουριασμένη, δίφυλλη καγκελόπορτα στηριγμένη σε δυο ψηλές κολώνες.

Εδώ είναι;

−Μάλλον.

−Και πώς μπαίνει κανείς;

−Ξέρω ‘γώ; Λες να το φυλάνε;

−Μπα…

Αυτό το «μπα» μου έδωσε το θάρρος να σπρώξω την πόρτα. Μια γερή έδωσα και, αντί να ανοίξει… πάρ’ την κάτω κοτζάμ πορτάρα. Μπήκαμε στο αμάξι και το περάσαμε επάνω απ’ την πεσμένη πόρτα. Προχωρήσαμε προς τα μέσα, μέχρι που φτάσαμε σ’ ένα κλειστό φυλάκιο σε μια διασταύρωση. Αριστερά μας ήσαν πάλι δυο μεγάλες κολώνες, που στήριζαν άλλη μια πόρτα, αλλά ανοικτή. Τώρα, όμως, μια μπάρα εμπόδιζε την διέλευσή μας από εκεί.

Πάρ’ την κάτω και την μπάρα και συνεχίσαμε με ικανοποίηση την εξερεύνηση, ανηφορίζοντας τον δρόμο στα τυφλά.

Στο τέρμα του δρόμου ξεπρόβαλε το Ανάκτορο, η κυρίως κατοικία, κι εμείς παρκάραμε μεγαλοπρεπώς μπροστά στην είσοδο. Περπατήσαμε γύρω-γύρω, κατεβήκαμε προς την πισίνα και τις ωραίες σκάλες, που τερματίζουν σε δυο υπέροχους κρατήρες και μια βρύση με λεόντινη κεφαλή κρυμμένη στους κισσούς. Προχωρήσαμε προς το δάσος, αλλά στα τρία λεπτά βαρεθήκαμε και θεωρήσαμε άσκοπη την βόλτα στο τεράστιο κτήμα. Το ενδιαφέρον ήταν στα κτήρια κι ανηφορήσαμε και πάλι. Περιεργαστήκαμε τα γύρω βοηθητικά οικήματα κι επιστρέψαμε στο κυρίως κτήριο, κολλώντας το πρόσωπό μας σε κάθε τζάμι και πόρτα για να δούμε το εσωτερικό του. Ό,τι, τέλος πάντων, φαινόταν! Ένας ημιυπόγειος διάδρομος χανόταν στο βάθος και μπροστά-μπροστά είχε στοιβαγμένα πολλά κασόνια με τενεκεδάκια κόκα-κόλα. Κοιτάξαμε αν υπήρχε καμμιά λασκαρισμένη πόρτα, που θα βοηθούσε να μπούμε μέσα, αλλά εις μάτην.

Ο ήλιος ήταν ψηλά ακόμη -Απρίλιος ήταν- κι η περιέργεια ήταν επίσης στα ύψη.

Με τα πολλά, κι αφού έγινε ένα σύντομο συμβούλιο με συνοπτικές διαδικασίες, ανοίξαμε ένα παράθυρο. Σηκώσαμε πρώτα την γλώσσα του παντζουριού και μετά… σπάσαμε ένα τζάμι.

Αυτό το τζάμι ήταν η αρχή μιας τριετούς ταλαιπωρίας για μας τους δυο αλαφροΐσκιωτους νεολαίους, που η περιέργειά τους τους τιμώρησε έτσι όπως τους άξιζε.

Ο ένας βοήθησε τον άλλον -ο Γιάννης, ως χοντρούλης, μου έβγαλε την μέση μέχρι να μπει μέσα- και χωθήκαμε στο πρώτο δωμάτιο, όπου μ’ έναν φακό του αυτοκίνητου αρχίσαμε την εξερεύνηση. Θυμάμαι πως ήρθα μούρη με μούρη μ’ ένα τεράστιο, σαν βαρέλι σε μέγεθος, κονιάκ Courvoisier και μια άνευ αξίας εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Προφανώς και τα δύο αποτελούσαν δώρα προς την Οικογένεια. Δεν ξέρω πόσα τυλιγμένα χαλιά, κάδρα, έπιπλα είδαμε. Tα περισσότερα ήσαν ανέπαφα και σε πλήρη τάξη. Όλα τα μικροαντικείμενα στα έπιπλα επάνω απορρόφησαν την προσοχή μας στην κυριολεξία για πολλή ώρα. Ρούχα και στολές και τόσα άλλα πράγματα, μα το πιο τακτικό δωμάτιο όλων ήταν το νοσοκομείο με όλα τα εργαλεία απολύτως τακτοποιημένα. Ένα μπλοκάκι με ασημένιο κάλυμμα και με χρυσό μονόγραμμα ΑΜ και μ’ ένα μικρό στέμμα επάνω απ’ το μονόγραμμα, προφανέστατα της Άννας-Μαρίας, μου τράβηξε την περιέργεια και το άνοιξα. Μόνον κιτρινισμένα χαρτιά είχε, χωρίς τίποτα γραμμένο. Όταν το πήρα στα χέρια μου, είδα πως άφησε ένα καθαρό αποτύπωμα στο τραπεζάκι και, θεωρώντας τον εαυτό μου εκκολαπτόμενο κλέφτη, το επέστρεψα αμέσως στην θέση του. Η κακή σκέψη έρχεται πολύ εύκολα στο μυαλό μας. Καθίσαμε με τον Γιάννη και παριστάναμε τον Παύλο και την Φρειδερίκη, χασκογελώντας και παίζοντας θέατρο. Κάθε παράσταση, όμως, έχει και το τέλος της, όταν πέφτει η αυλαία και κλείνουν τα φώτα. Στην δική μας παράσταση τα φώτα δεν έσβησαν, αλλά… άναψαν απ’ τα περιπολικά που ήρθαν απ’ έξω και, αντί για χειροκροτήματα, ακούγαμε έναν πανικό απ’ τις φωνές των αστυνομικών. Για πότε προσγειωθήκαμε στην πραγματικότητα και για πότε πηδήξαμε απ’ το παράθυρο, όταν τα περιπολικά έκαναν τον κύκλο του κτηρίου, ούτε που θυμάμαι. Τρέξαμε απέναντι στο δάσος, πίσω από ένα δένδρο και πετάξαμε τον φακό. Ο φακός είχε απ’ την μια την λάμπα κι απ’ την άλλη έναν ανεμιστήρα. Κατά κακή μας τύχη πήραν μπρος και τα δύο. Μόλις θεωρήσαμε πως έφυγαν, μπήκαμε γρήγορα-γρήγορα στο αυτοκίνητο και κατηφορίσαμε προς την έξοδο. Δέκα μέτρα πιο κάτω, αναβόσβηναν τα φώτα της αστυνομίας από πίσω μας. Σταματήσαμε, μας ζήτησαν να τους ακολουθήσουμε και μας οδήγησαν στο φρουραρχείο. Καθίσαμε καμμιά ωρίτσα, μέχρι να ελέγξουν το Ανάκτορο. Αφού βρέθηκε το σπασμένο τζάμι, άρχισαν τις ερωτήσεις, τις οποίες αδυνατούσα ν’ απαντήσω, αφού είχα μείνει εντελώς από σάλιο.

Ήταν πια περασμένη η ώρα και μας συνόδευσαν στο τμήμα της Νέας Ερυθραίας, όπου άρχισε ο αξιωματικός φυλακής τις ερωτήσεις:

−Γιατί πήγατε;

−Θ’ αργήσουμε να φύγουμε; ρώτησα εγώ.

−Σε λίγο. Nα τελειώνουμε, βρε παιδιά, να πάτε σ’ το καλό. Πώς λέγεστε;

−Μηνάς… Τι ώρα θα φύγουμε δηλαδή;

−Σε λίγο. Να τελειώνουμε, βρε παιδιά, να πάτε στο καλό. Εσείς πώς λέγεστε;

−Γιάννης… Τι θα μας κάνετε; Θα μείνουμε εδώ ή θα φύγουμε;

−Σε λίγο, βρε παιδιά,… κλπ

Μέσα στην κούραση και την ταλαιπωρία, είχαμε κι όρεξη για αστειάκια με τον αγαθό και συμπαθή αστυνόμο. Κάποια στιγμή, τηλεφώνησε ο ναύαρχος Σταυρίδης και, αφού μίλησε με τον αξιωματικό, ζήτησα να του μιλήσω κι εγώ. Τον ενημέρωσα για το ποιος είμαι και, παρ’ όλο που γνώριζε τον Πατέρα μου, δεν δέχθηκε ν’ αποσύρει την μήνυση.

Πήγαμε στα σπίτια μας και την επομένη στην υπηρεσία μας. Ύστερα από δυο εβδομάδες και έχοντας ντυθεί κελευστής μηχανικός, ήρθε το σήμα. Με φώναξε ο Ύπαρχος Μανώλης Πατεράκης, ένας Πασόκος του κερατά και αφού μου έκανε δυο τρεις ερωτήσεις με ενημέρωσε ότι θα πάω στην διοίκηση κρατουμένων ΔΚ.

−Είσαι βασιλόφρων;

−Μάλιστα.

−Καλά, πήγαινε στο κρατητήριο για ένα μήνα και μετά θα έχεις να κάνεις μαζί μου.

Ωχ, σκέφτηκα και τότε τα μεγάφωνα φωνάξαν:

−Κελευστής μηχανικός Γκούμας στο γραφείο του Πρώτου μηχανικού.

Ωχ, ξανασκέφτηκα…

Όταν μπήκα, με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και με ρώτησε:

−Δεν μου λες, κελευστή… είσαι βασιλικός και πήγες στ’ Ανάκτορα;

−Μάλιστα, ψέλλισα, που πια δεν είχα να χάσω και τίποτα.

Σηκώθηκε επάνω, μ’ αγκάλιασε και μου είπε:

−Αγόρι μου εσύ. Μόλις γυρίσεις απ’ το κρατητήριο θα γίνεις γραμματέας μου. Λεβέντη μου εσύ.

−Ξέρετε, ο Ύπαρχος άλλα μου είπε, κύριε Πρώτε.

−Εγώ καθαρίζω για ‘σένα από ‘δώ και πέρα. Άσ’ τον να πάει να γαμηθεί ο κωλοπασόκος!

Η αλήθεια είναι πως, όταν επέστρεψα, κράτησε τον λόγο του κι είχα καλή μεταχείριση και δεν έμεινα και πολύ ένδον. Όλο άδειες είχα. Όταν ήμουν μέσα δε, το έσκαγα με τον φίλο μου τον Βίκτωρα Ηλιάδη και τρέχαμε με τον «Τζίγγερ» στα παραλιακά κέντρα ως το πρωί.

Στο κρατητήριο ήταν μόνο ένας κρατούμενος. Ένας κελευστής, που μου αυτοσυστήθηκε ως …Γκρέτα! Μια τρελλή αδελφή που έμελλε να μου κρατά παρέα για δυο εβδομάδες, με φύλακα τον Νίκο Μαυρακάκη της εφοπλιστικής οικογένειας. Ευτυχώς, ο Νίκος ήταν άψογος απέναντί μου κι είχα καλή αντιμετώπιση. Η Γκρέτα έκανε κάθε βράδυ σόου με σεντόνια και πετσέτες, έφτιαχνε καπέλα και φουστάνια κι έκανε τα βράδια μας λίγο πιο χαρούμενα. Τα πρωινά κάναμε ηλιοθεραπεία, μέχρι που ήρθε μια μέρα η σκουπιδιάρα και βρεθήκαμε ν’ αδειάζουμε κάδους στον Ναύσταθμο. Βρώμικη εμπειρία και κουραστική πρέπει να πω. Έκτοτε σέβομαι αφάνταστα τους σκουπιδιαραίους.

Μετά από είκοσι μέρες, έφτασαν καμμιά δεκαριά πρεζόνια απ’ την βάση υποβρυχίων και το κρατητήριο άλλαξε όψη. Η κράτηση από υποφερτή έγινε αβάστακτη. Μαζεύτηκα και βούτηξα σε λίγα βιβλία, που μου έφεραν, και ο καιρός πέρασε μέσα στην σιωπή.

Όταν, μετά από έναν χρόνο, τελείωσα το Ναυτικό και χαρούμενος που δεν θα ξαναέβλεπα τον αντιπαθή Ύπαρχο, ο οποίος με ταλαιπώρησε όσο μπορούσε, πήγα τρέχοντας στην Μητέρα μου να της δείξω το απολυτήριο.

−Τι δώρο θέλεις να σου κάνω;

−Θέλω να πάω με την φίλη μου την Αλεξία δεκαπέντε ημέρες στην Βιέννη και μετά Λονδίνο.

−Εν τάξει.

Πήγαμε Βιέννη, Μόναχο και, τέλος, στο Λονδίνο, όπου τηλεφώνησα στον Βασιλιά.

−Αύριο στις 12.

−Μπορώ να φέρω και τον εξάδελφό μου, τον Μανώλη Μαυρολέοντα;

−Να τον φέρεις.

Ο Μανώλης είχε την εντύπωση πως θα πηγαίναμε να δούμε έναν φίλο μου ή καμμιά θειά μας κι ετοιμαζόταν με το πάσο του, μέχρι που βγήκε κουστουμαρισμένος, αλλά φορώντας ένα τεράστιο καπέλο με φτερά.

−Τι είν’ αυτό;

−Από κάποιο αποκριάτικο πάρτυ. Θα το παίξω Φρειδερίκη!

−Βρε Μανώλη, σε δέκα λεπτά έχουμε ραντεβού!

−Να περιμένει.

−Ο Βασιλιάς δεν περιμένει! Εμείς πρέπει να ‘μαστε πιο πριν.

Φυσικά, φτάσαμε και ο Άναξ ήταν εκεί κι έπινε το Bloody Mary του…

−Μας συγχωρείτε, μα είχε κίνηση, είπα. Τι να πω; Πως έχω έναν τρελλιάρη εξάδελφο, που φορούσε καπέλα με φτερά και το ‘παιζε Φρειδερίκη και σας είχε γραμμένο;

Μιλήσαμε αρκετή ώρα και μου επανέλαβε διάφορες ιστορίες με τον Πατέρα μου και την ιστιοπλοΐα, που έτρεχαν μαζί, και που κάθε φορά που συναντιόμαστε ξεχνά ότι τις έχει χιλιοπεί και μου τις ξαναλέει με ενθουσιασμό και γελώντας. Να ‘ναι καλά ο άνθρωπος, όμως εκείνη την ημέρα θεώρησα πως ήταν σωστό να του ξεκαθαρίσω την «εισβολή» στο σπίτι του. Αφού μιλήσαμε για τα «της Χούντας» και τα «περί επιστροφής του Καραμανλή το ‘74», ήρθε κάπως βολική η συζήτηση και του το «πέταξα».

−Ξέρετε, Μεγαλειότατε, προ ενός έτους είχε γίνει μια διάρρηξη στο Τατόι. Δηλαδή… όχι ακριβώς διάρρηξη, αλλά… μπήκαν κάποιοι στο Ανάκτορο…

−Ναι, κάποιοι νεαροί του Ναυτικού, είπε διακόπτοντας

−Ο ένας ήμουν εγώ, ξέρετε…

−Μπα; είπε ψιλογελώντας.

−Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως δεν πήγαμε να κλέψουμε…

−Το πιστεύω, είπε ξαναδιακόπτοντας

−Ξέρετε… ο ναύαρχος Σταυρίδης…

−Άσ’ τον αυτόν! Είναι πολύ τυπικός και του καθήκοντος.

−Αισθάνομαι λίγο άσχημα και θα ήθελα να γνωρίζετε πως η πρόθεσή μας ήταν να το δούμε από απλή περιέργεια…

−Βρε Μηνά, ούτε να το συζητάς. Το καταλαβαίνω. Άλλο θέλω να μου πεις τώρα! Πώς είναι μέσα; Έχει ερημώσει; Έχουν σαπίσει τα πράγματα μέσα;

−Απ’ ό,τι είδα όχι, είπα. Έτσι, εκεί που σκόπευα ν’ απολογηθώ, πήρα και θάρρος, που μου το έδωσε Εκείνος, κι άρχισα να Του περιγράφω την κατάσταση του σπιτιού Του!

Δυο-τρεις ημέρες αργότερα, οδηγώ με λίγο περισσότερη ταχύτητα μπροστά απ’ το Μπάκιγχαμ, έχοντας πιει ένα ποτηράκι παραπάνω στο “Tramps”. Μας σταμάτησε η αστυνομία και, βλέποντας πως είμαστε δυο χαζοί Έλληνες οδηγοί, μας αφήνουν ελεύθερους οι δυο συμπαθείς μπάτσοι, εξηγώντας μας πως, προ ημερών, κάποιος μπήκε στ’ Ανάκτορα και σκαρφάλωσε στο δωμάτιο της Ελισσάβετ, εξ ου κι η αυστηρή περιπολία.

−Είδες, είπε με χαμόγελο ο εξάδελφός μου. Δεν είσ’ ο μόνος, αν αυτό σε κάνει να νοιώθεις πιο καλά!

Έναν χρόνο αργότερα, μου ήρθε το χαρτί του Ναυτοδικείου και κατέβηκα στην Ζέα. Μπήκα στην αίθουσα του Δικαστηρίου και βλέπω στην έδρα τον Πρόεδρο (του Ναυτικού), τον Εισαγγελέα (του Πεζικού) κι έναν ακόμη της Αεροπορίας. Ο Γιάννης ήταν εκεί με τους γονείς του, οι οποίοι με κοιτούσαν μ’ ένα διαπεραστικό βλέμμα μίσους σαν να κρατούσαν ένα νοερό μαχαίρι, έτοιμοι να μου το καρφώσουν. Περιμένοντας την σειρά μου, βγήκα έξω, ενθυμούμενος ότι τον εισαγγελέα τον είχαμε πάρει μαζί μας ως την Λήμνο, στην άσκηση «Παρμενίων» με τους λοκατζήδες για απόβαση.

Δεν πρόλαβα να βγω απ’ την αίθουσα κι ανοίγει η πόρτα και ξεπροβάλλει το κεφάλι του, κοιτώντας μια δεξιά και μια αριστερά. Μετά βγήκε έξω και, πλησιάζοντας, με ρώτησε:

−Είσαι ο Γκούμας;

−Μάλιστα.

−Ο Πατέρας σου ήταν ο Ευτύχιος, ο εφοπλιστής, που ήταν πρόεδρος στον Ολυμπιακό;

Ρεζίλι τον έχω κάνει τον Πατέρα μου μ’ αυτά και μ’ εκείνα και για παιδιακίστικες σαχλαμάρες.

−Μάλιστα, είπα γι’ άλλη μια φορά.

−Και στο Τατόι γιατί πήγες; Είσαι βασιλικός, παιδί μου;

Άντε πάλι, σκέφτηκα.

−Μάλιστα, ξαναείπα.

−Αγόρι μου, ήμουν φίλος του Πατέρα σου και χαίρομαι που είσαι δικός μας. Είσαι από τώρα αθώος!

−Δηλαδή μπορώ να φύγω;

−Κάτσε να σε δικάσουμε, είπε και ξαναμπήκε μέσα.

Πάλι καλά, σκέφτηκα.

Στην δίκη ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα κι εκείνος είπε ξερά-ξερά:

−ΑΘΩΟΙ.

−Είστε βέβαιος, κύριε Εισαγγελεύ;

−Βεβαιότατος, κύριε Πρόεδρε. Παιδιά είναι. Μια βόλτα πήγαν.

−Μα τι βόλτα; Στα Ανάκτορα μπήκαν!

−Αθώοι είπα! και σήκωσε ο «της αεροπορίας» τους ώμους του.

Βγήκαμε έξω και, κατεβαίνοντας τις σκάλες, σκεπτόμουν εκείνο το τζάμι του παραθύρου που σπάσαμε εκείνη την ημέρα. Τι αφέλεια, τι βλακεία… και όπως έλεγε η Μητέρα μου αργότερα:

−Ένα σινεμά δεν μπορούσατε να πάτε; Θέλατε να μπείτε στο Παλάτι;

Με σταμάτησε ο Γιάννης, καθώς έφευγα, για να με χαιρετήσει.

−Όλα οκ, έτσι;

−Ναι, Γιάννη.

−Στην Κέρκυρα έχεις πάει;

−Έχω. Γιατί;

Και, γελώντας, μου είπε:

−Στο Μον Ρεπώ, όμως, δεν έχεις μπει!