Ο αγωνιστής του ’21 Θανάσης Αλιφέρης

Kατάντησε διακονιάρης στην Αθήνα

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

 

Πολεμική Σκηνή από την Επανάσταση. Από τις Συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης.

 

Δεν μπορούσε να εξασφαλίσει το καθημερινό ψωμί για τον ίδιο, τη γερόντισσά του και τη μονάκριβη κόρη του, που δεν είχε καταφέρει ακόμη να παντρέψει: «Οι γαμπροί ζητούνε τώρα χρήματα και ρουχισμό και κομούς» έλεγε για να δικαιολογήσει το γεγονός πως είχε φτάσει 26 χρόνων η κόρη του και δεν είχε ακόμη «αποκατασταθεί». Αλλά δεν τον ένοιαζε τόσο όσο τον ενδιέφερε ότι κάηκαν τα πρωτότυπα πιστοποιητικά που αποδείκνυαν τους αγώνες του.

Κάτοικος του Μεταξουργείου, το 1881, είχε περάσει τα ενενήντα, ζούσε στο δικό του κόσμο και σερνόταν διακονεύοντας. Σερνόταν γιατί δεν είχε πόδια. Τα είχε αφήσει στην Αράχοβα: «Όταν χίλιοι άνδρες εκλείσθησαν εν φοβερώ χειμώνι υπό γιγάντιον χιόνα, αποδεκατισθέντες, υποστάντες έπειτα όπως σωθώσιν εν τη ζωή οδυνηράς εγχειρήσεις». Φορούσε όμως τη φουστανέλα, την ίδια που περιέφερε ως μαχητής στο Δερβένι και τα Σάλωνα. Τον γνώριζαν όλοι. Ακόμη και ο Αχιλλεύς Παράσχος τον είχε ψάλει.

Εκ Λεβαδείας…

Είχε την ιστορία του ο γερο-καπετάνιος Θανάσης Αλιφέρης «εκ Λειβαδείας» και με λίγα λόγια παρουσιάστηκε στην εφημερίδα του Βλάση Γαβριηλίδη. Υπηρέτης του Παλαιών Πατρών Γερμανού, βρέθηκε στην ακμή της ηλικίας του όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Διήνυσε όλα τα στάδια της τιμής. Από στρατιώτης μέχρι τριακοσίαρχος. Επί Όθωνος «τω παρεχώρησαν βοήθειαν 74 ταλλήρων», επί Δεληγιώργη έπαιρνε 80 δραχμές για να καταλήξει με ένα βοήθημα 50 δραχμών. Αλλά δεν έφταναν και εκείνος έζησε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.

Βγήκε στη διακονιά διατηρώντας το αρειμάνιο μουστάκι του, δίνοντας τη μάχη της ζωής μέχρι τα στερνά. Μπορεί να του έλειπαν τα πόδια, αλλά η φωτιά έκαιγε ακόμη στα στήθη του. Όταν τον συνάντησαν οι δημοσιογράφοι στον δρόμο έγραψαν: «Έχει ακόμη φωτιά εις τα στήθη του, περιμένων να γίνη κίνημα, να πάη στον πόλεμον καβάλα ο χωλός αγωνιστής, να δείξη σ’ τα τωρινά παιδάρια τους αξιωματικούς τι θα πη ανδρεία»! Φλόγιζαν τα μάτια του, σηκωνόταν η γενειάδα του και εξογκώνονταν τα τοξοειδή φρύδια του όταν μίλαγε για κινήματα και πολέμους ο γερο-Θανάσης.

Φουστανελοφορούσα…

Το κείμενο στην εφημερίδα του Γαβριηλίδη είναι συγκλονιστικό: «Η Βουλή πρέπει να άρη από των δρόμων αυτό το φάντασμα Αγωνιστού διακονιάρη, αυτήν την κατάρα της γενεάς μας, ότι την δόξαν μας την ζωντανήν ακόμα, όχι την δόξαν την λευκήν, την μαρμαρίνην του Περικλέους, αλλά την πορφυράν, την θερμήν ακόμη από το αίμα του Καραϊσκάκη, την περιφέρομεν διακονιάρισσαν, ακρωτηριασμένην, φουστανελοφορούσαν ανά τας οδούς και συνάζουσαν πεντάρας. Αίσχος! Αίσχος!».

«Την καλήν μας, την μεγάλην μας, την γενναίαν μας επανάστασιν του ‘21 την εκάμαμεν Διακονιάρισαν του ‘81» έγραφε ο Γαβριηλίδης και καλούσε τους αναγνώστες του, όταν συναντήσουν τον διακονιάρη στον δρόμο, να σκύψουν και να γονατίσουν μπροστά στη μεγάλη αμαρτία «ην πάντες εν ονόματι του Αλιφέρη διαπράξαμεν». Και τους προέτρεπε να σηκώσουν τον Καπετάνιο και με δόξα και τιμές να τον ανορθώσουν «επί των τεθλασμένων ποδών του». Αλλά δεν πρόλαβαν γιατί ο γέρος κουράστηκε και έφυγε από τη ζωή.