Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Ανακοινώθηκε προ ολίγων ημερών ότι το υπουργείο Πολιτισμού -διά της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλεως Αθηνών- αποφάσισε τη συντήρηση, αποκατάσταση και ανάδειξη των κτηριακών καταλοίπων του Μεντρεσέ των Αθηνών, ιστορικού διατηρητέου μνημείου, καθώς και τμημάτων του υστερορωμαϊκού τείχους και των λοιπών ερειπίων, που διασώζονται στο ίδιο ακίνητο, στο τέρμα της οδού Αιόλου και στη συμβολή της με την οδό Πελοπίδα στην Πλάκα. Στόχος η δημιουργία ενός οργανωμένου και επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου στην καρδιά του ιστορικού κέντρου των Αθηνών.
Η παρέμβαση του υπουργείου Πολιτισμού, όπως ανακοινώθηκε από την υπουργό κ. Λίνα Μενδώνη, έρχεται να αποκαταστήσει μία εκκρεμότητα που κρατά περισσότερο από έναν αιώνα. Από τότε, δηλαδή, που κατεδαφίσθηκε το κτιριακό συγκρότημα, προκαλώντας μάλιστα σφοδρές αντιδράσεις περί των οποίων έχουμε γράψει σε παλαιότερη σημείωμά μας. Εξάλλου, όπως αναφέρει και η υπουργός, επικρατεί εικόνα εγκαταλείψεως και υφίστανται δομικά προβλήματα και εκτεταμένες οικοδομικές βλάβες. Επ’ ευκαιρία της σωστικής παρεμβάσεως φέρνουμε στο φως μία άγνωστη πτυχή της ιστορίας του Μεντρεσέ.
Η πρωτοβουλία
Διότι πριν από 88 χρόνια επρόκειτο στον χώρο να δημιουργηθεί από τον «Σύλλογο των Αθηναίων» το «Μουσείον των Αθηνών»! Όλα είχαν ξεκινήσει το 1937 και με μία ρομαντική προσπάθεια να διασωθούν άγνωστες σελίδες και τεμήρια της ιστορίας των Αθηνών. Ήταν πρωτοβουλία νέων ανθρώπων, γόνων γηγενών Αθηναϊκών οικογενειών, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει την «Ένωσιν των Αθηναίων του Τόπου» στην οποία δικαίωμα εγγραφής είχαν μόνον οι απόγονοι Αθηναϊκών οικογενειών που κατοικούσαν στην πόλη προ του 1821!
Σε εκδήλωση στον Παρνασσό προς τιμήν του παλαιού Αθηναίου νομικού και πολιτικού Νικολάου Λεβίδη (1868-1942) ανακοίνωσαν την απόφασή τους να δημιουργήσουν, από κοινού με τον «Σύλλογο των Αθηναίων», το «Μουσείο των Παλαιών Αθηνών», ανακηρύσσοντας Πρόεδρο τον τιμώμενο. Πρώτο βήμα ήταν να οργανώσουν «Έκθεση Αθηναϊκών Κειμηλίων» [1]. Ο «Σύλλογος των Αθηναίων» απηύθυνε έκκληση στα μέλη του να προσφέρουν ιστορικά κειμήλια, όπλα, σκεύη, ενδυμασίες, έγγραφα και πάσης φύσεως τεκμήρια. Η ανταπόκριση ήταν εντυπωσιακή, όπως και τα δημοσιεύματα στον Τύπο.
Η προαναγγελία
Πριν ανοίξει τις θύρες της η Έκθεση εκτεταμένα δημοσιεύματα παρουσίαζαν το περιεχόμενο και τη φιλοσοφία της. Διακρίνεται ένα ενθουσιώδες δημοσίευμα του 30χρονου δημοσιογράφου Δημήτρη Ψαθά[2]. Ασχολήθηκε επανειλημμένως με την πρωτοβουλία αυτή των Αθηναίων και ήταν μάλλον ο πρώτος που δημοσιοποίησε ότι απώτερος σκοπός της Έκθεσης που έμελλε να πραγματοποιηθεί ήταν η δημιουργία ενός Μουσείου. Έγραφε μεταξύ άλλων:
«Η Αθήνα επήρε σήμερα την μορφήν μεγάλης συγχρόνου πόλεως και αποβάλλει κάθε μέρα και περισσότερο το παλαιό της χρώμα. Εναντίον αυτού του κινδύνου που γίνεται ημέρα με την ημέρα εμφανέστερος εκινήθηκαν οι γηγενείς Αθηναίοι που αισθάνονται φυσικά περισσότερη στοργήν κι’ αγάπην για την πόλιν αυτήν όπου εγεννήθηκαν και έδρασαν οι πρόγονοί τους. Έχουν όλοι αυτοί κάτι παλαιό στα σπίτια τους, στις συλλογές τους, ντοκουμέντα αξιόλογα που θα μπορούσαν κάπου να συγκεντρωθούν και ν’ αποτελέσουν το ”Μουσείον των Αθηνών”. Αυτού του μουσείου απαρχή είναι η έκθεσις που ανοίγει το πρώτο δεκαήμερον του Φεβρουαρίου».
Δημήτριος Σκουζές: «Είθε…»
Τα εγκαίνια έγιναν την Παρασκευή, 16 Απριλίου 1937, με αφορμή την έναρξη των εορτών της Εκατονταετηρίδος του Πανεπιστημίου που συμμετείχε στην Έκθεση Κειμηλίων. Την έκθεση εγκαινίασε πρώτος με ομιλία του ο Γενικός Γραμματεύς του «Συλλόγου των Αθηναίων» Δημήτριος Σκουζές. Ανάμεσα στα άλλα ανέφερε πως «Ο Σύλλογος των Αθηναίων, όστις ανέκαθεν έτρεφε τον θερμόν πόθον να ίδη ιδρυόμενον το μουσείον της πόλεως, του οποίου την έλλειψιν ασφαλώς θα αισθανώμεθα όσοι αγαπώμεν τας Αθήνας μας, επικροτών ολοψύχως την ευγενή αυτήν προσπάθειαν των φιλαθηναίων νέων της “Ενώσεως των Αθηναίων του Τόπου”, συνέπραξε μετ’ αυτών εκθύμως… Είθε η σήμερον εγκαινιαζομένη έκθεσις των αθηναϊκών κειμηλίων να είναι ο πυρήν, από τον οποίο θα σχηματισθή το “Μουσείον των Αθηνών”, των αιωνίων Αθηνών»[3].
Στον Μενδρεσέ!
Ήταν τέτοια η επιτυχία εκείνης της δραστηριότητος ώστε δεν άργησε να δρομολογηθεί το όραμα των οργανωτών της, όπως είχε εκφρασθεί από τον Δημήτριο Σκουζέ και ήταν η δημιουργία του Μουσείου των Αθηνών. Που θα γινόταν και ποιο θα ήταν το περιεχόμενο και η φιλοσοφία του; Είχε ανάγκη η Αθήνα από ένα ακόμη Μουσείο; Τις απαντήσεις ανέλαβε να δώσει και πάλι ο Δημήτρης Ψαθάς, ο οποίος παρακολουθούσε στενά τις πρωτοβουλίες του «Συλλόγου των Αθηναίων» και φρόντιζε να τις καλύπτει δημοσιογραφικά.
Ο ίδιος ανέλαβε, λοιπόν, να φέρει στη δημοσιότητα τις πρώτες διεργασίες και προτάσεις για την ίδρυση του πολυπόθητου Μουσείου των Αθηνών, το οποίο καλείτο να συγκεντρώσει και να φυλάξει ότι διαφυλάχθηκε από τους χρόνους της Επαναστάσεως και τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας των Αθηνών «ντοκουμέντα σοβαρά και ασήμαντα, μα πάντα ντοκουμέντα μιας περιόδου ιστορικής, που τονώνουν την μνήμη, ξυπνούν τις αναμνήσεις και δημιουργούν ατμόσφαιρα».
Αφού ανέφερε όσα είχαν προηγηθεί με την έκθεση και την επιτυχία της και το γεγονός ότι είχαν πλέον τεθεί «οι πρώτες βάσεις του μουσείου», όπως έγραφε χαρακτηριστικά. Ανακοίνωνε λοιπόν, μέσω των στηλών της εφημερίδος «Αθηναϊκά Νέα» ότι ο σκοπός είχε πραγματοποιηθεί: «Ύστερα από πολλές συνεννοήσεις για το κτίριο, όπου θα στεγάζεται το ωραίο αυτό μουσείο, το κράτος παρεχώρησε το καταλληλότερο ίσως κτίριο που θα ημπορούσε να χρησιμοποιηθή για τον σκοπόν αυτό. Τον περίφημο Μενδρεσέ του Μοναστηρακιού»[4].
Η ιστορία του
Στη συνέχεια ανέφερε μερικά ιστορικά στοιχεία γράφοντας: «Το περίεργο αυτό κτίριο που ξαφνιάζει κάπως τον σημερινό Αθηναίο είναι πολύ παληότερο από ό,τι ίσως φαίνεται. Οι ειδικοί αναφέρουν ότι έχει κτισθή τον δέκατον έβδομο αιώνα κι εχρησίμευσε ως σχολή ιεροσπουδαστών. Στα τελευταία χρόνια της δουλείας το κτίριο αυτό εστάθηκε ιστορικό με τον αιωνόβιο πλάτανό του που διετηρείτο ακόμη έως τα τελευταία χρόνια της βασιλείας Γεωργίου του Α΄. Στους κλάδους του γέρικου εκείνου δένδρου εγίνοντο οι απαγχονισμοί των καταδίκων. Αργότερα ο Μενδρεσές εχρησιμοποιήθη ως φυλακή, επί πολλά χρόνια, και στις ταραχές της μεταπολιτεύσεως του 1862 πολλοί από τους πολιτικούς εφυλακίσθησαν στα κελλιά του».
Επιχειρηματολογούσε μάλιστα αναφέροντας ότι ήταν άριστη η ιδέα να χρησιμοποιηθεί το μουσειακό αυτό κομμάτι των Αθηνών. «Διότι, όπως έγραφε, ένα μουσείο εκπληροί τον προορισμό του, φυσικά, οπουδήποτε και αν στεγάζεται. Τον πραγματοποιεί όμως καλλίτερα όταν όλα τα αντικείμενα που το αποτελούν βρίσκονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα συγγενή, όπως είναι η ατμόσφαιρα των παληών κτιρίων που και μόνα τους ακόμα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενα μουσειακά». Πρόσθετε δε ότι θα περιλάμβανε έγγραφα της Τουρκοκρατίας, πολύτιμα αντικείμενα οικιακής χρήσεως της εποχής, φορεσιές, φωτογραφίες «ολόκληρο το υλικό που είδαμε στην έκθεσι των Αθηνών».
Τι απέγινε;
Οπωσδήποτε οι συνεννοήσεις προχώρησαν ταχύτατα, αλλά απορρίφθηκε η περίπτωση του Μεντρεσέ, προφανώς λόγω του υψηλού κόστους, αφού ήταν ερειπωμένος και σε άθλια κατάσταση. Επελέγη όμως το γειτονικό Φετιχέ Τζαμί και εκδόθηκε το απαραίτητο Βασιλικό Διάταγμα που ρύθμιζε όλες τις λεπτομέρειες. Ο σχεδιασμός ήταν εντυπωσιακός αφού ενεπλάκησαν ο Φώτης Κόντογλου που ανέλαβε τη διακόσμηση και ο αρχιτέκτονας Ανδρέας Πλουμιστός που ανέλαβε τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις[5].
Τα αντικείμενα μεταφέρθηκαν εντός του μνημείου και κυλούσαν αρμονικά τα πράγματα μέχρι που ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Περιγράψαμε άλλοτε τις περιπέτειες που ακολούθησαν και την τύχη τόσο του σχεδίου όσο και των αντικειμένων τα οποία επρόκειτο να τοποθετηθούν στον χώρο. Εντέλει, μόλις το 2022, ο «Σύλλογος των Αθηναίων» εγκαινίασε το «Αθηναϊκό Μουσείο», στις εγκαταστάσεις του στην Πλάκα (Κέκροπος 10) περιλαμβάνοντας τα περισσότερα από τα εκθέματα της δεκαετίας 1930, καθώς και πλήθος νέων δωρεών διακεκριμένων Αθηναϊκών οικογενειών.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία», 30 Μαρτίου 2026.




