«Πνευματοποιεία»: Τα… μπαράκια που είχαν κατακλύσει τη ρομαντική Αθήνα

Οι νέες μόδες στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ό αιώνα

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Παρέα ανδρών σε εξοχικό ποτοπωλείο αρχές 20ού αιώνα. Φωτ. αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ.

Βιώνουμε την κυριαρχία των αποκαλούμενων καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και παρακολουθούμε τα νέα στέκια που δημιουργούνται σε όλες τις ελληνικές πόλεις. Μπαράκια που λόγω της κρίσης μετατρέπονται σε χώρους νυκτερινής ευωχίας (μπουζουξίδικα) και περιοχές που κατακλύζονται από οχλούσες χρήσεις, όπως είναι η πλατεία της Αγίας Ειρήνης στην Αθήνα. Άλλοτε στην Πλάκα και στο Θησείο, ύστερα στου Ψυρρή και στο Γκάζι, μετά στον Κεραμεικό και στο Μεταξουργείο. Σύγχρονες πρακτικές που αποσκοπούν στο κέρδος και νέες μόδες, όπως τα αποκαλούμενα ρακόμελα που συγκινούν ιδιαίτερα τον φοιτητόκοσμο.

Ευκαιρία, λοιπόν, για ένα σύντομο ταξίδι στο παρελθόν για να συναντήσουμε τα ποτά που κατανάλωναν οι Έλληνες από τότε που απελευθερώθηκε η χώρα. Δηλαδή στα χρόνια του Όθωνα και στα πρώτα χρόνια του Γεωργίου Α΄. Το μόνο ποτό που γνώριζαν ήταν το αθάνατο ρετσινάτο. Δεν είχαν ακόμη κατακλύσει και την Αθήνα οι ξένες συνήθειες. Κάθε νοικοκύρης της Πλάκας έβαζε και τρία-τέσσερα βαρέλια τη χρονιά για πώληση. Δεν προσφέρονταν βεβαίως μεζέδες. Το πολύ ένα πιάτο θρούμπες ελιές και μισό καρβέλι σπιτικό μαύρο ψωμί. Οίκτιρε ο κόσμος όσους κατανάλωναν μαστίχα, ρακί ή ρούμι, προβλέποντας ότι ήταν λίγα τα… ψωμιά τους.

Μία από τις χειρότερες κρίσεις και αρνητικές γνώμες για κάποιον ήταν όταν έλεγαν πως αυτός «πίνει σπίρτα». Υπήρχε ωστόσο και μια σημαντική ομάδα πληθυσμού που κατανάλωνε ρακί. Ανάμεσά τους και ηλικιωμένες γυναίκες που τα βράδια έκρυβαν κάτω από τις ποδιές τους μικρά μποτιλάκια για να μην τις βλέπει η γειτονιά. Πήγαιναν έξω από τη μπακαλοταβέρνα, αφού γυναίκα δεν πατούσε το πόδι της μέσα, καλούσαν το μπακαλόπαιδο και αγόραζαν ρακί. Οι μαρτυρίες που υπάρχουν αναφέρουν πως ήταν πολλές οι γριές που συνήθιζαν να πίνουν. Μόνο στο παλαιό Δημοπρατήριο, εκεί που συμβάλουν σήμερα η οδός Μητροπόλεως με την Αιόλου, Κυριακές και γιορτές, στο μπακάλικο του Παναγιωταρά εμφανιζόταν κατανάλωση μαστίχας.

Εκεί, δύο τρεις παρέες εμπόρων και καταστηματαρχών που κατανάλωναν ένα ορεκτικό, έπιναν μια μαστίχα και ύστερα κατευθύνονταν στα σπίτια τους. Όρθιοι και χωρίς μεζεδάκια. Όσο για το ρακί καταναλωνόταν μαζί με το ροσόλι στις γιορτές και στα σπίτια… δεύτερης και τρίτης τάξης. Το συνήθιζαν οι γυναίκες που έπαιρναν ένα ρακί ή ένα ροσόλι για να χαιρετίσουν το σπίτι που γιόρταζε μαζί με μια κουταλιά βύσσινο, μαστίχα, κίτρο ή ακόμη και μπελτέ. Οπότε τα αποκαλούμενα «Πνευματοποιεία» μετριούνταν στα δάχτυλα. Ξακουστό ήταν του Φελιούρη, λίγο παρακάτω από το Μοναστηράκι. Η κοινωνική όμως εξέλιξη μετέβαλε στη συνέχεια τις έξεις και τις συνήθειες του κόσμου. Άκουγαν στην Αθήνα και έφριτταν πως στη Σμύρνη έπιναν για… ορεκτικό πέντε και δέκα πενηνταράκια μαστίχα. «Το σηκώνει το κλίμα» υποστήριζαν πολλοί.

Διασταύρωση των οδών Σταδίου και Αιόλου στο ύψος των Χαυτείων, άποψη του 1889.

To πρώτο «Πνευματοποιείον» στα Χαυτεία

Αλλά όπως αποδείχθηκε το σήκωνε και το κλίμα των Αθηνών. Το πρώτο «Πνευματοποιείον» ή «Ποτοπωλείον» άνοιξε στα Χαυτεία. Πριν ακόμη τελειώσει ο 19ος αιώνας είχαν εξαπλωθεί παντού. Δεκαπέντε στην οδό Σταδίου, δέκα στα Χαυτεία και δεκαπέντε γύρω από την Αγορά. Αλλά τόσα είχαν εξαπλωθεί σε άλλα γειτονικά κέντρα και στις εξοχές γύρω από την πρωτεύουσα και καθημερινά αυξάνονταν οι καταναλωτές του ούζου, της μαστίχας και του κονιάκ. Το υποτιθέμενο κακό του παρελθόντος είχε επικρατήσει πλέον ως ανάγκη. Τα «Πνευματοποιεία» διαιρούνταν σε δύο τάξεις. Στα «καθώς πρέπει» που ξεκινούσαν από την πλατεία Συντάγματος και εξαπλώνονταν στις δύο πλευρές της οδού Σταδίου και έφταναν μέχρι τα Χαυτεία. Σ’ αυτά τα ποτά κόστιζαν δέκα λεπτά το καθένα. Και στα «λαϊκά», αυτά που εξαπλώνονταν γύρω από την Δημοτική Αγορά της οδού Αθηνάς και το ποτό κόστιζε μόλις πέντε λεπτά.