Πως… γεννήθηκαν οι φράσεις «πάρε πόδι» και «τώρα σώθηκες»

Οι δύο ατάκες που χρησιμοποιήθηκαν από τα χαμίνια του Ψυρρή το 1909!

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Τόσα και τόσα έχουν γραφτεί για φράσεις που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, αλλά ακόμη δεν έχει λυθεί το μυστήριο πως γεννήθηκαν οι φράσεις «πάρε πόδι» και «σώθηκες» ή «τώρα σώθηκες», τις οποίες τόσο συχνά χρησιμοποιούμε. Τη μεν πρώτη όταν θέλουμε να παροτρύνουμε κάποιον να φύγει με δηκτικό τρόπο, ενώ τη δεύτερη όταν επιθυμούμε να ειρωνευτούμε κάποιον. Αυτές οι δύο φράσεις της καθημερινότητάς μας έχουν τρία κοινά χαρακτηριστικά. Αμφότερες γεννήθηκαν στη συνοικία του Ψυρρή, περίπου την ίδια χρονική περίοδο, και χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από τα περίφημα χαμίνια, τους περίφημους εκείνους μικρούς μάγκες.

Ως προς τη χρονική περίοδο, και οι δύο φράσεις άκμασαν στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, τη διετία 1909-10. Όπως ήταν φυσικό, η ευρεία διάδοσή τους προκάλεσε και τις απαραίτητες ερμηνείες. Για το «πάρε πόδι» κάποιος από τους μορφωμένους δασκάλους, από εκείνους που ξέπεφταν στα καπηλειά της ακμάζουσας λαϊκής συνοικίας και του οποίου το όνομα δεν διασώθηκε, δίδασκε τους ομοτράπεζούς του και έδινε εξηγήσεις για τη φράση που είχε ξεπηδήσει από τη συνοικία του Ψυρρή και είχε εξαπλωθεί, με «ηλεκτρικήν ταχύτητα εις όλην την Ελλάδα».

Χαμίνια, αρχές 20ού αιώνα. 

«Οι αιώνες αντιγράφουσιν αλλήλους, είναι ο αιώνιος και αναλλοίωτος νόμος δι’ όλον τον κόσμον» επέμενε ο δάσκαλος, υποστηρίζοντας πως το «πάρε πόδι» εμφανίστηκε και πάλι στην αθηναϊκή σκηνή αφού διέσχισε περίπου 25 αιώνες! Για να στηρίξει μάλιστα την άποψή του, ανέφερε πως ο Σοφοκλής, στο έργο του «Οιδίπους Τύραννος», λέγει «φυγά πόδαν νωμάν» και πως ο Ευριπίδης στη «Μήδεια» λέγει «αναλλάσσου πόδα». Αυτά πρόλαβε να αναφέρει ο δάσκαλος προτού τον διακόψουν οι φωνές των χαμινίων και τον κάνουν κυριολεκτικά να «πάρει πόδι».

Ακόμη πιο αναλυτικός υπήρξε ο ξεχασμένος δημοσιογράφος και χρονογράφος Γεώργιος Πλατής, ο οποίος ασχολήθηκε με το θέμα περίπου στα μέσα του 1910. Όπως πιστοποιεί, ήδη η φράση «πάρε πόδι» βρισκόταν σε παρακμή, αφού είχε κυριαρχήσει επί έναν χρόνο στην Αθήνα. «Επήρε πόδι και αυτή» έγραφε ο Γ. Πλατής[1], ο οποίος αναφέρει ότι πριν αποχωρήσει, έδωσε «τη θέση της εις άλλο μότο, εις νέαν λαϊκήν ρήσιν, την λέξιν “σώθηκες”!». Η χρήση της άρχισε τον Απρίλιο 1910 και τη μεταχειρίζονταν χάριν ελαφράς ειρωνείας ή για να δώσουν τέλος σε συζήτηση ή ομιλία, η οποία δεν τους αρέσει ή τους δυσαρεστεί. Έτσι, αν κάποιος συναντούσε έναν φίλο του να αγοράζει τσιγάρα ή κάτι άλλο, θεωρούσε απαραίτητο, μετά τον χαιρετισμό ή αντί χαιρετισμού, να του πει: «Σώθηκες» ή «Τώρα σώθηκες»! Τα χαμίνια, άμα τύχαινε να δουν κάποιον κύριο να ανεβαίνει σε άμαξα κι όταν η τελευταία ξεκινούσε, φώναζαν με στεντόρεια τη φωνή και με ζηλότυπη ειρωνεία: «Σώθηκες». Το μότο απευθυνόταν τόσο προς εκείνον που είχε βρει αμάξι όσο και προς τον αμαξηλάτη που είχε βρει αγώγι.

«Μπάλωναν» τα πάντα με συντομία!

Εκείνος που θα ασχοληθεί με τη γέννηση και τη χρήση των πρόχειρων αυτών φράσεων, θα διαπιστώσει ότι ο λαός τις χρησιμοποιούσε για να μπαλώνει τα πάντα σύντομα και με επιτυχία. Συνηθίζει δε να αλλάζει συχνά το συνηθισμένο μότο του, σε αντίθεση με τα άτομα, τα οποία διατηρούν τις προσφιλείς φράσεις τους αν όχι διά παντός αλλά τουλάχιστον για μερικά χρόνια. Όσο για τον χρόνο ζωής των φράσεων στα λαϊκά στόματα, ο Γ. Πλατής βεβαίωνε πως δεν ζούσαν για μερικούς μήνες, πάντως όχι περισσότερο από έναν χρόνο. Ορισμένες δε εξ αυτών, όπως το «πάρε πόδι» και το «σώθηκες», αγαπήθηκαν περισσότερο από άλλες και έφτασαν μέχρι τις ημέρες μας.