Τα ανθοφόρα γαϊδουράκια στην προπολεμική Αθήνα

Πως εμφανίσθηκαν και πότε εξαφανίσθηκαν τα υπαίθρια ανθοπωλεία πάνω στα τετράποδα

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

 

Πλανόδιος ανθοπώλης με τον γαϊδαράκο του σε δρόμο των Αθηνών (Φωτογραφικό αρχείο Π. Πουλίδη -ΕΡΤ)

Υπήρξε εποχή που οι Αθηναίοι όνοι, τα γαϊδουράκια, τα οποία κάποτε πρωταγωνιστούσαν στην καθημερινή ζωή προσφέροντας τις υπηρεσίες τους,  μεταβλήθηκαν σε κινητά ανθοπωλεία! Στις αρχές της δεκαετίας 1930 είχαν μεγάλη ζήτηση τα άνθη στην πρωτεύουσα και πολλοί ήταν εκείνοι που κέρδιζαν εμπορευόμενοι λουλούδια στο κέντρο και στις γειτονιές, σε δρόμους και πλατείες. Ερχόταν πάλι στην επικαιρότητα μια παλαιά βυζαντινή συνήθεια που ήθελε τα σπίτια, τις ημέρες γιορτών και πανηγυριών, να στολίζονται με κλαδιά αειθαλών φυτών (δάφνες, κισσούς, φοίνικες κ.ά.). Έτσι βρέθηκαν τα γαϊδουράκια φορτωμένα από κλαδιά πεύκων, μύρτα και σχίνους, μέχρι κουμαριές, ρείκια και ολόδροσες πρασινάδες.

Είναι μέρος της ιστορίας των Αθηνών αλλά και όλων των ελληνικών τόπων ο «κυρ Μέντιος». Ο Μιλτιάδης Λιδωρίκης πρώτος είχε παρατηρήσει, το 1924[1], πως στη γωνία Σταδίου και Γεωργίου Σταύρου, στάθμευε ένας γαϊδαράκος φορτωμένος με λουλούδια. Τον είχε εκεί το αφεντικό του, ένας μεσήλικας από τα Μεσόγεια που φορούσε τα παραδοσιακά κοντοβράκια. Το υπομονετικό τετράποδο ήταν φορτωμένο με δύο κάσες πετρελαίου, μία από κάθε πλευρά και μέσα λουλούδια διάφορα, σφιχτοδεμένα με άθλιο τρόπο σε ματσάκια. Βιόλες, τουλίπες, μπλοέ, πασχαλιές απέδωσαν στο ζωντανό την προσωνυμία «ανθοφόρος γάιδαρος»!

Προκαλούσε δε εντύπωση, διότι μέχρι τότε όσοι περπατούσαν στους κεντρικούς δρόμους των Αθηνών είχαν συνηθίσει να βλέπουν ξυπόλητους να πωλούν μενεξέδες, φτωχοκόριτσα ρακένδυτα να προσφέρουν γαρύφαλλα, γριούλες να κρατούν κρίνους ή γέρους πωλητές τριαντάφυλλων.

«Για δε, για δε γαϊδούρι με λουλούδια», ήταν το επιφώνημα έκπληξης, με το οποίο το υποδεχόταν ο κόσμος. Αραιά και πού, λοιπόν εμφανίζονταν στην αρχή οι «ανθοφόροι γάιδαροι», οι οποίοι λίγα χρόνια αργότερα πλήθυναν. Εξάλλου, έφτασε η εποχή που κάθε σπίτι, μικρό ή μεγάλο, μονώροφο ή πολυκατοικία, είχε τις δροσιές και τις πρασινάδες του.

Έτσι αυξήθηκαν και οι πλανόδιοι ανθοπώλες, οι οποίοι επιστράτευαν τα γαϊδουράκια τους για να μεταφέρουν όσο περισσότερο εμπόρευμα μπορούσαν. Εξάλλου, αποτελούσαν ταυτοχρόνως και τη ζωντανή διαφήμισή τους. Έφτασαν στο σημείο τα τετράποδα να στολίζονται μεγαλοπρεπώς με κίτρινες μαργαρίτες ή ανεμώνες, ζαμπάκια και μενεξέδες. Αύξανε, λοιπόν, η πελατεία των ανθισμένων γαϊδάρων που στήνονταν στα σταυροδρόμια απ’ όπου περνούσαν επιστρέφοντας στα σπίτια τους οι Αθηναίοι και οι Αθηναίες. Κοιτίδα τους βεβαίως παρέμενε η πλατεία Αγίας Ειρήνης, απ’ όπου και διαχύθηκαν στα μεγάλα και πολιτισμένα κεντρικά ανθοπωλεία της οδού Σταδίου.

Από εκεί απλώθηκαν στην Ομόνοια, πέρασαν στην πλατεία Κλαυθμώνος και εν τέλει στην πλατεία των Ανακτόρων (άνω πλατεία Συντάγματος). Αλλά η ζήτηση ήταν μεγαλύτερη και η παραγωγή ανθέων αυξήθηκε. Εμφανίσθηκαν άνθη σε γλάστρες και φυτά παντός είδους στις λαϊκές αγορές, όπου υπήρχαν ακόμη και δένδρα καρποφόρα. Και πάλι όμως δεν άρκεσαν τα κέντρα αυτά, οπότε επιστρατεύθηκε ο γάιδαρος. Ανθοστολίστηκε γραφικά και άρχισε η περιφορά του στους δρόμους και στα αθηναϊκά κέντρα.

Τα τετράποδα αντικαταστάθηκαν από… τρίκυκλα

Σε μια εποχή που τα αυτοκίνητα αυξάνονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο γάιδαρος επανερχόταν στους κεντρικούς δρόμους, πολύχρωμος και χαρούμενος. Όσο και να ήταν το βάρος που κουβαλούσε πλέον δεν είχε σχέση με τα υπερβολικά και βασανιστικά βάρη παλαιότερων εποχών. Τα ανθοφόρα τετράποδα συνέχισαν επί αρκετές δεκαετίες να εξυπηρετούν τα αφεντικά τους, μέχρι που δεν μπορούσαν πλέον να κυκλοφορήσουν στους δρόμους της πρωτεύουσας. Οπότε αντικαταστάθηκαν από τα τρίκυκλα που στάθμευαν και αυτά σε κεντρικά σημεία πουλώντας λουλούδια. Μέχρι και τη δεκαετία του 1970 πολλοί εξ αυτών υπήρχαν στους δρόμους των γειτονιών.

Αλλά η ομορφιά και ο ρομαντισμός είχε πλέον χαθεί. Μαζί με τα όμορφα ζωντανά που έφυγαν από τη ζωή μας παίρνοντας μαζί τους και τις αναμνήσεις μας.