Η συγκλονιστική Μεγάλη Εβδομάδα της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας

«Κύριε μην αφήνης την Ελλάδα μας, τη χώρα, που είναι δική Σου…»!   

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Αθήνα 1941. Σκίτσο του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου.
Hans Liska (1907-1984).

Είναι τόσοι οι αγώνες που έχει δώσει ο Ελληνικός λαός ώστε δυσκολεύεται όποιος αναζητήσει το πιο ηρωικό ή περιπετειώδες Πάσχα στη νεότερη ιστορία μας. Επιλέγουμε να παρουσιάσουμε τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα του 1941, όταν οι Έλληνες ανέβηκαν τον δικό τους Γολγοθά. Κανείς εξ όσων έζησαν τα γεγονότα εκείνα δεν μπόρεσε να λησμονήσει. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941. Οπότε οι Έλληνες βίωσαν διπλά πάθη από τη Μεγάλη Δευτέρα, 14 Απριλίου μέχρι και την Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου 1941.

Οι παιδικές ψυχές ποτίζονταν από τις σειρήνες που κτυπούσαν δαιμονισμένα σκεπάζοντας τους ήχους από τις καμπάνες. Οι νέοι άνδρες σταυροκοπιούνταν στα μέτωπα και ρίχνονταν στη μάχη. Οι γυναίκες και τα κορίτσια φρόντιζαν τα σπιτικά τους. Τα γερόντια προσπαθούσαν να εμψυχώσουν τον περίγυρό τους ανησυχώντας για το αύριο. Και όλοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά έστρεφαν το βλέμμα τους στα Πάθη του Χριστού, όταν λίγες ημέρες πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα βομβαρδιζόταν ο Πειραιεύς. Διαγγέλματα, ανακοινώσεις, περιορισμοί και η ζωή εξελισσόταν πλέον στα καταφύγια.

Βυθισμένα πλοία στο λιμάνι του Πειραιά (1941).

Αλλαγές…

Την Κυριακή των Βαΐων οι ναοί  ήταν κατάμεστοι από πιστούς που παρακολούθησαν την ακολουθία το Νυμφίου. Οι ανακοινώσεις των ιερέων τροφοδοτούσαν ακόμη περισσότερο το πολεμικό κλίμα που επικρατούσε παντού. Η Εκκλησία της Ελλάδος, σε συνεργασία με την Κυβέρνηση, είχε αποφασίσει να τροποποιήσει το πρόγραμμα της Μεγάλης Εβδομάδας και του Πάσχα! Οι πιστοί ενημερώνονταν πως λόγω της υφιστάμενης κατάστασης, οι ακολουθίες των αγρυπνιών της Μεγάλης Εβδομάδας θα ξεκινούσαν στις έξι το απόγευμα. Όσο για την ακολουθία της Ανάστασης είχε προγραμματισθεί, αντί για το μεσονύκτιο του Σαββάτου, να ψαλεί στις επτά το πρωί της Κυριακής!

«Ήλθαν φέτο οι άγιες ημέρες της Μ. Εβδομάδος. Μα πόσο αλλοιώτικα τις αισθάνεται ο Ελληνικός λαός»[1], έγραφε ο σπουδαίος Μητροπολίτης Παντελεήμων, ο ιερωμένος πολεμιστής που αψήφησε αργότερα τους κατακτητές. Ήδη είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν δελτία για την παραλαβή τροφίμων με τρόπο προγραμματισμένο ώστε να μην παρουσιαστεί έλλειψη. Οι συνεχείς συναγερμοί δεν φόβιζαν πλέον τον κόσμο, όπως συνέβαινε στις αρχές. Και η Εβδομάδα των Παθών έδινε την ευκαιρία στον ελληνικό λαό να εκδηλώσει, με όσο πιο ευλαβή τρόπο μπορούσε, την προσήλωσή του στα Θεία.

Αθήνα, Απρίλιος 1941, άφιξη των πρώτων γερμανικών οχημάτων μπροστά από το Δημαρχείο Αθηνών. (Φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Μεγάλη Δευτέρα

Τη Μεγάλη Δευτέρα δεν υπήρχε άνθρωπος που να έλειπε από την εκκλησία. Οι ναοί ήταν γεμάτοι από πιστούς που παρακολουθούσαν τη λειτουργία και δέονταν στο Θεάνθρωπο υπέρ των ελληνικών δικαίων και της κατατρόπωσης των επίβουλων εχθρών. Όχι μόνον γυναίκες και παιδιά αλλά και άνδρες προσέρχονταν γονυκλινείς και με δάκρυα στα μάτια. Τα νοσοκομεία γέμιζαν ξανά από τραυματίες, παλικάρια που έδωσαν στην πατρίδα τη σωματική τους ακεραιότητα. Η απάντηση μιας Ελληνίδας χωριάτισσας, που έγινε πρωτοσέλιδο, έκλεινε μέσα της τα αισθήματα των ημερών και την ομορφιά της ψυχής της.

Ζύγωνε στον ιερέα να κοινωνήσει τα άχραντα μυστήρια και τα μάτια της έτρεχαν ασταμάτητα. «Γιατί κλαίς κυρά μου;», τη ρώτησε ο ιερέας. «Έχω δύο παλικάρια στον πόλεμο και είπα με το νου μου πως δεν θα τ’ αφήσουν οι καταραμένοι να κοινωνήσουν!» Τα πράγματα εμφανώς δεν πήγαιναν καλά. Το Γραφείο Προπαγάνδας εξέδιδε μηνύματα εμψύχωσης που μεταδιδόταν απ’ όλα τα Μέσα. Της Μεγάλης Δευτέρας ανέφερε μεταξύ άλλων: «Έλληνες! Τριών χιλιάδων ετών ιστορία διακηρύσσει, ότι η Ελλάς δεν καταλαμβάνεται»![2]

Μεγάλη Τρίτη

Εκείνη την ημέρα ο κόσμος μάθαινε τι είχε συμβεί δύο ημέρες νωρίτερα και καταλάβαινε πως είχε να κάνει πλέον με κοινούς εγκληματίες. Οι έμμισθοι δολοφόνοι της Γερμανικής αεροπορίας, παραβιάζοντας το διεθνές πολεμικό δίκαιο και τις πατροπαράδοτες ναυτικές παραδόσεις βομβάρδισαν το άοπλο πλωτό νοσοκομείο «Αττική», το οποίο έπλεε κατάφωτο και φέροντας εμφανή τα διακριτικά του Ερυθρού Σταυρού. Αφού έπληξαν το πλοίο ύστερα προχώρησαν σε χαμηλές πτήσεις εκτελώντας ναυαγούς που είχαν πέσει στη θάλασσα.

Σύνταγμα (Απρίλιος 1941).

Από τη Μεγάλη Τρίτη οι συναγερμοί έγιναν συχνότεροι και άρχισαν τα προβλήματα κυκλοφορίας των τραμ. Πολλοί ήταν εκείνοι που αναγκάζονταν να γυρίσουν πεζοί στα σπίτια τους. Χαρακτηριστική ήταν η εξάντληση των αποθεμάτων σπίρτων και η εξάπλωση της διανομής τροφίμων και προϊόντων (ψάρια, πατάτες, κρεμμύδια, τυριά, κάρβουνα κ.ά.) με δελτία. Το γεγονός, ωστόσο, που εντυπωσίαζε τους πάντες ήταν η βουβή αντίδραση του κόσμου που προσερχόταν με πρωτοφανείς ρυθμούς στις εκκλησίες τη Μεγάλη Πέμπτη. Επίσης ότι κατά την έξοδο του Τιμίου Σταυρού με τον Εσταυρωμένο, λες και ήταν όλοι οι πιστοί συνεννοημένοι, έπεσαν στα γόνατα και από παντού ακούγονταν λυγμοί.

Λεωφ. Βασιλίσσης Αμαλίας (1941).

Βομβαρδισμοί

Η ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής πραγματοποιήθηκε, όπως είχε προγραμματιστεί, σε όλους τους ναούς στις πέντε το απόγευμα. Τέτοια κοσμοπλημμύρα δεν είχε καταγραφεί ξανά. Αλλά την ώρα που οι ναοί ήταν κατάμεστοι από πιστούς που παρακολουθούσαν την Ακολουθία, σήμαναν πάλι οι σειρήνες. Κανείς δεν μετακινήθηκε από τη θέση του. Για πρώτη φορά, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, η περιφορά του Επιταφίου έγινε μέσα στους ναούς με τους πιστούς γονατισμένους.

Η οδός Πανεπιστημίου (1941).

Στις επτά το πρωί της Κυριακής του Πάσχα όλοι ήταν συγκεντρωμένοι στις εκκλησίες. Οι Γερμανοί γνώριζαν πως ήταν η ημέρα του Πάσχα και επέλεξαν να βομβαρδίσουν τον Πειραιά, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα και άλλες πόλεις. Οι δύο συναγερμοί που σήμαναν δεν φάνηκαν ικανοί να τους μετακινήσουν από τις θέσεις τους. Παρέμειναν εκεί, στην Αναστάσιμη λειτουργία, κρατώντας αναμμένα τα κεράκια και αναπέμποντας προσευχές. Πήγαν στα καταφύγια, αφού άκουσαν το «Χριστός Ανέστη» και κρατώντας πάντα τα κεριά τους αναμμένα.

«Μην αφήνης…»

Εκείνο το Πάσχα οι Χριστιανοί δεν απόλαυσαν τον οβελία τους. Δεν υπήρχαν αρνιά και η πώληση των κρεάτων γινόταν με δελτίο μέχρι τις πρώτες νυκτερινές ώρες του Σαββάτου. Μόνον με τα κόκκινα αυγά καταλάβαινε ο κόσμος ότι περνούσε το Πάσχα. Την επόμενη Κυριακή, την Κυριακή του Θωμά 27 Απριλίου 1941, τα ναζιστικά στρατεύματα εισέρχονταν στην Αθήνα. Τον επίλογο εκείνης της Πασχαλιάς έγραψε ο Μητροπολίτης Παντελεήμων: «Κύριε μην αφήνης μόνη την Ελλάδα μας, τη χώρα, που είναι δική Σου…»![3]

Πίνακας του Frederick V. Carabott από το λεύκωμα «1941-1945 Ο πόλεμος ενός εφήβου», εκδ. ΕΛΙΑ (2001).

Όπως ήταν φυσικό οι συνθήκες τροφοδότησαν τις ψυχές και τις πένες των Ελλήνων δημοσιογράφων και χρονογράφων, οι οποίοι μεγαλούργησαν. Η πνευματική παραγωγή της περιόδου αυτής δίδει πολλές απαντήσεις σε σύγχρονες προσπάθειες αλλοιώσεως της Ιστορίας και της πραγματικότητος. Κείμενα μοναδικά, με έντονο θρησκευτικό και πατριωτικό χαρακτήρα, μοναδικές εικόνες και ανυπέρβλητα συναισθήματα. Η αναδημοσίευσή τους αποτελεί εθνική παρακαταθήκη. Κανείς δεν έλειψε από το προσκλητήριο εκείνο.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τους χρονογράφους Σπύρο Μελά και Νικόλαο Πετιμεζά Λαύρα που συντρόφευσαν τους αναγνώστες τους, εκείνη την μαρτυρική Μεγάλη Εβδομάδα γράφοντας αντιστοίχως κείμενα υπό τον τίτλο «Εβδομάς»[4] και «Εσταυρωμένος»[5] ο πρώτος και «Η Πίστις»[6] ο δεύτερος. Αν μπορούσαν να μετατραπούν σε πίνακες ζωγραφικής θα απέδιδαν την ψυχική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ένας ολόκληρος λαός που είχε αποφασίσει να υπερασπιστεί την ελευθερία του, τα όσια και τα ιερά του. Και το έκανε με το βλέμμα στραμμένο στον Λυτρωτή και Σωτήρα του.

 

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία», 15-16 Απριλίου 2017

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μεγαλοβδομαδιάτικα έθιμα στην παλιά Αθήνα

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Μεγαλοβδομαδιάτικα έθιμα στην παλιά Αθήνα

Αγνή ποίηση τα τροπάρια για τον ακαδημαϊκό Σωτήρη Σκίπη

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ – ΠΟΙΗΣΗ

Μεταβείτε στο άρθρο: Αγνή ποίηση τα τροπάρια για τον ακαδημαϊκό Σωτήρη Σκίπη