Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Ο Άγγελος Σωτηριανός Γέροντας (1772–1862) υπήρξε μία από τις πλέον εξέχουσες μορφές της αθηναϊκής κοινωνίας κατά την ύστερη περίοδο της Τουρκοκρατίας και την Επανάσταση του 1821. Ανήκοντας στην κατηγορία των «πρωτευόντων πολιτών» και Δημογερόντων της πόλης, εκπροσώπησε με παρρησία και αξιοπρέπεια τους Αθηναίους στα κρίσιμα εκείνα χρόνια, πληρώνοντας με προσωπικές θυσίες την επιλογή του να υπερασπιστεί την ελευθερία του γένους.

Άγγελος Σωτηριάνου Γέροντας (1772-1862). Από τα εκθέματα του «Αθηναϊκού Μουσείου» του «Συλλόγου των Αθηναίων».
Υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία της τοπικής αυτοδιοίκησης των Αθηνών στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ με την έναρξη της Επανάστασης, το 1821, έγινε στόχος των οθωμανικών αρχών. Μαζί με άλλους δημογέροντες και επιφανείς Αθηναίους συνελήφθη και κρατήθηκε όμηρος στον πύργο της Ακροπόλεως (Γουλάς). Η πολυήμερη κράτηση και η περιπετειώδης απόδραση του αποτυπώνονται στο θεατρικό έργο του γιου του, Αχιλλέα Γέροντα, το οποίο παρέχει ιστορικές λεπτομέρειες με σπάνια ακρίβεια[1].
Πέραν όμως της καθαρά αγωνιστικής του δράσης, ο Άγγελος Γέροντας ενσάρκωσε έναν ιδεώδη τύπο Αθηναίου-πατριώτη, στοχαστικού, λιτοδίαιτου και αφιερωμένου στο καθήκον. Η ανιδιοτέλεια και η εντιμότητά του υπήρξαν μνημειώδεις, ενώ ακόμη και ο θάνατός του, λόγω των καιρικών συνθηκών που επικράτησαν, πυροδότησε μακρά σειρά αθηναϊκών θρύλων.
Εν πάση περιπτώσει ο Άγγελος Γέροντας υπήρξε σύμβολο των προεπαναστατικών Αθηνών, ταπεινός ήρωας, ο οποίος επηρέασε με το παράδειγμά του γενιές πολιτών και απογόνων. Μέσα από τις οικογενειακές μαρτυρίες, τη λογοτεχνική απόδοση των γεγονότων και τα τεκμήρια της εποχής, το πρόσωπό του ξεπροβάλλει ολοζώντανο, άξιο να μνημονεύεται όχι μόνο για την συμβολή του στον Αγώνα αλλά και για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του.
Τα πρώτα χρόνια
Ο Άγγελος Σωτηριανός Γέροντας γεννήθηκε στην Αθήνα, σε εποχή που η πόλη βρισκόταν υπό τον ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά διατηρούσε ακμαίο τον αστικό της πυρήνα και την κοινοτική της αυτοδιοίκηση. Προερχόταν από αθηναϊκή οικογένεια με κύρος, γεγονός που του επέτρεψε να αναδειχθεί ήδη από νεαρή ηλικία στην τοπική κοινωνία. Αντίθετα με όσους υποστηρίζουν ότι η Αθήνα στα τέλη του 18ου αιώνα ήταν χωριό, στην πραγματικότητα παρέμενε πόλη και ζωντανός τόπος, με έντονη κοινωνική διαστρωμάτωση, ισχυρές οικογενειακές δομές, πλούσια θρησκευτική ζωή και ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των παλαιών αθηναϊκών οικογενειών.
Ο Αγγ. Γέροντας εντάχθηκε σύντομα στα κοινά της πόλης, αναλαμβάνοντας ρόλους ευθύνης και συμμετέχοντας ενεργά στην διοίκηση μέσω του θεσμού των Δημογερόντων. Το σώμα που εκπροσωπούσε τους χριστιανικούς πληθυσμούς στις επαφές με τις οθωμανικές αρχές και ασκούσε διοικητικά, κοινωνικά και πολλές φορές δικαστικά καθήκοντα. Η πολιτική ωριμότητα και η ευγενική φυσιογνωμία του συνδυάζονταν με ένα ιδιαίτερο προσωπικό ήθος. Κατά τις αναμνήσεις των συγχρόνων του, ο Άγγελος Γέροντας διακρινόταν για τη γλυκύτητα του χαρακτήρα του, τη φιλοφροσύνη και τη μετριοπάθειά του. Φημιζόταν επίσης για τη μουσική του κλίση –αναφέρεται μάλιστα ότι ήταν και τραγουδιστής– τόσο ικανός ώστε να του αφιερωθεί και δίστιχο τραγούδι από θαυμάστριες της εποχής:
«Άντζελος με το βιολί σου / μ’ έφερε μες την αυλή σου!»[2]
Η κοινωνική του θέση, το ήθος, η ανατροφή και το υψηλό αίσθημα ευθύνης που τον διέκρινε, τον ανέδειξαν από νωρίς σε ηγετική μορφή της Κοινότητας των Αθηνών. Δεν επιζητούσε τιμές ή προνόμια, δεν στηριζόταν σε υποκριτικές στάσεις και δεν πολιτευόταν -με την κοινή έννοια του όρου- γεγονός που του εξασφάλισε τον σεβασμό των συμπολιτών του. Η σταθερότητά του χαρακτήρα του και η πλούσια πνευματική καλλιέργεια του επέτρεψαν να σταθεί ισχυρός στους κλυδωνισμούς της εποχής και να προσφέρει με αφοσίωση στις ιστορικές ανάγκες που σύντομα θα ανέκυπταν.
Οι περιπέτειες των Αθηναίων δημογερόντων
Κατά την ύστερη περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι δημογέροντες αποτελούσαν το κυριότερο όργανο της κοινοτικής διοίκησης στις χριστιανικές κοινότητες. Στην Αθήνα, όπου η τοπική ελίτ των χριστιανών διατηρούσε ένα ιδιαίτερο κύρος, οι δημογέροντες εκπροσωπούσαν τον πληθυσμό τόσο απέναντι στον Οθωμανό βοεβόδα όσο και εντός της Κοινότητας. Η επιλογή τους γινόταν με εκλογή ή διορισμό, και η θέση απαιτούσε κύρος, φρόνημα, ευφυΐα και ικανότητα συνδιαλλαγής.
Ο Άγγελος Γέροντας εξελέγη δημογέροντας και σύντομα έγινε γνωστός για τη σταθερότητα και την παρρησία με την οποία υπερασπιζόταν τα συμφέροντα της πόλης. Δεδομένης της θέσης του, είχε συχνή επαφή με την οθωμανική διοίκηση και ήταν απόλυτα ενήμερος για τα πολιτικά τεκταινόμενα της εποχής. Δεν περιορίσθηκε σε παθητικό ρόλο. Αντιθέτως, αποτέλεσε καταλύτη για σειρά κινήσεων με στόχο τη στήριξη της προεπαναστατικής προπαρασκευής των Αθηναίων.
Η ομηρία (1821)
Με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, τον Μάρτιο του 1821, οι Οθωμανοί στην Αθήνα θορυβήθηκαν. Προκειμένου να αποτρέψουν την εξάπλωση της εξέγερσης στην Αττική, προχώρησαν στη σύλληψη των δημογερόντων και άλλων επιφανών κατοίκων της πόλης. Ο Άγγελος Γέροντας συνελήφθη μαζί με τους δημογέροντες και εννέα ακόμη προκρίτους. Μεταφέρθηκαν ως όμηροι στον Γουλά (:Κουλά) – δηλαδή τον φράγκικο πύργο που υπήρχε τότε στην είσοδο της Ακροπόλεως και χρησιμοποιούνταν ως φυλακή.

Τα Προπύλαια με τον Φράγκικο Πύργο (Γουλά), γύρω στα 1855. Φωτ. Φίλιππου Μαργαρίτη, Αρχείο Συλλόγου των Αθηναίων.
Η φυλάκιση αυτή, η οποία διήρκεσε περίπου τρεισήμισι μήνες, υπήρξε εξαιρετικά σκληρή. Οι όμηροι υπέστησαν σωματικές και ψυχολογικές κακουχίες, βιώνοντας συνεχείς απειλές για τη ζωή τους. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε οικία Οθωμανού στην πόλη, όπου κρατήθηκαν για άλλον έναν μήνα, υπό πιο χαλαρή αλλά πάντα ασφυκτική επιτήρηση. Τελικά, κατάφεραν να αποδράσουν. Επρόκειτο περί πράξεως που σηματοδότησε την αποφασιστικότητα και την ομοψυχία των Αθηναίων αγωνιστών.
Η απόδραση
Σύμφωνα με το θεατρικό έργο του Αχιλλέως Γέροντα, το οποίο γράφτηκε με μορφή δράματος αλλά βασίζεται σε αυθεντικές μαρτυρίες, η απόδραση των ομήρων οργανώθηκε με μεγάλη προσοχή και ρίσκο. Οι δημογέροντες διέφυγαν από την Αθήνα και κατευθύνθηκαν προς τον Άγιο Κοσμά, όπου τους ανέμενε πλοιάριο που τους μετέφερε στην Αίγινα. Εκεί, στις 30 Αυγούστου 1821, ο Άγγελος Γέροντας και ο επίσης όμηρος Προκόπιος Μπενιζέλος έφθασαν σώοι, υποδεχόμενοι με δάκρυα χαράς από συγγενείς, φίλους και συμπολίτες.
Η επιτυχής απόδραση των Δημογερόντων αποτέλεσε συμβολικό σταθμό για την αθηναϊκή συμμετοχή στον Αγώνα. Απέδειξε ότι η ηγεσία της πόλης δεν είχε λυγίσει παρά τις διώξεις και ότι το φρόνημα των κατοίκων παρέμενε ακμαίο. Η πράξη αυτή είχε ισχυρό ηθικό και πολιτικό αντίκτυπο στην τοπική κοινωνία και συνέβαλε στην ψυχολογική προετοιμασία της Αθηναϊκής συμμετοχής στον εθνικό ξεσηκωμό.
Η συμβολή του Άγγελου Γέροντα στον ξεσηκωμό του 1821
Ο Άγγελος Γέροντας βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των γεγονότων που διαμόρφωσαν τη μοίρα της πόλης του και της πατρίδας του. Από την έναρξη της Επανάστασης, υπήρξε υποστηρικτής και οργανωτής της αντίστασης στην Αθήνα, αξιοποιώντας τη θέση του ως Δημογέροντας προκειμένου να προστατεύσει τους συμπολίτες του και να διευκολύνει την ετοιμασία του αγώνα.
Η στάση του υπήρξε γενναία και αποφασιστική, παρά τις τεράστιες συνέπειες που είχε για τον ίδιο. Σύμφωνα με μαρτυρία που διασώζεται από παριστάμενο στον θάνατό του, ο Γέροντας, ενώ τυπικά είχε δεσμευτεί ενώπιον των Οθωμανών ως εγγυητής πως η Αθήνα δεν θα εξεγερθεί, εν τούτοις διένεμε κρυφά όπλα στους ξωτάρηδες και ενίσχυε τις προπαρασκευαστικές ενέργειες του ξεσηκωμού[3].
Διώξεις, καταδιώξεις και δίκη
Η δράση του δεν πέρασε απαρατήρητη. Όταν έγινε αντιληπτό πως οι όρκοι πίστης των Δημογερόντων ήταν προσχηματικοί, ο Άγγελος Γέροντας οδηγήθηκε πρώτα για ανάκριση. Αναφέρεται ότι τρεις πασάδες ήταν παρόντες κατά την προετοιμασία της δίκης του, γεγονός που υποδεικνύει τη σοβαρότητα της υπόθεσης.
Ωστόσο, χάρη στη στήριξη και την πίστη του κόσμου, αλλά και στην προστασία της Παναγίας Σωτήρας του Κοττάκη και του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη –δύο από τις σημαντικότερες εκκλησίες της Αθήνας– κατόρθωσε να ξεφύγει και να αποφύγει την καταδίκη. Η πίστη και η ευλάβειά του γίνονταν συχνά αντικείμενο αναφοράς από τον λαό, όχι μόνο για τη σωτηρία του από την ποινή, αλλά και για την ταπεινότητα με την οποία αντιμετώπισε τη δοκιμασία.
Η αιχμαλωσία και οι ταλαιπωρίες που υπέστη στην Ακρόπολη, καθώς και οι επακόλουθες διώξεις, δεν ήταν χωρίς αντίκτυπο στην υγεία του. Η χρόνια ασθένεια που τον οδήγησε τελικά στον θάνατο αποδίδεται ρητά στα βάσανα εκείνης της περιόδου. Εξάλλου οι επιπτώσεις από τις κακουχίες ήταν εκείνες που τον έστειλαν στον θάνατο. Η διάρκεια ζωής του, πάντως, μαρτυρεί τη σπάνια εσωτερική δύναμη και την υπομονή που διέθετε.
Κατά την διάρκεια του Αγώνος τέθηκε επικεφαλής Σώματος στρατιωτών, συμμετέχοντας στις σημαντικότερες μάχες της Αττικής. Για τους αγώνες του υπέρ πατρίδος τιμήθηκε με το Νομισματόσημο του Αγώνος, το οποίο όμως επέστρεψε επισημαίνοντας ότι δικαιούτο τον Αργυρούν Σταυρό. Υποβάλλοντας σημειώματα, τα οποία υπέγραφαν οι σημαντικότερες μορφές του αγώνος και πιστοποιούσαν την μεγάλη προσφορά του, πράγματι αναγνωρίσθηκε το δίκαιό του και με Βασιλική Απόφαση του απονεμήθηκε το Αργυρούν Αριστείον μετά διπλώματος[4].
Μετά την Επανάσταση
Μετά την Απελευθέρωση, ο Άγγελος Γέροντας δεν επιζήτησε αξιώματα και ανταμοιβές. Όπως γράφει ο Δημήτριος Καμπούρογλους «ο Άγγελος ουδέποτε παρουσιάσθη μὲ ἀπαιτήσεις ἢ ἀξιώσεις, θεωρῶν ἀνάξιον Ἕλληνος καὶ Ἀθηναίου τὸ νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις καὶ ἐπιβραβεύσεις διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του πρὸς τὴν Πατρίδα»[5].
Ανέλαβε μόνον καθήκοντα όταν καλείτο από την Πατρίδα. Δήλωνε παρών σε περιόδους κρίσης και απουσίαζε σε περιόδους φιλοδοξίας. Αυτή η στάση ζωής, διαχρονικά συνεπής και σεμνή, σφυρηλάτησε την εικόνα του ως «ομολογητή της Πατρίδος», χαρακτηρισμός που χρησιμοποιήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών.
Το 1822 διετέλεσε Δικαστικός Κριτής και επί Ιωάννου Καποδίστρια Κεντρικός Επίτροπος Πελοποννήσου. Τη διετία 1833-1834 υπηρέτησε ως Λιμενάρχης και Υγειονόμος Πειραιώς. Ουδέποτε εκλέχθηκε Δήμαρχος Αθηναίων, όπως λανθασμένα αναφέρεται[6]. Παρά το γεγονός ότι στις πρώτες εκλογές αναδείχθηκε μεταξύ των τριών προσώπων, με τους Ανάργυρο Πετράκη και Δημήτριο Καλλιφρονά, εκ των οποίων ο βασιλεύς καλείτο να επιλέξει τον δήμαρχο. Ο Όθωνας επέλεξε τον πρώτο σε ψήφους Αν. Πετράκη.
Δημαρχών και Αγρονόμος!
Όσο για τον Αγγ. Γέροντα επελέγη για τη θέση του Δημαρχιακού Παρέδρου, αξίωμα, κατά κάποιον τρόπο, αντίστοιχο με αυτό των Αντιδημάρχων. Με την ιδιότητα αυτή, δηλαδή του αναπληρωτή, άσκησε τα καθήκοντα δημάρχου για μικρά χρονικά διαστήματα, όταν απολύθηκε ο δήμαρχος Αν. Πετράκης (Ιανουάριος – Ιούνιος 1837) και όταν ο δήμαρχος Δ. Καλλιφρονάς τέθηκε επικεφαλής καταδιώξεως ληστών (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1840). Σχετικώς έχουν γράψει ο Δημήτριος Γέροντας, Πρόεδρος του Συλλόγου των Αθηναίων και ο Γ. Π. Παρασκευόπουλος[7,8].
Οι συμπολίτες του τιμούσαν τον Αγγ. Γέροντα και εκλεγόταν στο Δημοτικό Συμβούλιο επί μία εικοσαετία, υπηρετώντας με πάθος τη γενέτειρά του. Παρά το γεγονός ότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας αναγκαζόταν να εργάζεται για να εξασφαλίσει τα προς το ζην της πολυμελούς οικογένειάς του. Αναγκάσθηκε μάλιστα, επί πολλά έτη, να εργάζεται ως αγρονόμος των Αθηνών. Δημοσίευμα στην εφημερίδα «Άγγελος» το 1844 αναφέρει:
«Ο Άγγελος Γέροντας εις εκ των προκρίτων Αθηνών, αγωνιστής και συμμεριστής ων δεινών της επαναστάσεως, καταδιωχθείς επί ψύλλου πηδήματι από την κακοβουλίαν των μοχθηρών, αναξιοπαθούσε πολύν χρόνον, και διά την στέρησιν των προς το ζην της οικογενείας του, εδέχθη υπ΄ανάγκης το επάγγελμα του αγρονόμου της πόλεως ταύτης επί ευτελεστάτη αποδοχή. Επειδή δε ούτος είναι πολίτης τίμιος, σεμνόβιος οικογενειάρχης, και ικανός να υπηρετήση εις ανωτέραν δημοσίων θέσιν, συνιστώμεν αυτόν εις την Κυβέρνησιν δια να τεθώσιν υπ’ όψιν αυτής και τούτου τα δικαιώματα και αι αξιώσεις»[9].
Οικογενειακή ζωή
Ο Άγγελος Γέροντας υπήρξε δημόσιος άνδρας και άνθρωπος που λάτρευε την οικογένεια. Ήταν αφοσιωμένος στη σύζυγό του Ελέγκω (Ελένη), θυγατέρα του Σταμάτη Σαρρή και της Εργίνας (Ροζίνας) Διάγγελη του Μιχαήλ και αφοσιωμένος στα παιδιά του, όπως παρέδωσε ο εγγονός του νομικός, συγγραφέας και συνεργάτης της «Εστίας» Δημήτριος Καμπούρογλους[10]. Η φύτευση μιας καρυδιάς και μιας λυγαριάς στον κήπο του σπιτιού – από τον ίδιο και τη γυναίκα του αντιστοίχως – την ημέρα του γάμου τους, αποτελεί χαρακτηριστική εικόνα του συνδέσμου του ζεύγους με τον τόπο και το σπίτι τους.

Ελέγκω Γέροντα το γένος Σαρρή. Από τα εκθέματα του «Αθηναϊκού Μουσείου» του «Συλλόγου των Αθηναίων».
Είχε παιδιά πολλά, μεταξύ των οποίων οι Αχιλλέας και Ηρακλής Γέροντας. Ο Αχιλλέας, που διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Αθηνών και συγγραφέας του θεατρικού έργου για την ομηρία των Δημογερόντων, διατήρησε και μετέφερε με ακρίβεια τη μνήμη και τις αξίες του πατέρα του. Η οικογένεια Γέροντα αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αθηναϊκούς πυρήνες πνευματικότητας και προσφοράς στην πατρίδα. Η συγκίνηση με την οποία περιγράφει τον παππού του ο Δημ. Γρ. Καμπούρογλους, μαρτυρά τον βαθύ ανθρώπινο δεσμό που τους συνέδεε και την επιρροή του Άγγελου Γέροντα στους απογόνους του.
Μητέρα του Καμπούρογλου ήταν η κόρη του Αγγέλου Γέροντα, Μαριάννα, σπουδαία λαογράφος των Αθηνών, η οποία παντρεύτηκε το 1851 τον Γρηγόριο Καμπούρογλου. Μία ακόμη κόρη του Άγγελου Γέροντα παντρεύτηκε τον Δημήτριο Καλλιφρονά, σημαντικότατης επίσης προεπαναστατικής φαμίλιας των Αθηνών. Από αρρενογονία και θηλυγονία σώζονται ακμαίοι κλάδοι της οικογένειας, με τα μέλη τους να διακρίνονται στις επιστήμες και τα γράμματα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Παιδικά φέσια της οικογένειας Σαρρή. Από τα εκθέματα του «Αθηναϊκού Μουσείου» του «Συλλόγου των Αθηναίων».
Προσωπικότητα: Ηθική και αξιοπρέπεια
Ο Άγγελος Γέροντας ήταν υπομονετικός, μετριόφρων, σεμνός, γλυκομίλητος, ευγενικός, γεμάτος καλοσύνη και εντιμότητα. Στο τέλος της ζωής του, παρά την ημιπληγία και τις σωματικές ταλαιπωρίες, διατήρησε πλήρως τις διανοητικές του ικανότητες και την εσωτερική του γαλήνη. Ο εγγονός του αναφέρει πως παρέμενε διακριτικός, αξιοπρεπής και ήρεμος, αγαπώντας τους γύρω του. Την τελευταία ημέρα της ζωής του, όταν του έφεραν το κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο για να βλέπει τον κήπο του, τα δέντρα που φύτεψαν αυτός και η γυναίκα του και στάθηκαν σύμβολα ζωής, αγάπης και μνήμης.

Ο Άγγελος Σωτηριανού Γέροντας με τη σύζυγό του Ελέγκω και τον υιό του Ηρακλή. Φωτογραφία επιχρωματισμένη. Το πρωτότυπο σώζεται σε αρχείο της οικογενείας. Διακρίνεται το πρήξιμο των πελμάτων των ποδιών του Αγγ. Γέροντα, ο οποίος υπέφερε τα τελευταία χρόνια της ζωής του από «ποδάγρα» (ουρική αρθρίτιδα). Φωτογραφικό Αρχείο Αριστείδη Γέροντα «Σύλλογος των Αθηναίων».
Η πολιτική του πορεία χαρακτηρίστηκε από απόλυτη ηθική συνέπεια. Δεν πλούτισε, δεν επιδίωξε προσωπικά οφέλη, δεν εκμεταλλεύτηκε την ισχύ του. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν απέκτησε εκτάσεις ή περιουσίες, αν και θα μπορούσε με μικρή δαπάνη και επιρροή, απάντησε με τη φράση που φανερώνει το μεγαλείο της σκέψης του: «Εὰν θὰ πάρουμε τὴν Πόλη, τότε θὰ φροντίσω νὰ ἔχω ἕνα σπιτάκι ἐκεῖ κοντὰ ποὺ σκοτώθηκε ὁ Παλαιολόγος». Εννοώντας βεβαίως τον Δραγάση Παλαιολόγο, το τελευταίο Αυτοκράτορα της Βασιλεύουσας[11].
Η φράση αυτή συνοψίζει τον χαρακτήρα του. Πίστη στο Έθνος, αγάπη στην Ιστορία και περιφρόνηση στην υλική ματαιότητα. Η εσωτερική του καλλιέργεια υπήρξε αποτέλεσμα παιδείας, παρατηρήσης, βιώματος και βαθιάς πίστης. Ήταν θρησκευόμενος, αλλά χωρίς επιδείξεις. Προσέφερε ένα θρησκευτικό ποίημα στον εγγονό του, λέγοντας: «Όποιος κάνει τὸ Σταυρό του / ἔχει ἅρμα στὸ πλευρό του»[12]. Ακλόνητη πίστη, σεμνότητα και ταπεινή ελπίδα.
Παρέμεινε μέχρι τέλους ανυποχώρητος στις αρχές του και αρνήθηκε να εξαργυρώσει τους αγώνες και τις θυσίες του
Τελευταία ημέρα
Ο Άγγελος Γέροντας άφησε την τελευταία του πνοή την 15η Ιουνίου 1862, σε ηλικία 90 ετών, όπως πιστοποιεί η επίσημη Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του και έπειτα από μακρά ασθένεια, η οποία, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο εγγονός του, αποδόθηκε στις κακουχίες που υπέστη «κατά τον Αγώνα». Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Ἐτελείωσαν ὅλα»[13]. Η ημέρα εκείνη έμεινε χαραγμένη στη μνήμη των Αθηναίων για τις παράδοξες και δραματικές της συνθήκες. Ξέσπασε αιφνιδίως θυελλώδης και σκοτεινή καταιγίδα – ο ουρανός σκοτείνιασε, η πόλη βυθίστηκε σε σιωπή, και αλλεπάλληλοι κεραυνοί έπληξαν ακόμη και την αυλή του σπιτιού του. Ένας εξ αυτών έκαψε την καρυδιά που είχε φυτέψει ο ίδιος τη μέρα του γάμου του.
Η στιγμή αυτή, ποιητικά συμβολική, ταυτίσθηκε με τον αποχαιρετισμό του στη ζωή. Ο κόσμος άρχισε να συγκεντρώνεται στο σπίτι του – η πλατεία ρούγα του Αλίκοκκου (:σημερινή οδός Κυδαθηναίων) έσφυζε από ανθρώπους. Η σαλοτραπεζαρία γέμισε, και ο τρόπος που προσκυνούσαν τον νεκρό, σταυροκοπούμενοι και βουρκωμένοι, είχε χαρακτήρα λαϊκού προσκυνήματος. Παλιοί αγωνιστές του Αγώνος διηγούνταν τις πράξεις του. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, παρασυρμένη από τη μνήμη, είπε: «Ή καρυδιά μου θέργιωσε… καὶ ἐγὼ… πεθαίνω», λόγια που απέδιδαν την τελευταία του στιγμή, όταν κοίταξε τα δέντρα του, το παρελθόν του, και αποχαιρέτησε τη ζωή[14].
Η πρώτη λειτουργία στη Μητρόπολη!
Η νεκρώσιμη ακολουθία του Γέροντα είχε προγραμματιστεί να τελεσθεί στη νεόδμητη Μητρόπολη Αθηνών, τον Καθεδρικό Ναό της πόλης. Η συγκεκριμένη ημερομηνία (15 Ιουνίου 1862) είχε ιδιαίτερη σημασία, αφού ήταν η ημέρα της πρώτης λειτουργίας που επρόκειτο να τελεσθεί επισήμως στον ναό[15]. Ωστόσο, ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων απαγόρευσε τη χρήση του ναού για νεκρώσιμη τελετή, θεωρώντας «δυσοίωνο» η πρώτη λειτουργία να είναι για θάνατο και όχι για εορτή.
Η απόφαση προκάλεσε λαϊκή κατακραυγή. Ο κόσμος εξεγέρθηκε. Θεωρήθηκε ασέβεια απέναντι στην Ιστορία. Ο γαμπρός του Γέροντα, Μιχαήλ Καλλιφρονάς, θορυβημένος από την άρνηση, έσπασε το ρολόι του από την οργή του και έτρεξε στα Ανάκτορα, ζητώντας τη μεσολάβηση του υπουργού Εσωτερικών Κολοκοτρώνη. Ο τελευταίος, ενημερωμένος για την αδικία, διέταξε αμέσως την Αστυνομία να ανοίξει τον ναό, έστω και με τη βία. Έτσι, τελικά, η πρώτη λειτουργία του Μητροπολιτικού Ναού της Αθήνας τελέσθηκε ως νεκρώσιμη ακολουθία για τον Άγγελο Γέροντα. Η πράξη εκείνη μετατράπηκε από δυσοίωνη σε συμβολικά ύψιστη τιμή.
Η ακολουθία πραγματοποιήθηκε εν μέσω συγκινησιακής φορτίσεως, ενώ «άνοιξαν οι ουρανοί», όπως λέει ο λαός μας. Ενώ μιλούσε ο Μητροπολίτης Αθηνών (:Αρχιεπίσκοπος) σημειώθηκε χαλαζόπτωση και κεραυνοί έπληξαν την πόλη και τον ίδιο τον ναό. Ο ουρανός «σκοτίστηκε» και τέσσερις ακόμη κεραυνοί χτύπησαν «πέριξ του ναού». Όταν ο καιρός καθάρισε, το πλήθος συνόδευσε ήσυχα τον Γέροντα στην τελευταία του κατοικία, πλησίον του τάφου της συζύγου του. Παρόντες ήταν υπουργοί, ο Νομάρχης, εκπρόσωποι των Αρχών και του στρατού, εξαιρουμένου μόνον του Δημάρχου Αθηνών, ο οποίος όχι μόνο δεν παρέστη, αλλά δεν παρέδωσε καν τα κλειδιά του ναού, με αποτέλεσμα να απαιτηθεί κρατική παρέμβαση. Σε εγκωμιαστικό άρθρο του ο Δημήτριος Πανταζής συνόψισε τη ζωή του Γέροντα στη φράση: «Τὰ πάντα ὑπὲρ τῶν Ἀθηναίων, καὶ οὐδὲν ὑπὲρ ἑαυτοῦ»[16].
«Ὁ Θάνατος τοῦ Παπποῦ»
Η σημαντικότερη λογοτεχνική παρακαταθήκη για τον Άγγελο Γέροντα παραδόθηκε από τον εγγονό του, τον σπουδαίο Αθηναιογράφο Δημήτριο Γρηγόριου Καμπούρογλου. Στο κείμενό του «Ὁ Θάνατος τοῦ Παπποῦ» αποτύπωσε, με μοναδική συναισθηματική δύναμη, τις τελευταίες στιγμές του. Αφήγηση με ιδιαίτερο ιστορικό βάρος. Καταγράφει γεγονότα, περιγράφει πρόσωπα και σκιαγραφεί τον χαρακτήρα του Γέροντα μέσα από τη ματιά ενός εγγονού που τον λάτρευε. Το προσωπικό, βιωματικό ύφος του κειμένου αποκαλύπτει τις αξίες που κληρονομήθηκαν: σεμνότητα, ευσέβεια, ταπεινότητα, υπομονή, αγάπη για την πατρίδα.
Γράφει ο Καμπούρογλους πως ο Γέροντας υπήρξε υπόδειγμα όχι μόνον για τους συγγενείς του, αλλά και για τους μετέπειτα πολίτες των Αθηνών, διότι: «Οὐδέποτε ἐζήτησε τιμὰς, ἀποζημιώσεις, ἢ ὑπηρεσίας, ἀλλ᾿ μόνον ὅταν ἡ Πατρὶς εἶχεν ἀνάγκην ἀπ᾿ αὐτόν». Η περιγραφή του θανάτου του, με τις αστραπές και τη βροχή, έχει σχεδόν μυθολογικές διαστάσεις. Ο Γέροντας μετατράπηκε σε σύμβολο πατριωτισμού, άδολης προσφοράς και αθάνατης ηρωικής κληρονομιάς.
Εξάλλου, ο γιος του Άγγελου Γέροντα, ο Αχιλλέας, συνέγραψε το θεατρικό έργο «Οἱ Δημογέροντες τῶν Ἀθηνῶν Ὅμηροι – Δράμα εἰς πέντε πράξεις μετά σημειώσεων». Γραμμένο σε μορφή δράματος αλλά με στόχο όχι τη θεατρική παράσταση, αλλά την τεκμηρίωση της οικογενειακής και εθνικής μνήμης, περιλαμβάνει ιστορικά στοιχεία, σκηνές καθημερινής ζωής, τοπογραφικά σημεία της εποχής, προσωπικά βιώματα και πολιτική ανάλυση. Εντάσσεται σε μια σπάνια κατηγορία ως θεατρικό ιστορικό αφήγημα που γράφτηκε μέσω των μαρτυριών του πατέρα του.
Το έργο δημοσιεύθηκε το 2015, από τον Σύλλογο των Αθηναίων, σε επιμέλεια του Δημητρίου Αγγ. Γέροντα και του γιου του, Άγγελου Δ. Γέροντα, ιατρού και λογοτέχνη. Η φροντίδα των απογόνων του αποτελεί εξαιρετικό δείγμα ιστορικής συνείδησης και πολιτιστικής κληρονομιάς. Η συνέπεια στην παρουσίαση της ζωής του, η ακρίβεια των αφηγήσεων, η αποφυγή εξιδανικεύσεων ή υπερβολών, αποτελούν απόδειξη σεβασμού στην ιστορική αλήθεια. Η φιλολογική μνήμη του Άγγελου Γέροντα δεν έμεινε φυλακισμένη σε οικογενειακά αρχεία. Μεταφέρθηκε στον δημόσιο χώρο, ως μέρος της μνήμης της πόλης των Αθηνών και της Εθνικής Ιστορίας.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025






