Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Η αγάπη του Κωστή Παλαμά για την Αθήνα δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα μιας προσωπικής αισθητικής προσέγγισης της πόλης ούτε περιορίζεται σε μια ρομαντική προσήλωση στο ιστορικό της βάθος. Η σχέση του Παλαμά με την Αθήνα ήταν πρωτίστως οικογενειακή, πνευματική και ιστορική, με ρίζες που εκτείνονται βαθιά μέσα στο εθνικό σώμα του υπόδουλου γένους, από τα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς ακόμη και απολήγουν σε έναν ύμνο προς την ελευθερία, την τέχνη και την πατρίδα.

Καλλιτεχνική φωτογραφία του Κ. Παλαμά με αφιέρωση της κόρης του ποιητή (1944). Από τα εκθέματα του «Συλλόγου των Αθηναίων».
Γένος δασκάλων και αγωνιστών
Η οικογένεια Παλαμά υπηρέτησε το υπόδουλο γένος πολύ πριν από την Επανάσταση προσφέροντας αφιλοκερδώς τα πνευματικά τους φώτα στα Ελληνόπουλα. Ο Παναγιώτης Παλαμάς δίδαξε στην Αθωνιάδα Ακαδημία και στο Μεσολόγγι, την πόλη που έμελλε να τιμήσει τον Ελληνισμό. Συνέγραψε και εξέδωσε, σε δύσκολους χρόνους συγγράμματα για την ελληνική γλώσσα και ιστορία. Ο δευτερότοκος γιός και μαθητής του, ο Γρηγόριος Παλαμάς, υπήρξε ο συνεχιστής στη σχολαρχία της «Παλαμαίας Σχολής» του Μεσολογγίου. Ο πρωτότοκος γιός του, ο Ιωάννης, πάππος του εθνικού μας ποιητή, ήταν εκείνος που συνέδεσε την οικογένεια με την Αθήνα για πρώτη φορά, όπως επισήμανε ο αείμνηστος Δημήτριος Γέροντας[1].
Ο Ιωάννης Παλαμάς υπήρξε καθοριστική μορφή του νεοελληνικού διαφωτισμού, υπηρετώντας τη διδασκαλία της ελληνικής παιδείας από το 1810 έως το 1820. Στο πλαίσιο της Φιλομούσου Εταιρείας, ήταν ένας από τους σπάνιους δασκάλους που συνδύαζαν γνώση και πάθος για την ελευθερία, εμφυσώντας στους νέους Έλληνες τη φλόγα της εθνικής αποκατάστασης. Ο Διονύσιος Πύρρος, επίσης διδάσκαλος της ίδιας εποχής, έγραψε πως ήταν «ανήρ σοφός και πεπαιδευμένος»[2]. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Ι. Παλαμάς πολιτογραφήθηκε πολίτης Αθηναίος και δεν ακολουθούσε την συνηθισμένη και ανιαρή μέθοδο της εποχής του. Αφομοίωνε τα θέματα και με λυρική έμπνευση κατόρθωνε να αποσπάσει την προσοχή των νεαρών ψυχών που δίδασκε.
Εκδρομές ιστορίας
Επίσης, ο Ι. Παλαμάς, προτιμούσε να οδηγεί τους μαθητές του στους ιστορικούς τόπους γύρω από την Αθήνα, μεταδίδοντας το πάθος του. Διέγειρε την εθνική τους ψυχή κατευθύνοντάς την στη διαρκή ελπίδα της απελευθέρωσης του Έθνους. Η χρονική απόσταση από το 1821 ήταν μικρή και διαφαινόταν καθαρά ότι ήταν ζήτημα χρόνου ο ξεσηκωμός. Οπότε θεωρούσε εθνικό καθήκον να προπαρασκευάσει τις ψυχές των μαθητών του.
Σε μια τέτοια εκδρομή στη Σαλαμίνα, όπως παραδίδει ο Δ. Γέροντας, με συγκίνηση ανέπτυξε στους μαθητές του το ασύγκριτο γεγονός της ιστορικής ναυμαχίας και της μεγαλειώδους ελληνικής νίκης. Μεθυσμένος δε από τα λόγια του, έσκυψε υπομονετικά πάνω σε έναν βράχο του ιστορικού νησιού και με το μικρό του μαχαιράκι χάραξε: «26 Οκτωβρίου 1814, Εις μνήμην της μεγάλης νίκης»[3]. Εννοείται πως οι Αθηναίοι γονείς εμπιστεύονταν τα παιδιά τους στον φλογερό αυτό κατηχητή που έβγαλε άξιους μαθητές. Αξίζει να αναφέρουμε ορισμένους εξ αυτών των μαθητών, οι οποίοι διακρίθηκαν τα επόμενα χρόνια.
Αρχής γενομένης από τον γενάρχη των αρχαιολόγων Κυριάκο Πιττάκη, ο οποίος με πάθος και εμμονή εργάστηκε ακατάπαυστα υπέρ των θησαυρών της πόλης. Επίσης, ο Γεώργιος Ψύλλας, ο εκδότης της «Εφημερίδος των Αθηνών» και στην συνέχεια νομάρχης Αττικής, υπουργός και γερουσιαστής. Ακόμη, ο Σταύρος Βλάχος, δημογέροντας γνωστής Αθηναϊκής οικογένειας και αργότερα βουλευτής και υπουργός και ο νοτάριος Παναγιώτης Πούλος, του οποίου ο Κώδικας εκδόθηκε από την Νομική Σχολή και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια της ύστερης προεπαναστατικής και της επαναστατικής περιόδου.
Αθάνατο πρόσωπο
Αυτοί οι Παλαμάδες είναι οι πνευματικοί και ηθικοί πρόγονοι του Κωστή Παλαμά, ο γονιδιακός και πνευματικός πυρήνας της δικής του εθνικής ποίησης. Περιβάλλον αγωνίας και ελπίδος, παιδείας και αντιστάσεως, το οποίο χάραξε ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ψυχισμό και τη μνήμη του Κωστή Παλαμά, ο οποίος, νιώθει την Αθήνα σαν δεύτερη πατρίδα, ίσως και πρωτεύουσα της ψυχής του. Διότι ο Παλαμάς γράφει για την Αθήνα, την υμνεί, την ανασταίνει, την προσωποποιεί. Σε πολλά του ποιήματα, η Αθήνα δεν είναι μόνο η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους· είναι μητέρα, θεά, Μούσα, εικόνα της αιώνιας Ελλάδος.
«Ο Παλαμάς τραγουδά την Αθήνα με λυρικότητα, αλλά και με στοχαστική σύνθεση», έγραψε ο Δ. Γέροντας. Σε αντίθεση με την απλή ειδυλλιακή απεικόνιση, ο Παλαμάς εμβαθύνει στην ψυχή της πόλης, βλέπει τα ερείπιά, τις πληγές και τις δόξες της, και τις ερμηνεύει μέσα από τη βαθιά του ελληνικότητα. Τη συγκρίνει με τις πόλεις των θεών και την υψώνει πάνω από αυτές, όχι μόνον λόγω ιστορίας, αλλά κυρίως λόγω πνευματικής αξίας. Στην ποίηση του Παλαμά, η Αθήνα είναι το αθάνατο πρόσωπο του Ελληνισμού, που φέρει την ευθύνη και την δόξα όλων των αιώνων. Είναι τόπος ιερός, όπου ακόμα και η σκόνη της γης έχει ποιητικό και ιστορικό βάρος.
Βασίλισσα του Ωραίου
Η «ζωγραφιά της Αθήνας» είναι η αποθέωση της ελληνικής διαύγειας: «Πρωί και λιοπερίχυτη και λιόκαλ’ είναι η μέρα / κι η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι / Το φως παντού κι’ όλο το φως κι’ όλα το φως τα δείχνει…».
Γνωρίζει την ιστορία της, την θαυμάζει και εκστατικός αναφωνεί: «Αθήνα! Χρυσοστέφανη και τιμημένη χώρα / οι μεγαλόψυχοι θεοί επάνω σου αγρυπνούνε / Και φεύγουνε από τον Ολυμπο για να ξεκουραστούνε / Στη γη σου τη βραχόσπαρτη / Γιατί εδώ πέρα βρισκουν / Πως πιο πολύ με τους θεούς ο άνθρωπος ταιριάζει / Γιατί εδώ πέρα η προσευχή / πιο γκαρδιακή ανεβαίνει…».
Όταν ο Σύλλογος των Αθηναίων εόρταζε τα 100 χρόνια από την ανακήρυξή των Αθηνών ως πρωτεύουσας του Ελληνισμού, έδωσε το παρόν στέλνοντας τέσσερις στίχους και αποδίδοντας μια άλλη εικόνα της ομορφιάς της: «Αθήνα, της ιδέας πηγή, Βασίλισσα του ωραίου, / τη διαλαλούν οι νέοι καιροί, τη δόξα σου, του αρχαίου, / ιοστέφανη, η μοσχοβολιά σε λέει και σε μυρώνει / Στη νύχτα κελαϊδεί για σε του Κολωνού τ’ αηδόνι»[4].
Εθνική λατρεία
Ο Παλαμάς δεν περιορίζεται στην εξύμνηση των Αθηνών με ωραίες λέξεις και εικόνες. Τη μετατρέπει σε εθνική αποστολή. Η Αθήνα για εκείνον είναι τόπος ανάπαυσης αλλά και πεδίο αγώνα. Είναι παρελθόν αλλά και μέλλον. Είναι μνήμη και προτροπή. Ο ποιητής θεωρεί ότι η εθνική αποκατάσταση της Ελλάδος θα ολοκληρωθεί με την ηθική και πολιτισμική αποκατάσταση των Αθηνών. Η σχέση του Παλαμά με την Αθήνα είναι επιλογή και ταυτόχρονα μοίρα, ρίζα, συνέπεια. Η οικογένειά του χάραξε την πορεία του σε αυτήν την πόλη και εκείνος την ανέδειξε σε συμπύκνωση του Ελληνισμού. Αυτή η Αθήνα, πνευματική, ιστορική, πατριωτική, είναι η πόλη που αγάπησε ο Παλαμάς. Και μέσω αυτής, αγάπησε και τον λαό, τη γλώσσα, τη μνήμη, και το μέλλον. Οπότε η αγαπημένη του πόλη οφείλει να μνημονεύει τον ποιητή, το καλλικέλαδο αηδόνι της, όπως τον χαρακτήρισε ο Δ. Γέροντας[5].
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 19 Νοεμβρίου 2025


