Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Το ιστορικό αποτύπωμα της πόλεως των Αθηνών κατά την μεγάλη Εθνεγερσία δεν έχει αναδειχθεί όσο θα έπρεπε. Στη μακρά Ιστορία της, η σελίδα της Τουρκοκρατίας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, ιδίως δε εκείνη που αφορά την έκρηξη της Επαναστάσεως στην πόλη, η οποία για πολλούς και διάφορους λόγους κηρύχθηκε περί τα τέλη του Απριλίου του 1821 και έμελλε να διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι την απελευθέρωσή της τον Ιούνιο του 1822.
Η προετοιμασία
Κατά τη νύχτα της 24ης Απριλίου, οι προσυνεννοημένοι αρχηγοί, οι οπλαρχηγοί και οι πολεμιστές συγκεντρώθηκαν έξω από το Μενίδι. Συγκεκριμένα, οι Αθηναίοι υπό τους Ι. Βλάχο, Ν. Σαρρή, Σ. Ζαχαρίτσα, Ν. Καλλιφρονά, οι Μενιδιάτες υπό τον Αναγνώστη Κουρκακιώτη, οι Μεσογείτες υπό τον Ι. Ντάβαρη και οι Χασιώτες υπό τον Μελέτη Βασιλείου. Γενικός αρχηγός των επαναστατών είχε ορισθεί ο κατηχητής της Φιλικής Εταιρείας Δήμος Αντωνίου, ο οποίος έφερε Ευρωπαϊκή ενδυμασία, επωμίδες και περικεφαλαία.
Η στολή του άλλωστε αυτή προκαλούσε τον γενικό θαυμασμό, μέχρι του σημείου να παραμεριστούν οι ατομικές φιλοδοξίες και να υποταχθούν όλοι προθυμότατα σε αυτόν. Ο οπλισμός των επαναστατών συνίστατο από ποικίλα όπλα, αλλά και από ρόπαλα, σφενδόνες και πολλά άλλα. Τα μόνα ίσως ομοιόμορφα όπλα ήταν αυτά που είχαν αγοραστεί με χρήματα του Αθηναίου Παναγή Σκουζέ και είχαν μεταφερθεί στον Πειραιά με Ολλανδικό πλοίο[1].
Το πώς εισήχθησαν στην Αθήνα και διανεμήθηκαν στους Αθηναίους Φιλικούς είναι μια άλλη ιστορία. Πάντως, το μόνο βέβαιο ήταν ότι τα όπλα αυτά διαδραμάτισαν μεγάλο ρόλο και ήταν από τα πρώτα που εισήχθησαν προ των πυλών της πόλεως την αυγή της 25ης Απριλίου, όταν οι επαναστάτες εισέδυσαν στην Αθήνα.
Η πρώτη πολιορκία της Ακροπόλεως
Οι Τούρκοι στρατιώτες τότε κατέφυγαν στην Ακρόπολη, όπου και κλείστηκαν μαζί με τις 450 οικογένειες των Τούρκων κατοίκων. Έτσι, την ίδια στιγμή που ο ευγνωμονών λαός, σε κατάσταση αλλοφροσύνης και ψάλλοντας το Χριστός Ανέστη, κατευθυνόταν στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Παντελεήμονος, κοντά στο Δημοπρατήριο, άρχιζε και η πρώτη πολιορκία του Κάστρου, η οποία θα διαρκούσε μέχρι τον Ιούλιο του 1821.
Κατά τον ίδιο μήνα έκανε την εμφάνισή του ο Ομέρ Βρυώνης στη γη της Αττικής, ως επικεφαλής πολυάριθμου στρατού. Μάταια προσπάθησαν να τον αντιμετωπίσουν κοντά στην Τανάγρα οι μη επαρκώς οπλισμένοι Έλληνες. Εισήλθε στην πόλη των Αθηνών και στο Κάστρο την 20ή Ιουλίου, την ώρα που οι Αθηναίοι, όπως και οι πρόγονοί τους, κατέφυγαν και πάλι στα ξύλινα τείχη, δηλαδή στα καΐκια, με τα οποία προωθήθηκαν στη Σαλαμίνα και την Αίγινα.
Η δεινή κατάσταση των πολιορκημένων
Τα γεγονότα εντούτοις στην Πελοπόννησο και τη Στερεά, αλλά και η κατά του Αλή Πασά εκστρατεία, απαιτούσαν αλλού την παρουσία του Ομέρ Βρυώνη. Έτσι, από τις αρχές του Νοεμβρίου, οι Αθηναίοι επανέλαβαν την πολιορκία της Ακροπόλεως, περισσότερο εμπειροπόλεμοι και καλύτερα οργανωμένοι, αλλά και συντεταγμένοι αυτή την φορά. Από τον Δεκέμβριο η κατάσταση των πολιορκημένων είχε καταστεί δεινή. Τα τρόφιμα που τους είχε αφήσει ο Ομέρ Βρυώνης εξαντλούνταν, ενώ η παρατεταμένη ανομβρία λιγόστευε γρήγορα το εναπομείναν νερό των δεξαμενών.
Επιπρόσθετα, είχε φτάσει ο Γάλλος αξιωματικός του Πυροβολικού, Βουτιέ, ο οποίος είχε αναλάβει τον συντονισμό των πολιορκητικών ενεργειών. Γρήγορα λοιπόν αντιλήφθηκε ότι μέσω του Πυροβολικού θα επιτάχυνε την πτώση της Ακροπόλεως. Ωστόσο, έτρεμε την ιδέα της καταστροφής των μνημείων. Τη στοργή του, άλλωστε, γι’ αυτά επικαλούταν και σε έγγραφο της Προσωρινής Κυβερνήσεως: «Η κατάληψις των Αθηνών ασφαλίζει την δόξαν σας… Μη λησμονήτε όμως ότι εις το φρούριον ευρίσκονται τα πολύτιμα λείψανα της αρχαιότητος, λείψανα τα οποία ο πανδαμάτωρ δεν κατώρθωσε να εξουδετερώση. Εναποθέτομεν εις την αγάπην σας του καλού και ωραίου τα αριστουργήματα των προγόνων μας. Είθε η Αθηνά να προστατεύση τον ναόν της!»[2].
Αυτή η στοργή ίσως, καθώς και άλλα συνετέλεσαν στο να παραδοθεί η Ακρόπολη τον Ιούνιο του 1822. Μεσολάβησαν όμως, εν τω μεταξύ, ηρωικές πράξεις και θαυμάσια επεισόδια.
Ηρωικά επεισόδια
Στα απομνημονεύματά του από την Επανάσταση του 1821, ο Γάλλος αξιωματικός Βουτιέ περιέγραψε τα ηρωικά επεισόδια της πολιορκίας της Ακροπόλεως, και ιδίως την κατάληψη των δύο πυλών του κυρίως Κάστρου και του Σερπεντζέ, δηλαδή του οχυρωμένου Ωδείου Ηρώδου του Αττικού, όπου βρίσκονταν τα περισσότερα πηγάδια από τα οποία υδρεύονταν οι Τούρκοι. Περί του Σερπεντζέ και κατωτέρω.
Την 20ή Δεκεμβρίου του 1821 έγινε απόπειρα κατάληψης της τρίτης πύλης του Κάστρου, αφού προηγουμένως καταβλήθηκε προσπάθεια να ανατιναχτεί το τείχος μέσω υπονόμου τον οποίο κατασκεύασε ο περίφημος «λαγουμιτζής» Κώστας Χορμοβίτης.
Η αυγή βρήκε δύο Έλληνες να προσπαθούν να ανοίξουν λάκκο κάτω από την τρίτη πύλη. Όπως έγραφε ο Βουτιέ, «ο ένας από αυτούς ήτο εκ των θαρραλεωτέρων ανδρών που εγνώρισα πότέ· ονομάζεται Νικολής και είχε πολεμήσει με τον Γαλλικόν στρατόν εις την Αίγυπτον, όπως και εις την Γερμανίαν ως υπαξιωματικός των Μαμελούκων της φρουράς…»[3]. Τόσο αυτός, όσο και ο σύντροφός του, παρασυρμένοι από τον ζήλο τους, δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως ότι υπέφωσκε η ημέρα και ότι οι συμπολεμιστές τους είχαν αποχωρήσει.
Μη μπορώντας να κάνουν τίποτε άλλο, συσπειρώθηκαν στον λάκκο που άρχισαν να σκάβουν κάτω από την πύλη και περίμεναν να επέλθει πάλι η νύχτα. Ατυχώς, όμως, και οι πολιορκούμενοι Τούρκοι, οι οποίοι φοβούνταν μια νέα επίθεση, εξακολούθησαν το πυρ όλο το βράδυ, εμποδίζοντας τους δύο Έλληνες να εξέλθουν από το καταφύγιό τους.
Παράτολμη έξοδος
Με την επέλευση της δεύτερης ημέρας αντιλήφθηκαν πλέον ότι δεν τους έμενε τίποτα άλλο από το να επιλέξουν μεταξύ του μαρτυρίου της πείνας και μιας παράτολμης εξόδου, ώστε να φθάσουν τρέχοντας στις τάξεις των συμπολεμιστών τους.
Ο Νικολής το αποφάσισε και ορμώντας αιφνιδίως διασώθηκε, χωρίς καν να τραυματιστεί. Ο κίνδυνος όμως για τον σύντροφό του, που δεν ήταν τόσο αποφασιστικός, αυξήθηκε. Οι Τούρκοι, υποπτευόμενοι ότι εκείνος που διέφυγε δεν ήταν μόνος, ενέτειναν την προσοχή τους και τελικά, όταν ο δεύτερος διέπραξε την απρονοησία να βγάλει λίγο το κεφάλι του για να δει αν μπορούσε να επιχειρήσει έξοδο, φονεύθηκε.
Φοβούμενος ο Βουτιέ ότι η συνεχής θέα του πτώματος θα επιδρούσε δυσμενώς στους στρατιώτες, που δεν ήταν ακόμα συνηθισμένοι στον πόλεμο, σκεπτόταν πώς θα μπορούσε να αποσύρει το πτώμα για το θάψει. Εκείνοι όμως την ώρα είδε μερικούς στρατιώτες να καταφτάνουν ο ένας μετά τον άλλον. Έκαναν τον σταυρό τους, προσευχήθηκαν και εμφορούμενοι από νέο ζήλο ορκίστηκαν να εκδικηθούν τον νεκρό.
Η σκηνή θύμιζε «Θερμοπύλες»
Οι Τούρκοι όμως δεν αποφάσιζαν να παραδοθούν, παρόλο που άρχισαν να υποφέρουν από τις πολλές ελλείψεις. Γι’ αυτό αποφασίστηκε νέα έφοδος. Μια θρησκευτική τελετή, όπως σε κάθε επίσημη περίσταση, ήλθε να επαυξήσει τον ενθουσιασμό των στρατιωτών. Ο Μητροπολίτης των Αθηνών, περιστοιχισμένος από τον Κλήρο, τέλεσε λειτουργία εν μέσω όλου του στρατού. Το θέαμα ήταν κατανυκτικό. Βλέποντας κανείς τους ένοπλους αυτούς άνδρες γονυπετείς μπροστά από τον ταπεινό βωμό που είχαν ανεγείρει στη βάση των τειχών εκείνων που μετά από λίγες ώρες οι μισοί ίσως έβρισκαν τον θάνατο, δεν θα μπορούσε να μην καταληφθεί από συγκίνηση.
Ο ιεράρχης εκφώνησε κατάλληλο λόγο για την έξαρση του θάρρους τους. Διαλύθηκαν αφού φίλησαν το Άγιο Ευαγγέλιο και στόλισαν τα μαλλιά τους με ευλογημένους από την εκκλησία κλάδους. Το έθιμο αυτό είχε διατηρηθεί από τα αρχαία χρόνια. Όταν οι Έλληνες ετοιμάζονταν να πολεμήσουν, ξυρίζονταν προσεκτικά, έβαζαν καθαρά άσπρα ρούχα και χτένιζαν τα μακριά μαλλιά τους. Εκείνος που έφτανε στο στρατόπεδό τους πριν από τη μάχη, νόμιζε πως έβλεπε τους Σπαρτιάτες την παραμονή της μάχης των Θερμοπυλών. Δυστυχώς όμως και η έφοδος αυτή απέτυχε. Ο απολογισμός ήταν εξήντα πέντε τραυματίες και νεκροί, ανάμεσά τους και ο φιλέλληνας αξιωματικός Στάλεντορφ.
Η πίεση
Η πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών το 1821, δεν θα μπορούσε να μην τονιστεί πως διήρκεσε αρκετούς μήνες. Παρόλο που η κατάληψη του Σερπεντζέ, του οχυρωμένου, δηλαδή, Ωδείου Ηρώδου του Αττικού, έκρινε ουσιαστικά την τύχη των πολιορκουμένων Τούρκων, η άμυνά τους εξακολούθησε μέχρι τον Ιούνιο του 1822. Το χρονικό διάστημα από τις αρχές του χειμώνα μέχρι την 9η Ιουνίου ήταν ιδιαίτερα σκληρό για εκείνους, καθώς οι Έλληνες αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν δραστικότερα μέσα και προπαντός το πυροβολικό τους, που είχε ταχθεί στην Πνύκα. Στην προειδοποίηση που τους απηύθυνε ο αρχηγός του πυροβολικού, Γάλλος Βουτιέ, οι πολιορκούμενοι απάντησαν με ύβρεις και βλασφημίες.
Φρίκη και φόβος όμως τους κατέλαβε, όταν άρχισε η εκσφενδόνιση των βομβών, ενώ εκείνοι ήταν κλεισμένοι μαζί με τα γυναικόπαιδα στο εσωτερικό της Ακροπόλεως. Όπως έγραφε ο ίδιος ο Βουτιέ, «πώς να περιγράψω τον τρόμον των πολιουρκουμένων, που εσκόρπισαν ως κοπάδια προς κάθε κατεύθυνσιν, καταρώμενοι και εκβάλλοντες κραυγάς λύσσης; Οι Έλληνες, συγκεντρωθέντες αντιθέτως ολόγυρα εις τα πυροβόλα, διεδήλωναν θορυβωδώς την χαράν των. Μερικαί μάλιστα γυναίκες εξημμέναι επλησίασαν εις τα πυροβόλα διά να επικαλεσθούν δι’ ημάς την ευλογίαν του Θεού και να φιλήσουν τα χέρια μου που εκάλυπταν με δάκρυα»[4].

Επιστροφή αθηναϊκής οικογένειας στο ερειπωμένο της σπίτι μετά το τέλος της Επανάστασης (Peter von Hess-Friendrich Hohe). Iδιωτική συλλογή.
Χωρίς νερό κι τρόφιμα
Νέες διαπραγματεύσεις τις οποίες παρακώλυε αφενός ο φόβος των Τούρκων για το μέλλον και αφετέρου η απειθαρχία μεταξύ των Ελλήνων, ο καθένας από τους οποίους διατύπωνε ιδίας αντιλήψεις για τους όρους της παραδόσεως, δεν έφεραν αποτέλεσμα. Ο Βουτιέ, προκειμένου να κρατά τους πολιορκούμενους σε διαρκή φόβο και εκνευρισμό, πραγματοποιούσε διαρκώς επιθέσεις, εξαναγκάζοντας τους Τούρκους να συγκεντρωθούν στα κτίσματα κάτω από τα Προπύλαια.
Εκεί επιδημίες και ασθένειες άρχισαν να τους δεκατίζουν, καθώς ευρέθησαν κλεισμένοι σε στενούς, υγρούς και ανθυγιεινούς χώρους. Οι δε βόμβες του Γαλλικού πυροβολικού έσπαζαν τα πιθάρια στα οποία διατηρούσαν το λιγοστό νερό με το οποία ήταν εφοδιασμένοι και πυρπολούσαν τις αποθήκες όπου φύλαγαν τα τρόφιμά τους. Από τότε χρονολογείται και ο θρήνος των Ελληνόφωνων Τουρκισσών των Αθηνών[5]:
Κακόμοιρες οι Αθηναίες οι καλομαθημένες
Τραβούσι τον χερόμυλον και κλαίουν οι καϋμένες
Αφήκαν βρύσες με νερά δένδρα με πορτοκάλια
Κι’ εμβήκαν στο ρημόκαστρον και τρώγουν τα λιθάρια.
Δραματικό επεισόδιο
Η ώρα της παραδόσεως πλησίαζε, όμως εν τω μεταξύ σημειώθηκε ένα δραματικό επεισόδιο, το οποίο περιγράφει εκτενώς ο Βουτιέ. Ένας Έλληνας, τον οποίο κρατούσαν ως δούλο οι Τούρκοι και δεν θανάτωναν διότι τους χρησίμευε στην κατασκευή μπαρουτιού, αποφάσισε να δραπετεύσει, παρά τη μεγάλη επικινδυνότητα. Ο λόγος ήταν πως δεν άντεχε πλέον τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλαν.
Προσεταιρίστηκε, λοιπόν, έναν άλλον Έλληνα, δούλο επίσης των Τούρκων, και μαζί, αφού εφοδιάστηκε ο καθένας με ένα σχοινί που περιτύλιξε στο σώμα του, διέλαθαν μία νύχτα την προσοχή των Τούρκων σκοπών. Αφού έδεσαν τα σχοινιά σε ένα κανόνι, κατέβηκαν από την Ακρόπολη. Την ώρα όμως που οι φυγάδες έφταναν στη βάση του βράχου της Ακροπόλεως άρχισε να ξημερώνει και γι’ αυτό δεν αποτόλμησαν να διασχίσουν το ακάλυπτο τμήμα που μεσολαβούσε μέχρι τα ελληνικά φυλάκια. Αντιθέτως, κρύφθηκαν, περιμένοντας τη νύχτα, σε ένα σπήλαιο που γειτόνευε με εκείνο του Πανός.
Οι πολιορκητές τους έκαναν νόημα να διασχίσουν την απόσταση, καθώς η βραδυπορεία επέτεινε τους κινδύνους. Ο ένας το επιχείρησε και διεσώθηκε με μία μόνο σφαίρα στο χέρι, ενώ ο άλλος, ο οποίος δεν τόλμησε, σκοτώθηκε από Τούρκο και τον κατέβασαν εντός κιβωτίου οι πολιορκούμενοι.
Η πολυπόθητη συνθήκη
Εν πάση περιπτώσει, ο διασωθείς έδωσε στους ομοεθνείς του πολύτιμες πληροφορίες. Η παράδοση των Τούρκων είχε γίνει αναπότρεπτη. Και, πράγματι, μετά από λίγες μέρες στο Αυστριακό προξενείο, παρουσία του προξένου Γεωργίου-Χριστιανού Γροπίου και του Γάλλου Φωβέλ, ο οποίος με μεγάλη δυσφορία είχε αναμιχθεί στις μεσολαβητικές προσπάθειες, καθώς ήταν φίλος των Τούρκων και έφερε βαρέως την ταπείνωσή τους, υπεγράφη η σχετική συνθήκη από τους αντιπροσώπους της Κυβερνήσεως Ανδρέα Καλαμογδάρτη και Αλέξανδρο Αξιώτη.
Το περιληπτικό κείμενο της συνθήκης δεν ήταν βεβαίως άγνωστο από τον συγγραφέα της νεωτέρας ιστορίας των Αθηνών Διονύσιο Σουρμελή και από άλλες πηγές. Το πρωτόγραφο όμως κείμενο, εκείνο δηλαδή που γράφτηκε διά χειρός του προκρίτου και αρχιγραμματέως της Κοινότητος Ιωάννη Σκουζέ, αγνοούταν για πολλά χρόνια. Το κείμενο, δε, του προηγηθέντος της συνθήκης «υποσχετικού», που υπεγράφη 3 ημέρες νωρίτερα, την 6η Ιουνίου 1822, ήταν τελείως άγνωστο.
Τα πρωτόγραφα κείμενα είχαν περίεργη τύχη. Όπως και άλλα έγγραφα του Αγώνα, περισώθηκαν στο αρχείο του διάσημου Αυστριακού διπλωμάτη Πρόκκες-Όστεν. Από εκεί μερικά εξ αυτών, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και τα πρωτόγραφα, κατέληξαν προς 40ετίας στην πλουσιότατη συλλογή Ελληνικών εικόνων, λιθογραφιών και κειμηλίων του φιλέλληνα Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Μόναχο φον Μπάσσερμαν-Γιόρνταν. Ένα αντίγραφο, σε γυάλινη πλάκα, σώζεται στο «Αθηναϊκό Μουσείο» του «Συλλόγου των Αθηναίων»[6].

Η Συνθήκη που υπεγράφη από τους Επιτρόπους, τους Εφόρους των Αθηναίων και τους Καπετάνιους από το σωζόμενο σε γυάλινη πλάκα αντίγραφο του Συλλόγου των Αθηναίων (Αρχείο Σκουζέ).
Το υποσχετικό της 6ης Ιουνίου 1822
Το κείμενο του υποσχετικού, το οποίο υπέγραφαν οι έφοροι της Κοινότητας Αθηνών, ο εκ των απεσταλμένων της Κυβερνήσεως Ανδρέας Καλαμογδάρτης και οι αρχηγοί των πολιορκούντων τους Τούρκων στρατευμάτων, είχε ως εξής:
Εκλαμπρότατε Κύριε!
Σας υποσχόμεθα εν λόγω τιμής μας, διά να εγγυηθήτε εις τους δύο συμπατριώτας Τούρκους, Ιμπραήμ αγά Μιεσοΐτη και Μειμέμαγα Χατζηαχμέταγα, οι οποίοι ως πρέσβεις μέλλουν να εύγουν από την Ακρόπολίν μας, ότι έχομεν να τους διαφυλάξωμεν και πάντα αβλαβείς και τοιούτους να τους στείλωμεν πάλιν εις την ρηθείσαν Ακρόπολίν μας. Δι’ ο υπογραφόμεθα,
Τη 6η Ιουνίου 1822-Αθήναι
Οι Έφοροι Αθηνών ο ηγούμενος Βρανά, Γαβριήλ, Χ΄΄ Παναγή Ζαχαρίτζας, Θ. Λ. (Θωμάς Λογοθέτης), Σ. Πατούσας, Ιωάννης Π. Βλάχου, Χ’’ Γεωργαντάς Σκουζές, Χ’’ Σπύρος Γκινάκης, Νεόφυτος Πανδελιώτης, Αλέξανδρος Ραυτόπουλος, Διονύσιος Πετράκης, Βουλευταί Ανδρέας Καλαμογδάρτης, γερουσιαστής, Καπεταναίοι Παναγιώτης Χτενάς, Χ’’ Αναγνώστης Μενιδιάτης, Συμεών Ζαχαρίτζας, Νικολής Σαρής, Γιάννης Ντάβαρης, Δήμος Σκεβάς, Αναγνώστης Πιρπίλης, Γιαννάκης Κυργιάκης (;) Γεωργάκης Λέκας. Ο αρχιγραμματεύς Ιωάννης Σκουζές»[6].
Δεν είναι γνωστό σε ποιον απευθύνεται το υποσχετικό με τη λέξη «εκλαμπρότατε», σίγουρα όμως δεν πρόκειται για τον Φωβέλ ή τον Γρόπιο.
Οι όροι
Το κείμενο της συνθήκης, της οποίας οι ακριβείς όροι έγιναν γνωστοί, όπως προαναφέρθηκε, όταν εντοπίστηκε στη συλλογή Μπάσσερμαν, υπογράφηκε από τα ίδια περίπου πρόσωπα, κατά πρώτον όμως λόγο από τον Αθηνών Διονύσιο. Συνυπέγραφε, δε, εκ μέρους της «Υπερτάτης Διοικήσεως» μαζί με τον Ανδρέα Καλαμογδάρτη και ο Αλέξανδρος Αξιώτης, «αρεοπαγίτης».
Στους όρους αναφερόταν ότι «οι καταπολεμηθέντες υπό των Ελλήνων Τούρκοι και εις εσχάτην ανάγκην περιελθόντες, αναλαμβάνουν δι’ αυτής την υποχρέωσιν να παραδώσωσι τα όπλα των και την Ακρόπολιν με όλα τα εν αυτή ευρισκόμενα πράγματα, άνευ τινός δόλου… Από ασημικόν, μαλαγματικόν, μαργαριτάρι, συμπεριλαμβάνοντας και τα μετρητά σε κάθε τζοβαϊρικόν, όπου ήταν εξ αρχής κτήμα ιδικό των Τούρκων». Όσον αφορά τους Έλληνες, αναλάμβαναν την υποχρέωση να επιτρέψουν στους Τούρκους που θα το επιθυμούσαν να διαμείνουν ελεύθερα στην πόλη των Αθηνών. «Όσοι δε θελήσωσι να απέλθωσι εις Ασίαν, να τους εμβαρκαρίζη η διοίκησις εις Ευρωπαϊκά καράβια, δίδουσα εις εκάστην φαμίλλιαν το αρκετόν διά το ταξίδιόν των παξιμάδι και τυρί, πληρώνουσα και τον ναύλον των»[7].
Την επόμενη ημέρα, 10 Ιουνίου, υψώθηκε η ελληνική σημαία επί του Ιερού Βράχου έπειτα από δουλεία αιώνων.
Πότε και γιατί γράφτηκε από τον Ιωάννη Πολέμη το «άγνωστο» πατριωτικό ποίημα «Ο Σερπεντζές»
Την 10η Ιουνίου διάλεξε ο «Σύλλογος των Αθηναίων», όταν ιδρύθηκε (1895) από Αθηναίους απογόνους της Επαναστάσεως 1821, για να γιορτάζει την εθνική διάσταση της μεγάλης Εθνεγερσίας στην πόλη των Αθηνών. Ήταν σημαντική επιλογή, αν λάβουμε υπόψη μας ποια ήταν τα μέλη που αποτελούσαν το Διοικητικό Συμβούλιο. Αρχής γενομένης από τον Πρόεδρο που ήταν ο γηραιός τότε υποστράτηγος Ιωάννης Δ. Λέκας[8].
Είδε τους Τούρκους να κρεμούν και να γδέρνουν ζωντανό τον πατέρα του οπλαρχηγό Δημήτριο (Μήτρο) Λέκα. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Αναστάσιος –ενίοτε βρίσκεται καταγεγραμμένος ως Αθανάσιος– έπεσε στη μάχη του Χαλανδρίου (Νοέμβριος 1821). Ο τρίτος αδελφός Γεώργιος έπεσε στην πολιορκία της Ακρόπολης, ενώ ο τέταρτος και τελευταίος, ο μοναχός Παϊσιος, έπεσε στην πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή (1826).
Αυτής της οικογένειας απόγονος ήταν ο πρώτος Πρόεδρος του Συλλόγου των Αθηναίων, ενώ αντίστοιχη ήταν η προσφορά στην πατρίδα και των οικογενειών των υπολοίπων μελών του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου που αποφάσισε να ορίσει την 10η Ιουνίου ως ημέρα εθνικής εορτής. Οπότε εύκολα εξηγείται ο λόγος για τον οποίο ο 34χρονος τότε ποιητής Ιωάννης Πολέμης (1862-1924), ο οποίος ήταν από τα πρώτα μέλη του Συλλόγου, έγραψε ειδικά για την περίσταση και προσέφερε το ποίημά του «Ο Σερπεντζές» για να αναγνωστεί στον πρώτο εορτασμό που προγραμματίστηκε για το έτος 1896.
Το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, εστιάζει στην κατάληψη του «Σερπεντζέ» (13 Νοεμβρίου 1821), όπως αποκαλούσαν οι Τούρκοι τους προμαχώνες του χώρου που άρχιζαν από το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, περιλάμβαναν τη Στοά του Ευμένους και κατέληγαν στο Θέατρο του Διονύσου. Αυτό το οχυρό αποκαλούσαν οι Τούρκοι «Σερπεντζέ» που αυτολεξεί σημαίνει «στιβαρός», «ρωμαλέος». Οι Έλληνες το αποκαλούσαν «κάτω φρούριο» και «παρατείχισμα».
Κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν βεβαίως η επιλογή του ποιητή, αφού ο Σερπεντζές για τους σκλαβωμένους Αθηναίους παρουσιαζόταν ως «υπερφυσικό τέρας» και η είσοδός του, όπως και εκείνη της Ακροπόλεως, ήταν απόλυτα απαγορευμένη για τους ίδιους. Διασώθηκε δε το τετράστιχο που αποδίδει τα συναισθήματα των σκλαβωμένων Αθηναίων γι’ αυτόν τον προμαχώνα[9]:
«Θα πάω κατά τον Σερπεντζέ
και κει θ’ ανηφορίσω
Να κλάψω αυτούς που μπαίνουνε
και δεν γυρίζουν πίσω».
Εξάλλου, η κατάληψη του Σερπεντζέ θεωρείτο στρατηγική, διότι αφενός θα βελτίωνε την θέση τους έναντι των Τούρκων που παρατηρούσαν έντρομοι από τις επάλξεις της Ακροπόλεως και αφετέρου θα τους στερούσε το νερό. Ο αναφερόμενος Γεώργιος Γκλύστης, ο οποίος μνημονεύεται και από τον Θ. Βενιζέλο.
Ήταν ένας από τους αρχηγούς των σαράντα ανδρών από τη Σαλαμίνα που συμμετείχαν στην πολιορκία του Σερπεντζέ, όπου έχασε και τη ζωή του. Μετά τη θυσία του εξελίχθηκε σε εμβληματική φυσιογνωμία για τον Αγώνα. Αναδημοσιεύουμε το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, όπως δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο ολιγοσέλιδο φυλλάδιο που εξέδωσε ο «Σύλλογος των Αθηναίων»:
Ο ΣΕΡΠΕΝΤΖΕΣ
(Ανέκδοτον της Αλώσεως της Ακροπόλεως)
Υπό Ιωάννου Πολέμη
Απαγγελθέν εν τη αυτή εορτή υπό Αλεξ. Λ. Μπούκρα
Χρόνια και χρόνια είχε ναβγη με τόσο ωραία ακτίνα
ο ήλιος ο χρυσόθρονος στη σκλαβωμένη Αθήνα
και με γλυκό χαμόγελο την άχνη να σκορπίση·
βαρειά ξυπνούσε, κ’ έγερνε να κοιμηθή στη δύσι
ύπνο βαρύ, καματερό, μ’ όνειρα μολυβένια…
Τ’ αναστενάγματα, οι καϋμοί και της σκλαβιάς η έννοια,
τα μαύρα δάκρυα τ’ ορφανού και της θλιμμένης χήρας
και τα συχνά και τ’ άπονα γελάσματα της Μοίρας
ψηλά και γύρω εσκόρπιζαν πυκνή θολούρα κι’ άχνα
σαν στεναγμός που ανέβαινεν από της γης τα σπλάχνα.
Χρόνια και χρόνια είχε να βγη με τόσο ωραία ακτίνα
ο ήλιος ο χρυσόθρονος στη σκλαβωμένη Αθήνα
και μ’ ανθηρό χαμόγελο, μ’ ερωτικό καμάρι
τη λατρευτή του Ακρόπολι στην αγκαλιά να πάρη
καθώς που την αγκάλιαζε σε χρόνια δοξασμένα…
Τα κάλλη της τ’ αγέραστα, τα μαρμαροπλασμένα
δεν τ’ αγγιξε στο διάβα του ο αχόρταγος ο χρόνος,
και της ορφάνιας ο καϋμός, η καταφρόνια, ο πόνος
που εχλώμιασε την όψι της σε κάθε της κολώνα
την έκανε ωμορφότερη κι’ αγνή σαν άγια εικόνα…
Μηδ’ η βαρειά κ’ η άτιμη του Μοροζίνη σφαίρα
που βρόντησε κ’ ετίναξε συντρίμμια στον αγέρα
το πειό ιερό κι’ ατίμητο της Αθηνάς παλάτι
μήδε τα τόσα βάρβαρα της οικουμένης κράτη
όπου με δίψα αιματηρή εκέρδιζαν τη νίκη
κι’ αλλα την έκαναν τζαμί κι’ άλλα στρατού αποθήκη·
μηδέ του Ελγίνου το άπιστο και αφωρεσμένο χέρι
που πειό σκληρό απ’ του Μωχαμέτ το σφαχτερό μαχαίρι
δεκάτισε της νειότης της τ΄ατίμητα στολίδια,
μηδ’ η φωτιά τη θέρισε… Η ευμορφιά της ίδια
μες στους αιώνας θε να ζη πειό λαμπερή απ’ τ’ αστέρια
ενόσω μένει μια γραμμή του Παρθενών ακέρια!
Αγάλια – αγάλια φωτερός ο ήλιος ανεβαίνει…
Απάνω στην Ακρόπολιν οι Τούρκοι μαζωμένοι,
άλλοι προσμένουν προσταγαίς απ’ του πασσά το στόμα,
άλλ’ υπονόμους σκάβουνε, άλλοι γυρτοί στο χώμα
τα γιαταγάνια ολόγυμνα μ’ απελπισιά ακονίζουν,
άλλοι, βαρειά ανασαίνοντας, αδιάκοπα γεμίζουν
τουφέκια σιδερόπλεκτα και βροντερά κανόνια,
κι’ άλλοι παρέκει κείτονται σαν τα σπαρτά στα αλώνια
πνιγμένοι μες στο αίμα των…
Μέραις και νύκτες τώρα
το τουφεκίδι αντιλαλεί στη δοξασμένη χώρα
που πεινά και θανατικό την έχει πειά ερημώσει
και με τα δόντια την κρατούν οι Τούρκοι όσοι κι’ όσοι.
Οι Αθηναίοι ολόγυρα, μια φούχτα παλληκάρια
με γυμνωμένα τα σπαθιά, βγαλμένα απ’ τα θηκάρια
ορμούν με λύσσα φλογερή το Κάστρο να πατήσουν·
του κάκου εκείνοι από ψηλά ζητούν να τους φοβίσουν,
οι Αθηναίοι ατρόμητοι στα τούρκικα πιστόλια
χυμίζουνε και δέχονται κατάστηθα τα βόλια
και μηδέ χάρο σκιάζονται μηδέ λυπούνται νειότη.
Μέσα στους νειούς που λαχταρούν και ξεσπαθώνουν πρώτοι
Ο Γκλίστης, λεοντόκαρδος, λεβέντης ανδρειωμένος,
για νειάτα και παλληκαριά στη χώρα ξακουσμένος,
γυρνά τα μάτια του ψηλά κατά το Κάστρο απάνω
και τα κολλά στο Σερπεντζέ: – Αχ! Θέ μου, πριν πεθάνω,
θέλω να δω το Σερπεντζέ στα χέρια μας και πάλι!».
είπε· κι’ ο καπετάν Κτενάς απ’ τη μεριά την άλλη
-«Γειά σου, λεβέντη!» του απαντά, και στρέφοντας τα μάτια
στα παλληκάρια ολόγυρα: «Να γείνωμε κομμάτια,
τους λέει, αν δεν το πάρωμε το Κάστρο ως να βραδυάση!».
Καθώς ο άγριος σίφουνας που πέφτει μες στα δάση
και ζωντανεύει τα κλαδιά και σέρνει τα λιθάρια,
έτσι η φωνή του αντήχησε στα λίγα παλληκάρια
πούχεν αρχίσ’ η κούρασι τα πόδια των να δένη·
Όχι, δεν πέφτουν ζωντανοί, δεν είν’ αποσταμένοι,
ορμούν κατά το Σερπεντζέ πειό θαρρετοί ακόμα
έχουν φωτιά στα μάτια των, χαμόγελο στο στόμα
και με τα ξάστερα σπαθιά τροχίζουν το αγέρα
τα γυμνασμένα χέρια των. – Ω! δοξασμέν’ ημέρα! …
Λυσούν οι Τούρκοι από ψηλά και τα κανόνια αδειάζουν,
μαζεύονται στο Σερπεντζέ κι’ Αλάχ! Αλάχ! Φωνάζουν,
μα οι Αθηναίοι έχουν πεια το πόδι των πατήσει,
και μες στη ζάλη του καπνού, στης μάχης το μεθύσι
σκοτόνουν και σκοτόνονται και σφάζονται και σφάζουν…
Ξάφνω, οι συντρόφοι στρέφουνε τα μάτια και κυττάζουν
σε μια παράμερη γωνιά τον Γκλίστη ξαπλωμένο·
το χέρι του που απλώνεται βαρύ, κοκκαλιασμένο
κρατάει το καρυοφύλλι του· το χρώμα του θανάτου
έχει χυθή στην όψι του· το αίμα ολόγυρά του
απ’ την ορφάνοικτη πληγή στο χώμα πλημμυρίζει…
Τρέχουν σιμά του του μιλούν… δεν βλέπει, δεν γνωρίζει·
μόνον την ώρα που γλιστρά στη γη το καρυοφύλλι
ανοίγει αγάλια τα στεγνά και κάτασπρά του χείλη
και τους ρωτά με στεναγμό, με μια φωνή πνιγμένη
που λες μαζή με την ψυχή στα χείλη του ανεβαίνει:
-Τον πείραμε τον Σερπεντζέ;
-Τον πείραμε!…
-Αλήθεια;…
Εσταύρωσε σαν χριστιανός τα χέρια του στα στήθεια
και την στερνή του αναπνοή με χαμογέλιο αφίνει!…
να θάνατος αληθινά που μνήμα δεν τον κλείνει!
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» Κυριακή 19 Ιουνίου 2022.







