Ο πρώτος έρωτας τεσσάρων γνωστών λογοτεχνών μας

Ο Χρήστος Πύρπασος έπεισε διάσημους λογοτέχνες να μιλήσουν για έρωτα

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Δεν περίμεναν τον Άγιο Βαλεντίνο οι παλαιότερες γενιές για να αναπτύξουν συζητήσεις περί ερώτων και ερωτευμένων. Ανέκαθεν οι ευαίσθητοι, άνδρες και γυναίκες, ζητούσαν αφορμή για να εκφράσουν τα συναισθήματα που κρύβονταν σε μια γωνιά της ψυχής τους. Άλλοι τα έκρυβαν διά παντός, υποδυόμενοι πως τα λησμόνησαν και άλλοι τα επανέφεραν στην επιφάνεια όποτε τους δινόταν η ευκαιρία. Βεβαίως στα προπολεμικά χρόνια ελάχιστες ήταν οι γυναίκες που μπορούσαν να εκφραστούν δημόσια.

Έτσι, το 1939 ο δαιμόνιος λογοτέχνης, δημοσιογράφος και παρουσιαστής Χρήστος Πύρπασος ξεκίνησε μια έρευνα, προκαλώντας ανθρώπους του πνεύματος να μιλήσουν για τις πρώτες αισθηματικές περιπέτειές τους. Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν τι δήλωναν για τον πρώτο τους έρωτα οι Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, Στέφανος Δάφνης, Δημήτριος Βουτυράς και Νικόλαος Λάσκαρις!

Δημήτριος Καμπούρογλους

Ο Αναδρομάρης

Ο  θαλερός και καλοκάγαθος πρεσβύτης Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους εξομολογήθηκε, πως δεκαπεντάχρονο ακόμη παιδί είχε αγαπήσει μια ψαροπούλα και αργότερα μια αλλοδαπή καλλιτέχνιδα αλλά και μία… καλόγρια! Ως προς την ψαροπούλα ένα φιλί ήταν όλο κι όλο.

Η εξομολόγησή του στον Χρ. Πύρπασο ήταν χαρακτηριστική: «Θάμουν δέκα πέντε χρόνων, όταν ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά ερωτικά για πρώτη φορά. Αγάπησα την ψαροπούλα. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά και ακανόνιστα. Ήταν μια μικρούλα χαριτωμένη, με ωραία μάτια και γοητευτικό χαμόγελο. Μ’ αγάπησε κ’ εκείνη. Και το τέλος του καλοκαιριού, όταν φεύγαμε για την Αθήνα, της τραγούδησα κάτω από το παραθύρι της με μια κιθάρα το παληό ρομαντικό τραγουδάκι που εσυνηθίζετο τότε πολύ: “Αν φύγης μακρυά στα ξένα / μη με λησμόνει πάλλευκος ψυχή”»! Όπως ο ίδιος έλεγε όταν έφυγε τα μάτια του έτρεχαν σαν βρύση για τον χωρισμό εκείνον.

Τη συνάντησε πενήντα χρόνια αργότερα και ήταν πλέον μια «μπαμπόγρηα με δύο μισοσπασμένα κιτρινιάρικα δόντια».

Για την καλλιτέχνιδα που τραγουδούσε στα περίφημα Παριλίσσια κέντρα, αρκέστηκε να εξομολογηθεί πως την αγαπούσαν από κοινού αλλά μόνον εξ αποστάσεως εκείνος και ο Ζαν Μωρεάς. Ο τελευταίος μάλιστα της είχε αφιερώσει και πολλά τραγούδια του.

Όσο για την ωραία καλόγρια, την είχε γνωρίσει, ντυμένη στα μαύρα, φοιτητής σε ένα βαπόρι. Μέχρι να φθάσουν στον Πειραιά είχε κατορθώσει να γίνουν καλοί φίλοι. «Τα ωραία αμυγδαλωτά μάτια της με είχαν σκλαβώσει και τα χείλη της είχαν μια ξεχωριστή γοητεία. Μου χαμογέλαγε, όλο μου χαμογέλαγε με χάρη και σε μια στιγμή μου έπιασε το χέρι. Ένιωσα δυνατό αίσθημα, απ’ αυτά που λένε κεραυνοβόλα», αφηγήθηκε ο ευαίσθητος λογοτέχνης και Αθηναιογράφος.  Στο τέλος αποδείχθηκε πως απλά ήταν μια χήρα, οπότε την έκανε… προτροπάδην!

 

Στέφανος Δάφνης. Σκίτσο από τον Τύπο της εποχής (1933).

 

Στέφανος Δάφνης

Αλλά και ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Στέφανος Δάφνης, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Θρασύβουλος Ζωϊόπουλος, είχε τον νεανικό του έρωτα.

Ονομαζόταν Λίλιαν και ήταν αλλόγλωση, δασκάλα του σε ξένη γλώσσα. Εκείνος ήταν 20 ετών και εκείνη ολίγο μεγαλύτερή του, με ωραίο σώμα και γοητευτικό χαμόγελο. Τα μάτια της ήταν γαλαζοπράσινα και όπως έλεγε ήταν σαν ωκεανός. «Εκεί μέσα εναυάγησεν η νεαρή ψυχή μου, όταν ήμουν 20 χρόνων κι’ ετρόμαξε ν’ ανέβει στον αφρό…» εξομολογούνταν όταν ήταν ήδη 55 ετών.

Τολμηρός μάλλον ο ποιητής δήλωνε στον Πύρπασο πως ήταν μεγάλος έρωτας και κατέθετε τη σχετική περιγραφή: «Με τρέλλαινε στις… δαγκωνιές και στις τσιμπιές και στα φιλήματα όταν βρισκόμασταν απολύτως μόνοι. Με λάτρευε κι’ ήθελε μ’ αυτό τον… οδυνηρό τρόπο να μου δείξει τη λατρεία και την αφοσίωσή της»!

Έφυγε όμως για την πατρίδα της και έτσι έληξε το ειδύλλιο του ποιητή. Πάντως, ο Στ. Δάφνης της έγραψε και μερικά από τα πρόωρα ποιήματά του.

Ένα δε εξ αυτών, υπό τον τίτλο «Νυχτερινός πόνος», κατέληγε με το εξής οκτάστιχο: «Με κυνηγούν απόψε τα δυό μάτια / τ’ αξέχαστα και τόσο λατρεμένα / Συμβολικό είν’ απόψε το φεγγάρι / που στήνει ασημογάλαζα πλεμμάτια / Σε τι βιολί να πω, με τι δοξάρι / τη γλύκα σου άξιε Πόνε και τη χάρι / Τριαντάφυλλο τη νύχτα που μυρώνεις / κι’ αγγίζεις την καρδιά και τη ματώνεις;».

Δημοσθένης Βουτυράς. Ελαιογραφία Θ. Βουτυρά. Από τις συλλογές του Δήμου Αθηναίων.

Δημοσθένης Βουτυράς

Από μικρός στα βάσανα όμως φαίνεται πως είχε εμπλακεί και ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του Μεσοπολέμου, ο Δημοσθένης Βουτυράς. Ο οποίος όταν ήταν μεταξύ παιδιού και εφήβου γνώρισε όχι μία αλλά δύο πρώτες αγάπες.

Με την αφέλεια της ηλικίας, είχε κάνει σκασιαρχείο και είχε κατέβει στο Φάληρο. Απολάμβανε την περίφημη εξέδρα του Φαλήρου και την λιακάδα, παίζοντας συνήθως αμάδες! Εκεί συνάντησε δύο κορίτσια κατάξανθα με γαλανά μάτια, «σαν άγγελοι του Παραδείσου, σαν τραγούδι, σαν ποίημα…».

Η μία λεπτή και ψηλή, πιο ψηλή από εκείνον και η άλλη στρουμπουλή και στο ύψος του. Δεν ήξερε ποια να διαλέξει. Στην παιδική του ψυχή ξύπνησε ο ανδρισμός. Τις κοίταξε και τους χαμογέλασε αόριστα. Η μία ήταν λεπτή και ψηλή, ίσως δύο φορές σαν και εκείνον στο μπόι. Η άλλη ήταν γεματούλα κάπως και κοντή που ταίριαζε περισσότερο στο δικό του μπόι.

Έμεινε ώρα να τις παρακολουθεί εκστασιασμένος. Η συνέχεια ήταν τραγελαφική. Ξετρελαμένος ο Βουτυράς γύρισε στο σπίτι του και αντί για τα μαθήματα έγραφε στο τετράδιό του έναν ύμνο για τις πρώτες του αγάπες. Οι οποίες σημειωτέον ότι ήταν νταντάδες. Έγραψε κάτι σαν διήγημα, σαν πεζοτράγουδο. Με λυρικό τρόπο υμνούσε την ομορφιά των δύο διδασκαλισσών. Έγραφε για τα μάτια τους που είχαν το χρώμα της θάλασσας, για τα μαλλιά τους για τα κοκκινωπά χαρακτηριστικά τους. Και περιέγραφε τη συγκίνηση που του είχε προκαλέσει η γνωριμία τους. Την επομένη όμως το τετράδιο, υπό περιπετειώδεις συνθήκες έπεσε στα χέρια του δάσκαλου.

Διάβαζε λοιπόν για τις καμπυλότητες των γραμμών των δύο ωραίων κοριτσιών και τον ύμνο του στην ομορφιά. Οπότε ο δάσκαλος τον φιλοδώρησε με χαστούκια, κλωτσιές και βρισιές και τον έστειλε στο θρανίο του!

Νικόλαος Λάσκαρις

Νικόλαος Λάσκαρις

Υπήρχαν βέβαια και εκείνοι που δήλωναν πως δεν ερωτεύθηκαν ποτέ! Ανάμεσά τους και ο γνωστός συγγραφέας και ιστορικός του θεάτρου Νικόλαος Ι. Λάσκαρις. Ψηλός, νόστιμος και ετοιμολόγος πάντα συγκινούσε τις θελκτικές υπάρξεις.

Ήταν περιζήτητος στα σαλόνια όπου απολάμβαναν το λεπτό χιούμορ, τα καλαμπούρια και τις φιλοφρονήσεις του. Ωστόσο όταν ερωτήθηκε από τον Χρ. Πύπρασο ποια ήταν η πρώτη του αγάπη, εκείνος χαμογελαστός απάντησε: «Η πρώτη μου αγάπη; Μα τέτοιο πράγμα δεν γνώρισαν ποτέ στη ζωή μου… Τέτοιο αίσθημα ποτέ μου δεν το δοκίμασα. Και λυπάμαι γι’ αυτό. Είναι ωραίο νάχει κανείς αναμνήσεις από την πρώτη του αγάπη… Δυστυχώς εγώ, όμως, δεν είχα ούτε πρώτη αγάπη, ούτε τελευταία. Γι’ αυτό δεν έχω και αναμνήσεις…».

Ισχυριζόταν μάλιστα πως ακόμη και ο γάμος του έγινε όταν καλαμπούριζε με τη μέλλουσα πεθερά του και ενώ εκείνη ήταν κλεισμένη στη Σχολή Καλογραιών στη Νάξο. Πήγε στο σπίτι τους για μια τυπική επίσκεψη και η μέλλουσα πεθερά του μαζί με το γλυκό κερασάκι που τον κέρασε του είπε ξερά: « Ξέρεις Νίκο, αποφάσισα να παντρέψω την Ιουλία, την παίρνεις; Εκείνος πήρε το πράγμα για αστείο και απάντησε: «Την παίρνω! Γιατί όχι;».

Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε, ως αστείο, το παντρολόγημά του. Το 1893 παντρεύτηκε την Ιουλία Στάϊκου και μαζί απέκτησαν πέντε παιδιά και μια ευτυχισμένη οικογένεια. Εξάλλου, μέσα από τα έργα του προκύπτει ότι μπορούσε να απεικονίσει, με θαυμαστό τρόπο, τα συναισθήματα που πλημμυρίζουν την ψυχή του ανθρώπου που χτυπήθηκε από τον μικρό φτερωτό θεό.

Εν πάση περιπτώσει αυτά δήλωναν στον Χρ. Πύρπασο μερικοί από τους λογοτέχνες μας το 1937.