Ο σπουδαίος θαλασσογράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης που έφυγε από τη ζωή πάμπτωχος

Τα έργα του πωλούνται σε μυθικές τιμές από διεθνείς οίκους

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Κωνσταντίνος Βολανάκης

Στις 29 Ιουνίου 1907 έφευγε από τη ζωή, σε ηλικία 70 ετών, ο σπουδαίος Έλληνας ζωγράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης, του οποίου τα έργα, ιδιαιτέρως θαλασσογραφίες του, πλειστηριάζονται σε μυθικές τιμές. Και όμως εκείνος έφυγε από τη ζωή «πολυβασανισμένος, κουρασμένος, ίσως και απογοητευμένος, κλείων σφιγκτά εις την ψυχήν του την ομορφιά των ελληνικών ακρογιαλιών, που ελάτρευε, συναποφέρων και το μυστικό της τέχνης του», όπως έγραφε χαρακτηριστικά η εφημερίδα «Εστία». Γεννημένος το 1837 στο Ηράκλειο της Κρήτης, από πατέρα Σαμιώτη και μάνα από τη Σμύρνη, υπήρξε ένας από τους ζωγράφους της αποκαλούμενης Σχολής του Μονάχου.

Η οικογένεια είχε ακόμη τέσσερα παιδιά. Δύο μεγαλύτερα αγόρια, τον Αθανάσιο και τον Ιωάννη και δύο κορίτσια, την Πολυξένη και την Καλλιόπη. Η οικογένεια μετακινήθηκε, για λόγους επιβίωσης, στην κοσμοπολίτισσα Σύρο, όπου πράγματι τα αγόρια επιδόθηκαν με επιτυχία στο εμπόριο. Ο Κωνσταντίνος βρέθηκε στην Τεργέστη να εργάζεται ως λογιστής στον Οίκο του Γεωργίου Αφεντούλη. Στην εμπορική και ναυτική πόλη με την ακμαία ελληνική παροικία τροφοδοτεί την ψυχή του και πίσω από τις ψυχρές λογιστικές σελίδες εκείνος σχεδιάζει ότι παρατηρεί στο λιμάνι.

Και ενώ η οικογένειά του μετακινείται στον Πειραιά, αναπτύσσοντας βιομηχανικές δραστηριότητες, ο Κωνσταντίνος βρίσκεται στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου για σπουδές. Ασχολείται με την τοπιογραφία, ειδικεύεται στη θαλασσογραφία και η επιτυχία του σε διαγωνισμό του 1866 με θέμα τη ναυμαχία της Λίσσας, τον καθιερώνει ως θαλασσογράφο. Στο Μόναχο νυμφεύεται τη Φανή Ιωάννου Χρηστίδου, ανεψιά του παλαιού εργοδότη του, αποκτά την Πολυξένη την οποία βάφτισε ο Γύζης, τον Γεώργιο που βάφτισε ο Λεμπέσης και τον Δημήτριο που πέθανε σε ηλικία δύο ετών.

«Εγκαίνια της διώρυγας του Ισθμού της Κορίνθου». Έργο Κωνσταντίνου Βολανάκη.

Στο αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του (1883) και παρά τις προειδοποιήσεις των φίλων του πως δεν ευδοκιμεί η τέχνη στην Ελλάδα, εκείνος επιστρέφει και εγκαθίσταται στον Πειραιά. Εκεί θα γεννηθούν τα παιδιά του Άγγελος, Μαίρη, Μιλτιάδης και Σπυρίδων. Ήταν μάλλον επιθυμία της γυναίκας του η οποία απεχθανόταν το κλίμα του Μονάχου. Διδάσκει στην Σχολή Καλών Τεχνών μέχρι το 1903, όταν παραιτήθηκε για λόγους υγείας, παραδίδοντας ταυτοχρόνως και ιδιωτικά μαθήματα. Μπορεί να μην ήταν κοινωνικός αλλά δεν του έλειψαν οι διακρίσεις. Αργυρός Σταυρός του Σωτήρος (1889), Αργυρό Βραβείο στη Διεθνή Έκθεση Αθηνών (1904), βραβεύσεις σε άλλες διεθνείς εκθέσεις.

Το έργο του μελετάται διαρκώς και επαρκώς, ενώ προκάλεσε εντύπωση το γεγονός πως ένας πίνακάς του (Η αποβίβαση του Καραϊσκάκη στο Φάληρο) πουλήθηκε το 2008 περίπου δύο εκατομμύρια ευρώ. Το όνομά του συναντάται με τρεις διαφορετικούς τύπους: Βολονάκης, Βολωνάκης και το ορθό, όπως ο ίδιος υπέγραφε, Βολανάκης.

Πάντως, οι ανάγκες της καθημερινότητας φαίνεται πως τον συνέτριψαν. Χωρίς άλλους πόρους, ζούσε από τη ζωγραφική γεγονός που είχε επιπτώσεις ακόμη και στην ποιότητα των έργων του. Η ένδειά του φαίνεται πως υπήρξε μνημειώδης. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος διέσωσε ένα ανέκδοτο για τον τρόπο που επέλεγαν αρκετοί προκειμένου να αποκτήσουν έναν πίνακα του Κ. Βολανάκη. Με την μέθοδο των ιδιωτικών μαθημάτων. Δηλαδή, προσκαλούσαν τον καλλιτέχνη για να τελειοποιήσει την κόρη της οικογένειας, η οποία υποτίθεται ότι ήταν προχωρημένη στη ζωγραφική. Άρχιζαν μαζί δήθεν μία θαλασσογραφία, την οποία σε λίγα μαθήματα και με πέντε δραχμές το μάθημα, ο δάσκαλος αποτελείωνε χωρίς ν’ αφήσει επάνω ούτε πινελιά της μαθήτριάς του. Έτσι, με 25 ή 50 δραχμές το σπίτι εκείνο κρεμούσε στο σαλόνι του μια θαλασσογραφία του Βολανάκη!