Τα «μπάνια του λαού» στην εποχή του Όθωνα

Από το Πασαλιμάνι μέχρι τα Φάληρα

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ο Παλαιός Σταθμός και ο Ιπποσιδηρόδρομος Παραλίας του Σιδηροδρόμου Αθηνών – Πειραιώς στον Πειραιά.

Ο Πειραιάς ήταν ακατοίκητος όταν απελευθερώθηκε η Αττική από τους Τούρκους. Το 1833, σύμφωνα με την μόνη επίσημη απογραφή της εποχής, είχε μόνον 4 οικογένειες και συνολικά 31 κατοίκους, περιλαμβανομένων και των καλόγηρων της Μονής Αγίου Σπυρίδωνος. Και όμως η φυσική θέση του Πειραιά, ο κοσμοπολιτισμός και η δημιουργικότητα των πρώτων οικιστών του, έφεραν στο προσκήνιο το επίνειο της πρωτεύουσας και δημιούργησαν μια ζηλευτή πόλη. Ο ρυθμός με τον οποίο δημιουργήθηκε ο νέος Πειραιάς ήταν πυρετώδης, αν λάβουμε υπόψη μας ότι σε πέντε χρόνια είχαν ανεγερθεί περίπου 1.000 οικοδομές.

 

Ανάμεσα στις άλλες φροντίδες των Πειραιωτών ήταν και η δημιουργία υποδομών για να κάνει ο κόσμος τα μπάνια του. Έτσι, όταν ακόμη σχεδιαζόταν η πόλη προβλεπόταν η δημιουργία υποδομών για θαλάσσια λουτρά στον λιμένα της Ζέας, το γνωστό μας Πασαλιμάνι, το οποίο τότε αποκαλούνταν «Μουνυχία». Αργότερα, η ονομασία αποδόθηκε στο γνωστό Μικρολίμανο (παλαιότερα Τουρκολίμανο). Πράγματι, εκεί, στο Πασαλιμάνι, ταυτόχρονα σχεδόν με την ίδρυση του Δήμου Πειραιά δημιουργήθηκε και η πρώτη ελληνική πλαζ, της οποίας την εκμετάλλευση ανέλαβαν ιδιώτες. Το πρόγραμμα αξιοποίησης περιλάμβανε από καθαρισμό του πυθμένα της θάλασσας για να σταματήσουν οι δυσάρεστες οσμές μέχρι τη διάνοιξη δρόμων και την ανέγερση παραπηγμάτων.

Το Πασαλιμάνι και το Τουρκολίμανο όπως τα αποτύπωσε ο Κάουπερτ το 1882.

Αστυνομική εγκύκλιος

Αλλά από την πρώτη στιγμή που καθιερώθηκαν τα θαλάσσια λουτρά, προέκυψαν μεγάλα προβλήματα. Κλήθηκε να τα λύσει ο Αστυνόμος του Πειραιά Γ. Πάγκαλος, ο οποίος το 1839 εξέδωσε αστυνομική εγκύκλιο «δια την μετοχήν των λουτρών εις τον ωραίον λιμένα της Μουνυχίας χωριστά και εις τα δύο φύλλα των ανθρώπων». Η γαργαλιστική εγκύκλιος αναφέρει πως «η Αστυνομία βλέπουσα την συρροήν των οικογενειών της πόλεως Πειραιώς και πολλών εκ των Αθηνών δια να λάβωσι τα λουτρά εις τον ωραίον λιμένα της Μουνυχίας και θέλουσα να φυλάττηται η απαιτουμένη ευσχημοσύνη μεταξύ ανδρών τε και γυναικών, προσδιώρισε ώστε το μεν αριστερόν μέρος καταβαίνοντες να ήναι δια τας Κυρίας, το δε δεξιόν δια τους Κυρίους». Ο Αστυνόμος δεσμευόταν ότι ο κανονισμός θα τηρούνταν με μεγάλη φιλοτιμία και «του λοιπού δύναται πας τις να ωφελήται από τα λουτρά μάλιστα δε αι Κυρίαι αίτινες δεν εύρισκον πρότερον κατάλληλον δι’ εαυτάς μέρος»! Αλλά όσο και αν προσπαθούσε ο Αστυνόμος του Πειραιά, μονίμως οι Κυρίες δήλωναν πως παρενοχλούνταν στο μπάνιο τους.

Ανταγωνισμός Πειραιώς – Αθηνών

Στις αρχές της δεκαετίας του 1850 όταν ο Δήμος Αθηναίων αποφάσιζε να αποκτήσει και εκείνος τα δικά του λουτρά στο παραλιακό μέτωπο, επιλέγοντας το Φάληρο, περιοχή που περιλαμβανόταν στα διοικητικά του όρια. Εξάλλου, το Φάληρο ήταν η περιοχή όπου απολάμβανε τα μπάνια της η βασίλισσα Αμαλία, οπότε διέθετε κάτι από την αίγλη του Παλατιού. Στις αρχές Ιουνίου 1853, πριν από 160 χρόνια, ο πολυπράγμων Αλέξανδρος Ραγκαβής πρότεινε την ανέγερση λουτρών «χάριν των λουομένων εις το Φάληρον». Ακολουθώντας το παράδειγμα του Πειραιά, ο Δήμος Αθηναίων έφτιαξε μερικά ξύλινα παραπήγματα, τα οποία ετοιμαζόταν να μισθώσει σε «εργολάβο». Αλλά ένας δυνατός αέρας παρέσυρε τα παραπήγματα. Το εγχείρημα έλαβε άδοξο τέλος και πήγαν χαμένες οι 3.000 δραχμές που δόθηκαν για τις κατασκευές. Τελικά, η εγκαταστάσεις δημιουργήθηκαν δύο χρόνια αργότερα και από το 1855 ο Δήμος Αθηναίων είχε αποκτήσει τα πολυπόθητα παραπήγματα, αλλά όχι και την απαιτούμενη πελατεία. Ο Πειραιάς συνέχισε να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία, κυρίως λόγω των δυνατοτήτων που έδιναν τα μέσα συγκοινωνίας της εποχής.

Άποψη του Φαλήρου με τα θαλάσσια λουτρά, αρχές 20ού αιώνα.

Η Μουσική της Ναυαρχίδας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 η διαμάχη για τα λουτρά έχει ανάψει για τα καλά. Οι ενοικιαστές των θαλάσσιων λουτρών του Τουρκολίμανου, οι αδελφοί Σουσάνα κάνουν ότι μπορούν για να διατηρήσουν την πελατεία τους και να προσελκύσουν ακόμη περισσότερες οικογένειες. Έτσι ειδοποιούσαν το κοινό πως σε καφενείο της πλατείας Τερψιθέας «θέλει παιανίσει η μουσική της εις τον λιμένα Πειραιώς ελλιμενισμένης Γαλλικής ναυαρχίδος». Όσοι λοιπόν προτιμούσαν για την εξοχή τους τη Μουνιχία θα απολάμβαναν και πρωτόγνωρες διασκεδάσεις που πρόσφερε η Μουσική της Ναυαρχίδας αλλά και η Μουσική του Ελληνικού Πυροβολικού κάθε Κυριακή.

Την ίδια ώρα τα «Λουτρά του Φαλήρου» ετοίμαζαν την αντεπίθεσή τους. Καθιέρωναν νέα καθημερινά δρομολόγια λεωφορείων για την εξυπηρέτηση του κοινού, το οποίο ήθελε να πάει για το μπάνιο του στο Φάληρο. Έφτασαν στο σημείο μάλιστα να κάνουν και δύο δρομολόγια την ημέρα, ένα στις 05:30 το πρωί με αναχώρηση από την πλατεία Μοναστηρακίου και ένα απογευματινό (17:30) με αναχώρηση από την οδό Σταδίου. Τα εισιτήρια για τα ιππολεωφορεία της εποχής κόστιζαν δύο δραχμές για την πρώτη θέση, μιάμιση δραχμή για τη δεύτερη και μία δραχμή για την Τρίτη! Αλλά ο Πειραιάς αντεπιτίθεται καθιερώνοντας διαδρομή Αθήνα – Πειραιά με μόλις 80 λεπτά για την πρώτη θέση, 60 για τη δεύτερη και 40 για την Τρίτη!

Θαλάσσια λουτρά Φαλήρου

Θαλάσσια λουτρά Φαλήρου. Λεπτομέρεια από τις καμπίνες.

Δικαιολογημένα ο Δήμος Πειραιώς αντιδρούσε στη δημιουργία νέων θαλάσσιων λουτρών στο Φάληρο, αφού θα είχε μεγάλη απώλεια στα έσοδά του. Αλλά η ζωή πήρε τη δική της πορεία. Ο Άγγλος κεφαλαιούχος Ε. Πίκερινγκ κατορθώνει την έκδοση νόμου, με τον οποίο αφενός αναλάμβανε να ολοκληρώσει την κατασκευή του «Απ’ Αθηνών εις Πειραιά» σιδηροδρόμου και αφετέρου να κατασκευάσει θαλάσσια λουτρά στον Όρμο του Φαλήρου και να τα συνδέσει με τον σιδηρόδρομο.

Το Βασιλικό Διάταγμα του 1869 «Περί της συνδέσεως των εν Φαλήρω θαλασσίων λουτρών μετά της απ’ Αθηνών εις Πειραιά σιδηροδρόμου γραμμής»

Ο νόμος αυτός του 1868 καθιστούσε τα θαλάσσια λουτρά του Φαλήρου «εξάρτημα» του σιδηρόδρομου! Ήταν μία από τις πρώτες νομοθετικές ρυθμίσεις για την παραθεριστική αξιοποίηση του θαλάσσιου μετώπου του Σαρωνικού. Όταν το Πασαλιμάνι έχανε την αίγλη του, αφού δεχόταν τα λύματα του αναπτυσσόμενου Πειραιά, στην άλλη πλευρά γεννιόντουσαν τα περίφημα Φάληρα. Έμελε να πρωταγωνιστήσουν στα «μπάνια του λαού» περίπου για μια 80ετία πριν ακολουθήσουν την τύχη του Πασαλιμανιού.