Πως σώθηκε ο Άγιος Ανδρέας της Αρχιεπισκοπής Αθηνών

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Υπάρχει ένα δρομάκι στην Αθήνα που έχει κραταιά Ιστορία, δυσανάλογη σε σχέση με το μέγεθός του. Πρόκειται περί της οδού Αγίου Ανδρέου, όπου βρίσκεται το Μέγαρο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών αλλά και παραπλεύρως ο ναΐσκος του Αγίου Ανδρέα. Στέκει εκεί υπερήφανος για να θυμίζει στους πιστούς αλλά και στους περαστικούς πως πρόκειται για έναν από τους ιστορικότερους τόπους των Αθηνών. Εκεί βρισκόταν το Μοναστήρι της Οσίας Φιλοθέης της Αθηναίας, η οποία είχε ανεγείρει και τον ναό εις μνήμην του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα.

Δεν έχει ακόμη ιστορηθεί ολόκληρη η περιοχή. Περιοριζόμαστε, ανήμερα της εορτής του Αγίου Ανδρέου, στην δημοσίευση του περιεχομένου ενός εγγράφου (1859) που μας αποκαλύπτει τον τρόπο που διασώθηκε ο εν λόγω Ναός, στη μορφή βεβαίως που σωζόταν τότε. Επί πολλά χρόνια, από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, προέκυψε πραγματική λαίλαπα αρπαγής της εκκλησιαστικής περιουσίας τόσο εκ μέρους του δημοσίου όσο και εκ μέρους πολλών ιδιωτών, οι οποίοι βρήκαν την ευκαιρία να πλουτίσουν.

Η περιουσία της Αγίας Φιλοθέης

Η τεράστια περιουσία που κατέλειπε η Οσία Φιλοθέη, η οποία με κόπους και βάσανα διεσώθη από την οικογένειά της (Μπενιζέλοι-Βενιζέλοι) στα χρόνια της σκλαβιάς, σκορπίσθηκε κυριολεκτικώς στους «πέντε ανέμους». Το 1834, με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, ο περίβολος του μοναστηριού χρησιμοποιήθηκε για τη φιλοξενία στρατιωτικού αποσπάσματος, μέχρι τον Φεβρουάριο 1844. Στο ερειπωμένο μοναστήρι, δύο γριές, η Ασήμω και η Σταμάτα, είχαν απομείνει για να ανάβουν το καντήλι της Κυράς.

Το 1836 ο τελευταίος Επίτροπος της Μονής Σπυρίδων Μπενιζέλος παρέδωσε στον Επίσκοπο Αττικής τις φορητές εικόνες του μοναστηρίου, και εκείνος τις τοποθέτησε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης (της οδού Αιόλου), αλλά καμιά δεν φαίνεται να σώθηκε από αυτές. Τότε μεταφέρθηκαν στο Βυζαντινό Μουσείο οι εικόνες του Ιησού και της Θεοτόκου του τέμπλου, έργα του Εμμανουήλ Τζάνε του 1664, καθώς και δύο τμήματα τοιχογραφιών της κόγχης επάνω από τη θύρα της εκκλησίας.

Οι τοιχογραφίες εικονίζουν τον Πρόδρομο να μαρτυρεί τον Ιησού (Ιω. 1,29) και τον Κύριο να περιπατεί στη θάλασσα της Γαλιλαίας, καθώς και δύο γυναικείες κεφαλές, που προέρχονταν από τις τοιχογραφίες της Τράπεζας του μοναστηρίου. Η μία από αυτές είναι της άγιας Αικατερίνης και θεωρείται πως ανήκει στα πρότυπα των μεγάλων κρητικών ζωγράφων.

Το Έγγραφο του 1859

Τα σχέδια

Το 1859 το υπουργείο Εσωτερικών εξέφραζε την επιθυμία να συντάξει οριστικό σχέδιο της πόλεως των Αθηνών και ζητούσε από τις διάφορες υπηρεσίες να εκφράσουν τις απόψεις τους για τα δημόσια καταστήματα που έπρεπε να ανεγερθούν στον μέλλον για να θεραπεύσουν τις ανάγκες του δημοσίου. Ζήτησε και τη γνώμη του υπουργείου Στρατιωτικών, το οποίο επιθυμούσε να βρει χώρους προς ανέγερση Στρατώνων Πεζικού, Πυροβολικού, χώρο για ένα Σύνταγμα Πεζικού, δύο Τάγματα κ.ά.

Για το σκοπό αυτό συστήθηκε Επιτροπή αποτελούμενη από τον Συνταγματάρχη του Πεζικού Εμμανουήλ Χαν, τον αντισυνταγματάρχη Ιππικού Σ. Παπαδόπουλο, αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Β. Σαπουντζάκη και Λοχαγό του Μηχανικού Δ. Τριγγέτα. Το 1859, το υπουργείο Στρατιωτικών ήθελε επίσης να ανεγείρει κτίριο για την Επιτροπή Ιματισμού του Στρατού. Αναζητώντας οικόπεδα επισκέφτηκαν και το «παρά το αρχαίον λουτρόν κατά την συνοικίαν Πλάκα εθνικόν οικόπεδον του μετοχίου Αγίου Ανδρέου» και το βρήκαν εξαιρετικά κατάλληλο.

«Δεν μπορούμε…»

Απευθύνθηκαν λοιπόν στο υπουργείο Οικονομικών, το οποίο και παραχώρησε το οικόπεδο στην Στρατιωτική Υπηρεσία για να ανεγείρει δημόσιο κατάστημα. Η τελευταία ζήτησε εγγράφως από το υπουργείο των Εκκλησιαστικών να μεταφέρει τα λείψανα της Αγίας Φιλοθέης από το μετόχι του Αγίου Ανδρέα αλλού, προκειμένου να ξεκινήσει τις εργασίες. Τότε παρενέβη δυναμικά ο υπουργός Εκκλησιαστικών και Εκπαιδεύσεως Θρασύβουλος Ζαΐμης (1825-1880) με μία μνημειώδη για τα χριστιανικά μας ήθη τετρασέλιδη υπηρεσιακή επιστολή του (23 Σεπτεμβρίου 1859).

 

Ζαΐμης Θρασύβουλος

Δεν μπορούμε να αποδεχθούμε την αίτησή σας, έγραφε ο Θ. Ζαΐμης προς τον συνάδελφό του υπουργό των Οικονομικών, παρά μόνον για χρήσεις της Εκκλησίας ή της Εκπαιδεύσεως. Του υπενθύμιζε δια μακρών την ιστορία της Οσίας Φιλοθέης και της Μονής, του επισήμαινε πως τα ίδια είχε απαντήσει το Υπουργείο το 1843 και το 1845 και του ζητούσε να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους κάθε άλλη χρήση θα οδηγούσε στην «βαθμηδόν από της ενθυμήσεως των τε επί ζώντων και των μετ’ αυτούς εξάλειψιν της τοπικής ιστορίας αυτού του ιερού μνημείου».

Τεκμηρίωση

Το υπογεγραμμένο υπουργικό έγγραφο του Θρ. Ζαΐμη προς τον συνάδελφό του ξεκινά ως εξής: «Δι’ εγγράφου… το επί των Στρατιωτικών Υπουργείον εκοινοποίησεν υμίν τα έγγραφα περί του εν τη πόλει Αθηνών μονηδρίου της οσίας φιλοθέης, ή του Αγίου Ανδρέου, και απήτησε συγχρόνως να διατάξωμεν την άλλοτε μετένεξιν του εν αυτώ τω μονηδριω κειμένου αγίου λειψάνου της ειρημένης οσίας, ίνα παραχωρηθή αυτό το οικόπεδον μετά των περί αυτό οικοδομών εις χρήσιν της Στρατιωτικής υπηρεσίας μεταποιούμενον εις κατάστημα της επί του Ιματισμού του Στρατού Επιτροπής. Την αίτησιν του να μεταποιηθή αυτό το κτίριον εις άλλην, ή εις της εκκλησίας ή την της εκπαιδεύσεως δημοσίαν χρήσιν, δεν δυνάμεθα να παραδεχθώμεν…».

Στη συνέχεια εντυπωσιάζει η ιστορική τεκμηρίωση εκ μέρους του Υπουργού Παιδείας προκειμένου να διασώσει την περιουσία της Αγίας Φιλοθέης. Μεταξύ άλλων, αναφερόμενος στο Μονήδριο γράφει: «Τούτον ανήγειρεν εκ βάθρων η Οσία Φιλοθέη κατά τας αρχάς του ΙΣΤ’ αιώνος (ότι κομιδή νέα την ηλικίαν χηρεύσασα, αφιέρωσεν εαυτήν εις τον Θεόν) εκ του γένους των εν Αθήναις ευπατριδών Βενιζέλων καταγομένη, και το καθιέρωσεν εις τιμήν του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου. Μονογενής δε ούσα θυγάτηρ γονέων πλουσιωτάτων και μόνη κληρονόμος της σημαντικής των περιουσίας την προσήλωσεν άπασαν εις αυτό το Μονήδριον. Δι’ έμφρονος οικονομίας και δια της προσελεύσεως άλλων νεανίδων εκ των εν Αθήναις ευπόρων οικογενειών αίτινες προσήνεγκον την ιδία εκάστη περιουσίαν εις το Μονήδριον, αυτό κατήντησεν εν ολίγω χρόνω διάσημον κατά τον πλούτον».

Ο Δήμαρχος Σπυρίδων Μπενιζέλος (απόγονος της Αγίας Φιλοθέης)

Στη μνήμη της

Πάντως, ο Θρ. Ζαΐμης ξεκαθάριζε πως δεν σκόπευε το υπουργείο να υποστηρίξει την εκ νέου ανέγερση της Μονής αλλά την «εις το διηνεκές διατήρησιν της μακαρίας μνήμης αυτής». Ο τρόπος που προκρινόταν ήταν η ανέγερση εκπαιδευτικού καταστήματος και η διατήρηση του ναού στον οποίο θα τοποθετούντο τα λείψανά της και θα εκκλησιάζοντο οι μαθητές. Οπότε, εν ολίγοις θα εκπληρούσε την αποστολή που είχε τάξει η Αγία Φιλοθέη, η οποία, ως γνωστόν, φρόντιζε και για την μόρφωση των αγράμματων κοριτσιών των Αθηνών.

Στην πραγματικότητα τα δυο υπουργεία είχαν παλαιότερα συμφωνήσει το Μονήδριο, όπως το αποκαλούσαν, να ανταλλαγεί με άλλο οικόπεδο ίσης αξίας της Μονής Πετράκη, το οποίο θα κρινόταν κατάλληλο για την ανέγερση Διδασκαλείου. Το υπουργείο είχε ήδη σχεδιάσει να ανεγείρει Γυμνάσιο για τα παιδιά που κατοικούσαν στη νότια πλευρά της πόλεως, αφού τα παιδιά της βόρειας πλευράς εξυπηρετούντο ήδη από το Βαρβάκειο Λύκειο.

Ο νέος ναός

Πάντως, τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς (1859), προφανώς μετά από συνεννόηση, παρεμβαίνει και ο Δήμος Αθηναίων ζητώντας το χώρο για να ανεγείρει Φιλανθρωπικό Κατάστημα. Ήταν μία επιλογή προκειμένου να διασωθεί ο χώρος και να απομακρυνθεί ο κίνδυνος ανεγέρσεως δημόσιου καταστήματος. Η τύχη του ευρύτερου χώρου είναι αντικείμενο άλλης δημοσιεύσεως. Πάντως, περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Αθηναίων.

Επέστρεψε όμως στην Εκκλησία με ενέργειες του Μητροπολίτου Αθηνών Γερμανού Καλλιγά (1889-1896). Ο τελευταίος κατεδάφισε όλα τα μισοερειπωμένα κτίσματα και ανήγειρε μητροπολιτικό (αρχιεπισκοπικό) και συνοδικό μέγαρο, που στερείτο η Εκκλησία και ήταν αναγκασμένη να αναζητεί κτίρια για ενοικίαση και στέγαση. Στη θέση της εκκλησίας ανήγειρε τη σημερινή εκκλησία του Αγίου Ανδρέου.