Τι σημαίνει η γνωστή παροιμιακή ρήση «κολοκύθια στο πάτερο»

Πως την κατέγραψε και την παρουσίασε πρώτος ο ιστορικός Αντώνιος Μηλιαράκης το 1893

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Αντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905)

Τι σημαίνει «κολοκύθια στο πάτερο» ή πατερό όπως είναι ακριβέστερα σωστό; Ότι και το «κολοκύθια με ρίγανη», μας ενημερώνει από το 1867 ο δικηγόρος Ιωάννης Μπενιζέλος, τονίζοντας πως χρησιμοποιείται «επί αλλοκότων και ατόπων πραγμάτων». Η ερμηνεία αυτή ορθή μεν αλλά πτωχή σε στοιχεία δεν ικανοποιούσε τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, τον διευθυντή του περιοδικού «Εστία». Παρεκάλεσε λοιπόν τον συνεργάτη του περιοδικού και ιστορικό Αντώνιο Μηλιαράκη να συλλέξει περισσότερες πληροφορίες και να παρουσιάσει την παροιμιώδη έκφραση. Πράγματι, ο Μηλιαράκης ανταποκρίθηκε επισημαίνοντας ότι η φράση ισοδυναμεί, με άλλα λόγια, με το «λες ψέματα» ή «πράγματα αναληθή», δηλαδή «τερατολογείς».

Πρόκειται για παροιμιακή ρήση που βρισκόταν ευρέως σε καθημερινή χρήση, ενώ ακούγεται ακόμη στις ημέρες μας από τον ελληνικό λαό. Χρησιμοποιούνταν δε ιδιαιτέρως και στην Αθήνα αλλά από τον 19ο αιώνα ακόμη έχει κατακτήσει τη θέση της στην καθημερινότητα του Έλληνα. Σε λογοπαίγνια που δημοσίευε ο Τίμος Μωραϊτίνης το 1894 έγραφε πως τα κολοκύθια στο πάτερο ισοδυναμούσαν με τον ιδανικό έρωτα! «Τι έρωτα και κολοκύθια στο πάτερο μου λες, μωρή κόρη, του πατέρα σου του προκομένου» έλεγε σε μια αποστροφή του λόγου της η Φρόσω στην αθηναϊκή ηθογραφία «Το Φυντανάκι» του Παντελή Χορν (1922).

«Κίνημα κολοκύθια στο πάτερο» έγραφε δέκα χρόνια αργότερα (1932) ο Βασίλης Ηλιάδης σχολιάζοντας τις καφενειακές κουβέντες περί στασιαστικών κινημάτων. Εξάλλου η ρήση βρισκόταν συχνά στην πένα των χρονογράφων. Λέγεται λοιπόν ως απάντηση σε εκείνους οι οποίοι διηγούνται συνεχώς απίθανα και απίστευτα πράγματα. Πολλοί μάλιστα ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι επίτηδες δημιουργήθηκε χωρίς έννοια για να χρησιμοποιείται ως απάντηση στους τερατολογούντες και ψευδολογούντες. Πράγματι δεν προκύπτει κάποια έννοια.

Τι θα πει στο πατερό κολοκύθια; Και όμως, όπως απέδειξε ο Μηλιαράκης, φαίνεται πως παράχθηκε σε τόπο όπου το πατερό δεν είχε την έννοια που είχε στην Αθήνα, δηλαδή δοκός, δοκάρι. Πατερό ονομάζονταν τα μακριά ξύλα στα οποία καρφώνονται οι σανίδες των σπιτιών. Συνήθως, η λέξη χρησιμοποιούνταν στον πληθυντικό, τα πατερά, αφού ήταν πολλά στο πάτωμα ή στην οροφή. Ωστόσο η ρήση εκφέρεται στον ενικό. Σε ορισμένα μέρη της Ελλάδος πατερό δεν αποκαλούσαν την δοκό, αλλά τον ληνό. Το μεγάλο ξύλινο κιβώτιο που χρησιμοποιούσαν για να πατούν τα σταφύλια και να βγει ο χυμός και να παραχθεί κρασί, δηλαδή το πατητήρι.

Η λέξη πατερό ήταν γνωστή σε πολλούς τόπους, όπως στα Κύθηρα αλλά και στη Θεσσαλονίκη. Θα ήταν λοιπόν έξω από κάθε λογική να βρεθούν κολοκύθια στο πατητήρι, οπότε και η παροιμία απαντούσε εύστοχα σε κάθε τι εξωπραγματικό, ψευδές και ανυπόστατο. Η λέξη πατερό μεταφέρθηκε και σε τόπους που λεγόταν με άλλη σημασία, αλλά επικράτησε. Η απάντηση αυτή και η περιγραφή του Αντ. Μηλιαράκη δημοσιευόταν το μακρινό 1893. Αργότερα επιχειρήθηκαν και άλλες, μάλλον ανεπιτυχείς, ερμηνείες, όπως αυτή που ήθελε τον ελληνικό λαό να περιφρονεί και να αντιπαθεί τα κολοκύθια ως φαγητό. Ολόκληρη φιλολογία αναπτύχθηκε γύρω από τη φράση αυτή.

 

Πάντως, περίπου έναν αιώνα μετά τη δημοσίευση του Μηλιαράκη συναντάμε τα κολοκύθια στο πάτερο να έχουν βρει τη θέση τους στα παραπολιτικά σχόλια αλλά και στις κοσμικές στήλες εκφράζοντας πάντα δηκτικές διαθέσεις. Το 1992 ο Κώστας Γεωργουσόπουλος θέλοντας να αποδοκιμάσει τη στάση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως έναντι όσων συνέβαιναν στην Αλβανία, η οποία παραχωρούσε τα ορφανοτροφεία της σε Αμερικανικές ιεραποστολές, έγραφε πως ήταν κολοκύθια στο πάτερο τα άρθρα για τα ατομικά δικαιώματα και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Αλλά και λογοτέχνες, όπως ο Θανάσης Νιάρχος, μόλις πριν από λίγα χρόνια δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν την έκφραση.