Το χριστιανικό Ψυχοσάββατο και ο μύθος της ζηλιάρας νύφης

Το δραματικό έργο του Γρ. Ξενόπουλου έγινε παραμύθι στα χείλη των γιαγιάδων

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

«Ψυχοσάββατο» (τέλη 19ου αιώνος), έμπροσθεν του τάφου Τοσίτσα (Λιθογραφία Οδυσσέως Φωκά, 1857-1946).

Ψυχοσάββατο σήμερα και σύμφωνα με τα χριστιανικά έθιμα είναι αφιερωμένο στις ψυχές που έχουν εγκαταλείψει τα επίγεια ανά τους αιώνες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι παλαιότεροι θεωρούσαν γιορτινή την ημέρα. Πίστευαν ότι είχαν τη δυνατότητα αυτή την ημέρα, πηγαίνοντας στα Κοιμητήρια, να επικοινωνήσουν νοητικά με τους προσφιλείς τους που αναπαύονταν σ’ αυτά. Έτσι η ημέρα έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα. Στις πόλεις των νεκρών παρουσιαζόταν ο κόσμος ο οποίος ζούσε με τις χαρές και τις θλίψεις του. Εξάλλου, ο λαός έχει τη δυνατότητα και τη δύναμη να βιώνει την πίστη του και να την καθιστά ανάχωμα στις εκάστοτε κρατούσες θετικές ή αρνητικές συνθήκες.

Εξάλλου, εκφράζοντας τον λαό ο Γεώργιος Σουρής, μετά την ήττα του 1897, δημοσίευε το εύστοχο εξάστιχό του: «Σήμερα Ψυχοσάββατο μνημόσυνα περίσσια, / κι ιτιές και κυπαρίσσια, / κι ακούς μεγάλους και μικρούς / να μακαρίζουν τους νεκρούς, / γιατί δε έζησαν να δουν τα τωρινά τα χρόνια, / που λείψανα κινούμενα μας κάν’ η καταφρόνια»! Αλλά και μια σύγχρονη τραγωδία, ένα μονόπρακτο, γράφτηκε με θέμα το «Ψυχοσάββατο» από τον Γρηγόρη Ξενόπουλο. Πιστεύοντας ότι το Ψυχοσάββατο είναι κάτι φρικτό άγριο και πένθιμο, ο Γρ. Ξενόπουλος έγραψε το έργο το 1911 και το ανέβασε στη σκηνή η Κυβέλη, εισπράττοντας ωστόσο και αρνητικές κριτικές.

«Ψυχοσάββατο εν Αθήναις» (Λιθογραφία Druck v. Helmlehner).

Στο επίκεντρο της υπόθεσης του έργου ήταν η Μαρία, η νέα γυναίκα του Κωνσταντή που είχε σκοτώσει την Ευμορφία, την ανύπαντρη αδελφή του άντρα της. Τη μισούσε και της έκανε τη ζωή πραγματικό βάσανο. Κανείς δεν γνώριζε το έγκλημά της. Διότι απλά είχε ανοίξει κρυφά, μια χειμωνιάτικη νύχτα, το παράθυρο της άρρωστης Ευμορφίας. Κάτι υποπτευόταν η πεθερά της, η γριά Μπάμπαινα αλλά οι τύψεις ήταν εκείνες που βασάνιζαν τη Μαρία και πίστευε πως η αδικοχαμένη Ευμορφία είχε στοιχειώσει. Την έβλεπε στον ύπνο της αλλά και με ανοικτά τα μάτια!

Έτσι η ζωή της Μαρίας έγινε ανυπόφορη και ένα βράδυ αποφάσισε να φύγει. Βρήκε ευκαιρία όταν ήρθε ένας εξάδελφος του άνδρα της, ο Λίγερος, ο οποίος την αγαπούσε από μικρή. Τον έπεισε να την πάρει και να την πάει στη μάνα της σε ένα μακρινό χωριό.Ήταν όμως η νύχτα του Ψυχοσάββατου που έβγαιναν οι ψυχές. Την ώρα που η Μαρία ήταν έτοιμη να φύγει και να γλιτώσει, βλέπει ξαφνικά μπροστά της την Ευμορφία να της φράζει την πόρτα. Ήταν αδύνατον πλέον να φύγει και δεν είχε άλλη σωτηρία. Σε μια στιγμή αλλοφροσύνης και ψυχικής έντασης τα ομολογεί όλα στον άντρα της, στον Κωνσταντή. Εκείνος πάνω στον θυμό του τη σκοτώνει και έτσι η πεθαμένη Ευμορφία πήρε την εκδίκησή της!

«Το Ψυχοσάββατον» (1927). Δημιουργία του Τάσου Λουκίδη (1884-1972), ο οποίος ασχολήθηκε ιδιαιτέρως με την αγιογραφία.

Το έργο αυτό του Ξενόπουλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ανέβασε στη σκηνή, το 1911, η Κυβέλη. «Κάποτε, μια φορά στο τόσο, και η φρίκη έχει το γούστο της», έλεγε ο Γρ. Ξενόπουλος προσπαθώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για το δράμα του. Το οποίο όμως έφτασε στα χείλη του λαού και το έλεγαν πλέον ως παραμύθι οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους κάθε Ψυχοσάββατο. Και το έλεγαν τόσο πειστικά, ώστε γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν πιστεύοντας πως ήταν μια πραγματική ιστορία από εκείνες που περιέχουν μυστήριο και γοητεύουν τις ανθρώπινες ψυχές. Κι ας έγραφε ο Παύλος Νιρβάνας, πως ο τρόπος της δολοφονίας που είχε διαλέξει ο Ξενόπουλος ήταν εσφαλμένη από ιατρικής άποψης. Διότι, όπως έγραφε σε κριτική του για το έργο, «η ιατρική επιστήμη εις την περιπνευμονίαν ακόμη επιβάλει το άνοιγμα ενός παραθύρου»!