Ο Παύλος Νιρβάνας και η τελευταία βουβή ελληνική ταινία «Η Μπόρα»

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Το πέρασμα από τον βωβό ή βουβό ελληνικό κινηματογράφο στον ομιλούντα υπήρξε αναμφισβήτητα μια επανάσταση στον χώρο της τέχνης. Το «θαύμα» παρουσιάσθηκε φυσικά και στην Ελλάδα (1928), όταν εμφανίσθηκαν οι πρώτες ηχητικές ταινίες. Ήταν τα περίφημα «φίλμ σονόρ», όπου απλώς αναπαρήγοντο ήχοι, όπως το ανοιγοκλείσιμο μιας πόρτας, ο κρότος ενός πυροβολισμού, ο θόρυβος του αυτοκινήτου, το φύσημα του ανέμου κ.ά. Στην Ελλάδα κυριαρχούσε το 1929, η εταιρεία DAG FILM του πατρός και των υιών Γαζιάδη, η οποία παρήγαγε την τελευταία βουβή αλλά και την πρώτη ομιλούσα ταινία της.

 

Διαφημιστική καταχώρηση

Τότε και με αφορμή το σενάριο μιας ταινίας βρέθηκαν να ανταλλάσσουν «πυρά», ο 63χρονος χρονογράφος και ήδη Ακαδημαϊκός Παύλος Νιρβάνας και ο 20χρονος φοιτητής της Νομικής Σπύρος Μαρκεζίνης, ο οποίος αρεσκόταν να δημοσιεύει κινηματογραφικές κριτικές. Ίσως σήμερα φαντάζει ως χαριτωμένο περιστατικό, αλλά όταν συνέβη απασχόλησε σοβαρά την ελληνική κοινωνία, τους κριτικούς του κινηματογράφου και βεβαίως τις στήλες όλων των εφημερίδων. Σχετίζεται με τα πνευματικά δικαιώματα και τις συζητήσεις που αναπτύσσονταν, όσο εξελισσόταν η τεχνολογία, αλλά και με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην παραγωγή των ελληνικών ταινιών.

«Η Μπόρα»

Όλα ξεκίνησαν με την απόφαση της Dag Film να γυρίσει την τελευταία ή μία από τις τελευταίες βουβές ελληνικές ταινίες, με τον τίτλο «Η Μπόρα». Το σενάριο είχε συγγράψει ο Παύλος Νιρβάνας. Η εταιρεία «DAG FILM» λειτουργούσε ακόμη ως προσωπική εταιρία του μεγαλύτερου από τους τέσσερις αδελφούς Γαζιάδη. Εξάλλου, το «DAG» ή «Δ.Α.Γ.» ανταποκρινόταν στα αρχικά του: Δημήτριος Αναστασίου Γαζιάδης. Απαράμιλλος τεχνίτης γνώριζε μεγάλες δόξες το 1929. Στις αρχές του χρόνου είχε παρουσιάσει την «Αστέρω», αισθηματικό βουκολικό δράμα. Ως ο σημαντικότερος παράγων της μεγάλης επιτυχίας της ταινίας θεωρήθηκε το σενάριό της, το οποίο είχε γράψει ο Παύλος Νιρβάνας.

Η επιτυχία, όπως ήταν φυσικό, δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για το επόμενο βήμα. Και αυτό ήταν, η ταινία «Η Μπόρα», με σενάριο και πάλι του Π. Νιρβάνα και πρωταγωνιστές τον Εδμόνδο Φυρστ, τον Περικλή Χριστοφορίδη, την Αλίκη Ιερωνύμου κ.ά. Η υπόθεση της ταινίας πλεκόταν γύρω από τη ζωή ενός έφεδρου υπαξιωματικού, του Ανδρέα Σολωμού, ο οποίος έζησε την περιπέτεια του μικρασιατικού πολέμου με έναν νεαρό στρατιώτη και συμπατριώτη του, τον Παύλο. Ο υπαξιωματικός αιχμαλωτίζεται ενώ ήδη άρρωστος και ο φίλος του νομίζοντας ότι απέθανε ενημερώνει την οικογένειά του στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας.

Η οικογένειά του και η σύζυγός του βυθίζονται στο πένθος, ο Παύλος επιστρέφει στο χωριό και παντρεύεται τη χήρα του φίλου του διότι την αγαπά αλλά και θέλει να την προστατεύσει. Αλλά τότε ξεσπά η μπόρα, αφού το βράδυ μιας Πρωτοχρονιάς, μετά από πολλά χρόνια, επιστρέφει στο σπίτι του ο Ανδρέας και βλέπει τη γυναίκα του στην αγκαλιά του φίλου του. Δεν τους πυροβολεί, όπως ήθελε στην αρχή, αλλά φεύγει απελπισμένος και χάνεται στην ομίχλη αφήνοντάς τους στην ευτυχία τους. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν στην πλοκή αυθεντικές σκηνές πολέμου (ζουρνάλ), τις οποίες είχε τραβήξει ο Δ. Γαζιάδης στη Μικρά Ασία, το 1922, ποίκιλαν την ταινία και της προσέδιδαν ιδιαίτερη συναισθηματική αξία.

Η Αλίκη Ιερωνύμου και ο Περικλής Χριστοφορίδης σε μιά σκηνή της ταινίας.

Τις συνθήκες που επικρατούσαν στα γυρίσματα της ταινίας και τις οποίες βίωναν οι ηθοποιοί, έσπευσε να αποκαλύψει με ένα χαριτωμένο χρονογράφημά του ο Π. Νιρβάνας ενόσω διαρκούσαν τα γυρίσματα της ταινίας. Πρόκειται για το χρονογράφημα «Ιστορία ενός σακκακιού».

Επεισόδιο κατά το γύρισμα: ένας γύπας επιτίθεται εναντίον του συνεργείου. Στην συνέχεια εφονεύθη και οι ήρωες με τα θύματα ποζάρουν στον φακό.

Κριτικές

Ωστόσο μόλις προβλήθηκε η ταινία, τον Νοέμβριο 1929, άρχισαν οι αιχμηρές κριτικές περί του σεναρίου. Την αρχή έκανε ο 20χρονος τότε φοιτητής Σπύρος Μαρκεζίνης, ο οποίος αρεσκόταν να γράφει κριτικές έργων με το ψευδώνυμο Ro-ma. Έγραψε λοιπόν ότι «το έργον στερείται αξίας και ενδιαφέροντος» και ότι ήταν αντιγραφή της ταινίας «Επάνοδος», που είχε παρουσιαστεί τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα στον κινηματογράφο «Παλλάς». Εννοούσε το έργο του Leonhard Frank (1882-1961) «Karl und Anna», το οποίο δραματοποιημένο είχε παρουσιασθεί στις κινηματογραφικές οθόνες των Αθηνών με τον τίτλο «Επάνοδος».

 

Ο Περ. Χριστοφορίδης και ο Εδμόνδος Φυρστ σε μιά σκηνή της «Μπόρας» από την υποχώρηση.

 

Οι δύο πρωταγωνιστές σε μία άλλη τολμηρή σκηνή.

Ο Σπ. Μαρκεζίνης επέκτεινε την κριτική του αφήνοντας υπονοούμενα και για το σενάριο της «Αστέρως». Έγραφε πως «Ίσως μας πουν ότι πρόκειται περί συμπτώσεως. Κατά σύμπτωσιν η “Αστέρω” και η “Ραμόνα”, έστω∙ δι’ αυτό άλλωστε και εις την τότε κριτικήν μας απεφύγαμεν επιμελώς κάθε υπαινιγμόν, αλλά πάλι σύμπτωσις;». Ακολούθησαν όμως και άλλα δημοσιεύματα. «Έχει κάποιες ομοιότητες με το γερμανικό έργο Επάνοδος έγραφε το «Ελεύθερον Βήμα», ενώ οι «Νέοι Καιροί» του Πειραιώς συμπέραιναν πως το σενάριο της ταινίας ήταν αντιγραφή, με ορισμένες παραλλαγές, από το γερμανικό «Επάνοδος». Έθετε δε το ερώτημα πως «λογοτέχνης της περιωπής του κ. Νιρβάνα, πέφτει σε τέτοια γκάφα και δέχεται να υπογράψη διά δευτέραν ήδη φορά, κάτω από έργα που δεν βγήκαν από τη φαντασία και την πέννα του»!

 

Η απάντηση

Ο Π. Νιρβάνας θα επιλέξει να απαντήσει με το χρονογράφημα «Η νέα ταινία».  Δίνει τις απαντήσεις τους ως συγγραφέας ορίζοντας στην πράξη τι σημαίνει διασκευή και παραλλαγή. Το κείμενό του αποκαλυπτικό για τον τρόπο που αναπτύσσονταν τα σενάρια και τον επαγγελματισμό της εποχής. Αξίζει να σημειωθεί, πως η πρωταγωνίστρια της ταινίας ήταν μία ισπανικής καταγωγής χορεύτρια καμπαρέ, η οποία δεν γνώριζε λέξη ελληνικά. Αλλά αυτό δεν ενοχλούσε τους δημιουργούς αφού το φιλμ ήταν βωβό. Της έδωσαν το όνομα Αλίκη Ιερωνύμου και με αυτό μεγαλούργησε, αν κρίνουμε από τις κριτικές που εγράφησαν.

 

Η ταινία φυσικά συνέχισε την πορεία της σημειώνοντας επιτυχία, όχι όμως ανάλογη εκείνης της «Αστέρως». Αφού παίχθηκε επί δύο εβδομάδες στην Αθήνα, ύστερα συνεχίστηκε η προβολή της στον κινηματογράφο «Σπλέντιτ» του Πειραιώς. Ο Δ. Γαζιάδης φρόντιζε να προσθέτει διάφορες σκηνές, οι οποίες προβάλλονταν στην αρχή ή στο τέλος του έργου. Όπως συνέβη στον Πειραιά με την προβολή στιγμιότυπων από αγώνα της τοπικής ομάδας ή από την προσέλευση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος είχε παρακολουθήσει την πρώτη προβολή και αυτού του έργου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η βουκολική ταινία «ΑΣΤΕΡΩ» και η οικογένεια Γαζιάδη

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Η βουκολική ταινία «ΑΣΤΕΡΩ» και η οικογένεια Γαζιάδη