Ανάπηρος στρατιώτης έκανε πεζός τον γύρο του κόσμου!

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία έχει θεσπισθεί από τα Ηνωμένα Έθνη (1992) η 3η Δεκεμβρίου. Σκοπός του εορτασμού είναι η προώθηση της κατανόησης των ζητημάτων αναπηρίας και η κινητοποίηση υπέρ των δικαιωμάτων αξιοπρέπειας και ευημερίας των ατόμων με αναπηρία. Ουσιαστικά πρόκειται περί ενός κινήματος. Από την ευαισθησία που δείχνουν οι κοινωνίες προς τους ανάπηρους και τα προβλήματά τους κρίνεται και ο βαθμός του επιπέδου του πολιτισμού τους.

Είναι πολλά τα κατορθώματα που έχουν επιτύχει άνθρωποι με διάφορες αναπηρίες. Επιλέγουμε όμως να αναφερθούμε σε έναν συμπατριώτη μας που πέτυχε κάτι που δεν είχε τολμήσει κανείς ανάπηρος μέχρι τότε. Να κάνει τον γύρο του κόσμου με το πόδι που του είχε απομείνει και τις πατερίτσες του!

 

 

Ονομαζόταν Σπύρος Γιαννακόπουλος και είχε γεννηθεί το 1899 στην Καρύταινα. Συμμετείχε ως εθελοντής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Εκεί τραυματίσθηκε στα υψίπεδα του Μπαλ Μαχμούτ, στις 21 Μαρτίου 1921, όταν έγινε η πρώτη επίθεση για την κατάληψη του Αφιόν Καραχισάρ. Μεταφέρθηκε στη Σμύρνη και έχασε το ένα πόδι του. Όταν τέλειωσε η Μικρασιατική εκστρατεία εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και διατηρούσε ένα μικρό εμπορικό κατάστημα.

Λάτρης των περιηγήσεων και απογοητευμένος προφανώς από τη στάση της Πολιτείας απέναντι στους ανάπηρους, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Να κάνει το γύρο του κόσμου με το ένα πόδι και τις πατερίτσες του! Ήταν ένας υπερήφανος άνθρωπος που δεν επιθυμούσε να υποκύψει στις συνθήκες που υποχρέωνε η ελληνική πολιτεία να βιώνουν οι ήρωες που είχαν επιστρέψει από τα μέτωπα του πολέμου. Ακόμη περισσότερο δεν καταδεχόταν να προστεθεί στις στρατιές εκείνων που αναγκάζονταν να στέκονται στις ουρές για να εξασφαλίσουν ένα γλίσχρο βοήθημα από το κράτος.

Όπως ο ίδιος εξομολογείτο αργότερα «Παρ’ όλον ότι έχασα το πόδι μου εις τον πόλεμον εν τούτοις δεν απογοητεύθηκα. Δεν κάθησα με αποχαύνωση να κλαίω την μοίρα μου. Εσκέφθηκα να μη μείνω αργός σταυρώνοντας τα χέρια. Οι περιπέτειες, τα μακρινά ταξίδια πάντοτε μου επροξενούσαν καταπληκτικήν εντύπωση». Εξάλλου, ήταν η εποχή που ήταν στη μόδα οι περιηγήσεις και τα υπερτοπικά ταξίδια.

─ Άλλοι κάνουν τον γύρο του κόσμου με δύο πόδια, εγώ θα τον κάνω με ένα πόδι, σκέφθηκε ο θαρραλέος Πελοπόννησιος. Στην αρχή μάλιστα είχε μία ανατρεπτική ιδέα. Να πραγματοποιήσει ταξίδι στον Βόρειο Πόλο με πλοιάριο δικής του κατασκευής. Ωστόσο, όπως ήταν φυσικό, οι αρχές δεν του επέτρεπαν να πραγματοποιήσει ένα τέτοιο ταξίδι και δεν του εξέδιδαν τα απαραίτητα έγγραφα. Οπότε αποφάσισε μα κάνει τον γύρο του κόσμου περπατώντας.

Ξεκίνησε από την Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1930 και με τα δεκανίκια του διέσχισε την Ελλάδα, τη Νοτιοσλαβία (Σκόπια), τη Ρουμανία και πέρασε διαδοχικά από Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Αυστρία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο για να καταλήξει στη Γαλλία.

 

Πραγματοποιούσε διαλέξεις στις ελληνικές παροικίες, μέσον το οποίο προφανώς του διασφάλιζε και τα έξοδα για το μακρύ ταξίδι του. Από τη Γαλλία πέρασε στην Αίγυπτο, διέσχισε –πεζός πάντοτε- την κάτω και άνω χώρα του Νείλου, το Σουδάν, την Αιθιοπία, την Ταγκανίκα και τη Βόρειο Ροδεσία για να συνεχίσει την πορεία του κατευθυνόμενος στη Νότιο Αφρική. Εντυπωσιαζόταν διότι απ’ όπου περνούσε συναντούσε Έλληνες, οι οποίοι τον υποδέχονταν με εξαιρετικό ενθουσιασμό και αγάπη.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του αρρώστησε μόνον μία φορά από ελώδη πυρετό. Σύρθηκε μέχρι το πλησιέστερο φυλάκιο της σιδηροδρομικής γραμμής και περίμενε τέσσερις ημέρες στον σιδηρόδρομο μέχρι να τον παραλάβει κάποια αμαξοστοιχία.

Βρισκόμαστε ήδη στα μέσα Δεκεμβρίου 1932, όταν ο Γιαννακόπουλος βρίσκεται στη Νότια Ροδεσία (Ζιμπάμπουε) και γίνεται θέμα των αγγλικών εφημερίδων της αφρικανικής αποικίας. Σύμφωνα με τις διηγήσεις του, ο ίδιος και τρεις ιθαγενείς που τον συνόδευαν στην Αφρική υποχρεώθηκαν ακόμη και άγρια ζώα να σκοτώσουν για να επιβιώσουν. Γι’ αυτό και άρχισε να οπλοφορεί, έχοντας δύο περίστροφα και ένα «μάουζερ».

Δεν ήταν λίγες οι περιπέτειές του, τις οποίες αφηγείτο και δημοσίευε ο ξένος και ελληνικός τύπος με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διατηρούσε ημερολόγιο από την πρώτη ημέρα του ταξιδιού του και ακόμη περισσότερο φρόντιζε να φωτογραφίζεται σε όλα τα μέρη που περνούσε. Διάνυσε συνολικά δεκαπέντε χιλιάδες μίλια.

Επέστρεψε στην Αθήνα με ατμόπλοιο από το Κέιπ Τάουν, τρία χρόνια μετά την αναχώρησή του, στα τέλη Αυγούστου 1933. Ζούσε σε ένα σπιτάκι της οδού Ακομινάτου στο Μεταξουργείο, όπου στέγαζε τις αναμνήσεις και τα όνειρά του. Καθόταν στην αυλή του σπιτιού, κάτω από μια σκιερή περικοκλάδα, όπου συναντούσε και όλους όσοι ήθελαν πληροφορίες για τα κατορθώματά του. Αρεσκόταν να χαρίζει στους επισκέπτες φωτογραφίες και να διηγείται τα κατορθώματά του, τα οποία ορισμένες εφημερίδες παρουσίασαν σε συνέχειες.

Δεν ξέρουμε εάν ο Σπ. Γιαννακόπουλος κατόρθωσε αργότερα να εκπληρώσει το μεγάλο του όνειρο που ήταν να συνεχίσει τις περιηγήσεις του σε Ασία, Ινδοκίνα, Ινδία, Αυστραλία και Ιαπωνία. Αλλά, τα χάλκινα αναμνηστικά σήματα, το «βιβλίον πορείας» που τηρούσε, οι σφραγίδες τις οποίες συγκέντρωνε από τα μέρη όπου περνούσε και τα δέρματα λεόντων και λεοπαρδάλεων τα οποία υπερήφανα επιδείκνυε στους δημοσιογράφους έμειναν να θυμίζουν την αγωνιστικότητα του Έλληνα. Όπως και ένα θαυμάσιο χρονογράφημα του Παύλου Νιρβάνα που κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Σπ. Γιαννακόπουλος έκανε το ταξίδι με τα πόδια της ψυχής του!