Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Σιωπηλές Μαρτυρίες
Υπάρχουν μνημεία που υψώνονται επιβλητικά και διεκδικούν το βλέμμα μας. Και υπάρχουν άλλα, ταπεινά, σχεδόν αόρατα, που επιμένουν να στέκονται όρθια χωρίς να τα προσέχει κανείς. Ένα τέτοιο είναι και το μικρό, ερειπωμένο κτίσμα των 95,86 τετραγωνικών μέτρων, ο «Φόρος», στην άκρη ενός άλλοτε ορίου της πόλεως που ήταν και η αφορμή για τη συγγραφή του αφιερώματός μας.
Οπωσδήποτε δεν εντυπωσιάζει τους περαστικούς παρά το γεγονός ότι μία ολόκληρη εποχή απεικονίζεται στους γυμνούς λιθόκτιστους τοίχους του. Πρόκειται για μαρτυρία περί των Αθηνών που μεγάλωναν, προσπαθούσαν να οργανωθούν, να επιβιώσουν οικονομικά. Ελάχιστο απομεινάρι της εποχής κατά την οποία επιβλήθηκαν κανόνες και αναπτύχθηκαν ελεγκτικοί και εισπρακτικοί μηχανισμοί για τη διακίνηση ανθρώπων και προϊόντων.
Στα λίγα τετραγωνικά του συμπυκνώνεται μέρος της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας της πόλεως. Διότι εκπροσώπησε μηχανισμούς και νοοτροπίες και εντέλει την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. Σήμερα στέκεται ξεχασμένο, έξω από τα διοικητικά όρια του Δήμου που το δημιούργησε. Εκτεθειμένο στη φθορά του χρόνου και στην απειλή της λήθης. Τέτοια κτίσματα, όμως, είναι φορείς μνήμης.
Ελάχιστα απαιτεί ο χαρακτηρισμός του ως μνημείο και η αποκατάστασή του και ο εμπλουτισμός του με λίγα τεκμήρια, μια οθόνη, ίσως μερικά αντικείμενα Τότε, αυτός ο ελάχιστος χώρος, θα προσφέρει τη δική του αφήγηση. Θα λειτουργήσει ως τοπόσημο και αφορμή για πολύπλευρη και πολύτιμη ενημέρωση. Στην προκειμένη περίπτωση οι δημοτικές αρχές -ευτυχώς- απέτρεψαν την εξαγορά του «προς οικοπεδοποίηση». Με το σκεπτικό πως κάθε πέτρα που χάνεται, κάθε ίχνος που σβήνει, αφαιρεί ένα κομμάτι από τη συλλογική μας ταυτότητα.
Αλλά δεν έχει πλέον σκεπή ο «Φόρος» της Βαρυμπόμπης και ο ιδιοκτήτης Δήμος Αθηναίων έχει πλέον τον λόγο.
Διόδια και Διαπύλια Τέλη: Αμαρτωλοί μηχανισμοί φορολογήσεως: Από τα πέτρινα φυλάκια στις πολυτελείς υποδομές των ημερών μας
Στην παλαιά λεωφόρο Τατοΐου, στη θέση Φασίδερι, εκεί όπου κάποτε ήταν η είσοδος και τα όρια του Δήμου Αθηναίων, στη Βαρυμπόμπη (:σήμερα Δήμος Νέας Ερυθραίας) στέκεται ακόμη όρθιο, αλλά ερειπωμένο, ένα κτίσμα λίγων τετραγωνικών μέτρων. Μικρό το μέγεθός του, μόλις 95,86 τετραγωνικά μέτρα, αλλά ιδιαιτέρως πλούσια η ιστορία του. Ο εγκαταλελειμμένος επιμήκης, άλλοτε κεραμοσκεπής οικίσκος, κρύβει επιμελώς στα λίγα τετραγωνικά του μέρος της μετεπαναστατικής ιστορίας των Αθηνών και γενικότερα της Αττικής.
Σε πείσμα των καιρών αλλά και εκείνων οι οποίοι επί πολλά χρόνια επιβουλεύονται τη θέση του και ποθούν να το αποκτήσουν για να το κατεδαφίσουν, το ιστορικό αυτό ρημάδι αντιστέκεται. Και είναι το μόνο που έχει απομείνει για να θυμίζει -σε όσους επιθυμούν να γνωρίζουν- την ιστορία δύο θεσμών που διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο στη σύγχρονη οικονομική ιστορία των Αθηνών και όχι μόνον. Διότι παρόμοια κτίσματα, ισομεγέθη και ομοιόμορφα, υπήρχαν στις εισόδους του λίαν εκτεταμένου δήμου της πρωτευούσης αλλά και στο σύνολο των πρωτευουσών των νομών και των μεγάλων πόλεων του ελληνικού κράτους.
Ο λαός τα γνώριζε με δύο ονομασίες: Διόδια και Φόροι, με επικρατέστερη τη δεύτερη. Στην πραγματικότητα επρόκειτο περί φοροεισπρακτικών θεσμών, τους οποίους καθιέρωσαν ευφυείς νόες λαμβάνοντας υπ’ όψιν την διεθνή νομολογία, την οποία συνδύαζαν με την αρχαιολατρία, αναζητώντας σε αρχαία κείμενα την ιδεολογικοποίηση των πράξεών τους. Ξεκίνησαν οι τεχνοκράτες Βαυαροί και συνέχισαν Έλληνες συνάδελφοί τους, κυρίως μορφωμένοι Φαναριώτες, χρησιμοποιώντας τις εμπειρίες τους από το σύστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις εφαρμοσμένες από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μεθόδους.
Ο «Φόρος» στο Μορτερό της Νέας Ερυθραίας
Από τους πρώτους «Φόρους», δηλαδή σταθμούς διοδίων και διαπυλίων τελών που δημιουργήθηκαν από τον Δήμο Αθηναίων, ήταν στη θέση Φασίδερι, όπως τότε την αποκαλούσαν. Ήταν κομβικό σημείο εκεί που δημιουργήθηκε στη συμβολή δύο καρρόδρομων. Η λειτουργία του ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας 1840 και διήρκεσε περίπου έναν αιώνα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, υπολείμματά του σώζονται ακόμη σε ερειπιώδη κατάσταση.
Όταν πλέον καταργήθηκαν τα διαπύλια ο υπηρεσιακός δήμαρχος Αθηναίων Α. Ραγκούσης, το 1951, έδωσε εντολή στον υπεύθυνο της υπηρεσίας Άμεσων Φόρων του Δήμου Δημήτριο Καρδιασμένο να φροντίσει για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δήμου «επί των εκτός της πόλεως κειμένων οικημάτων αυτού άτινα εχρησιμοποιούντο κατά το παρελθόν ως φορολογικοί σταθμοί»[1]. Εν ολίγοις του ανέθεσε την φύλαξη των τέως Φορολογικών Σταθμών Φασίδερι και Καστρίου και του παρήγγειλε να αναφέρει οιαδήποτε πράξη ή ενέργεια τρίτων που θα έθιγε τα δικαιώματα του Δήμου Αθηναίων.
Ο λόγος που είχε οδηγηθεί ο δήμαρχος στις οδηγίες αυτές οφειλόταν στο γεγονός ότι οι όμοροι ιδιοκτήτες διεκδικούσαν το μικρό αυτό τεμάχιο γης προφασιζόμενοι ότι ο Δήμος Αθηναίων το είχε εγκαταλείψει όταν καταργήθηκαν τα διαπύλια τέλη, δηλαδή από τον Ιανουάριο 1949. Επίσης υποστήριζαν πως ο Δήμος Αθηναίων είχε καταλάβει και τμήμα από το δικό τους αγρόκτημα και ζητούσαν την αποβολή του Δήμου Αθηναίων.
Ευκαιρίας δοθείσης και από ένα δικόγραφο που κατέθεσε ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του Δήμου Αθηναίων Δ.Κ. Γαλανός πληροφορούμαστε και το ιστορικό του «Φόρου». Δηλαδή ότι ξεκίνησε τη λειτουργία του από τότε που καθιερώθηκε ο θεσμός των Φορολογικών Σταθμών και από τότε ο Δήμος Αθηναίων ενεργεί «εν τω εν λόγω κτήματι πάσας τας πράξεις νομής και διακατοχής, διανοία κυρίου καλή τη πίστει και νομίμω τίτλω, συνεχώς, αδιακόπως και αδιαλείπτως και ανεπιλήπτως»[2].
Το θέμα είχε μακρά συνέχεια και ο Ειρηνοδίκης Αμαρουσίου Πέτρος Στρούμπος εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 151 της 12ης Σεπτεμβρίου 1951 απόφαση με την οποία αναγνώρισε την ιδιοκτησία του Δήμου Αθηναίων στον οικίσκο και την περιοχή του. Δέκα χρόνια αργότερα (1961), όπως συνέβη σε πλείστες όσες περιπτώσεις μικρών ιδιοκτησιών του δήμου Αθηναίων, ένας υπάλληλός του, ο Αθανάσιος Βαβούλης νοίκιασε το φυλάκιο για κατοικία δεσμευόμενος ότι θα εκτελεί και χρέη φύλακα. Ωστόσο, ο Αθ. Βαβούλης απεβίωσε δύο χρόνια αργότερα και η Διεύθυνση Δημοτικής Περιουσίας ανέλαβε από τότε τη φύλαξη του ακινήτου.
Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η Έκθεση που συνέταξε το 1959 η Πρωτοβάθμια Επιτροπή Συντάξεως Κτηματολογίου του Δήμου Αθηναίων, με πρόεδρο τον Πρωτοδίκη Χρήστο Δρόσο και μέλη τους δημοτικούς συμβούλους Γεώργιο Γαρουφαλλιά και Δημήτριο Μπακομιχάλη και τον μηχανικό της Νομαρχίας Αττικής Νικόλαο Τόγκα. Την καταγράφουμε ως ιστορικό τεκμήριο: «Εις θέσιν Φασίδερι του Δήμου Κηφισιάς κείται αγροτικό κτήμα εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών 113 … εφ’ ού ο Δήμος Αθηναίων ανήγειρεν παλαιόθεν μικρόν οικίσκον ίνα χρησιμοποιήση ως φορολογικόν φυλάκιον και του οποίου την κυριότητα έχει αποκτήσε ο Δήμος Αθηναίων από αμνημονεύτων χρόνων κατά το πλήρες της ιδιοκτησίας δικαίωμα (υπ’ αρ. 151/1951 του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου) ενεργών πάσας τας πράξεις νομής και διακατοχής διανοία Κυρίου, καλή τη πίστει και νομίμων τίτλων από εκατονταετίας και πλέον. Σύνορα: Ιδιοκτησία Ι. Φουσιάνη (12, 15+10 μ.), οδός Τατοΐου (9,60 μ.), συμβολή καρόδρομων (10,60 μ.)». Η αξία του εν λόγω τεμαχίου γης ανερχόταν το έτος 1959 σε 15.000 δραχμές[3].
Επί τρεις δεκαετίες το μικρό φυλάκιο παρέμεινε εγκαταλελειμμένο, μέχρι το 1996, οπότε και εκδόθηκε η τελική πράξη εφαρμογής με την οποία, λαμβάνοντας υπόψη την πολεοδομική μελέτη της περιοχής «Μορτερό» της Νέας Ερυθραίας και τις πράξεις εφαρμογής και ρυμοτομίας, από το αρχικό εμβαδόν των 110.69 μέτρων που ήταν στην ιδιοκτησία του Δήμου Αθηναίων απέμειναν 95,86 τετραγωνικά μέτρα[4]. Έκτοτε, επί μία τριακονταετία, συζητήθηκε επανειλημμένως η εξαγορά του μικρού τεμαχίου εκ μέρους όμορων ιδιωτών αλλά επί δημαρχίας Κώστα Μπακογιάννη αποκλείστηκε τέτοια εξέλιξις και ο «Φόρος» παρέμεινε στην ιδιοκτησία του Δήμου Αθηναίων και δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 10 Μαΐου 2026





