Άρτεμις Πετράντη: Εξευτέλισε την αντικατασκοπεία των κατακτητών

Επιχείρηση απόδρασης «Εμπειρίκειο»: Έσωσε το δίκτυο Τσιγάντε το 1942

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Όλα τα είχαν υπολογίσει οι Γερμανοί και οι Ιταλοί αξιωματικοί της αντικατασκοπείας που υπηρετούσαν στο Εμπειρίκειο Άσυλο των Αμπελοκήπων, το οποίο είχε μετατραπεί από σωφρονιστήριο εφήβων σε γυναικείες φυλακές: ακροβολισμένοι γκεσταπίτες σε όλη την περιοχή, περίπου δέκα στρατιώτες στην είσοδο, άλλοι τόσοι στον εσωτερικό χώρο, σκοπιές και φυλάκια επί 24ώρου βάσεως, ειδικευμένοι ελληνόγλωσσοι στα γραφεία και στη διοίκηση και οι Έλληνες υπάλληλοι ελεγμένοι όλοι, ένας κι ένας.

Ακόμη και στα κελιά είχαν «ρίξει» καταδότες για να παρακολουθούν την κατάσταση. Φιλοξενούσαν ήδη γυναίκες που πίστευαν ότι εν τέλει θα αποκαλύψουν το σημαντικότερο δίκτυο κατασκοπείας και αντίστασης που απλωνόταν στην Αθήνα, με πρωτοβουλία και χρηματοδότηση της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και των Άγγλων. Όλα τα είχαν υπολογίσει εκτός από την ψυχή μιας Ελληνίδας, της Αρτέμιδος Πετράντη (1903-1985).

Η όμηρος

Αρχές Νοεμβρίου του 1942. Οι Ιταλοί έχουν συλλάβει τη νεαρή Καίτη Αντωνοπούλου, κόρη του Κωστή Αντωνόπουλου, ιδιοκτήτη της περίφημης μπλε πολυκατοικίας των Εξαρχείων. Εκεί ήταν το ορμητήριο του Ιωάννη Τσιγάντε (1897-1943), ο οποίος είχε επιστρατεύσει την Καίτη στον αγώνα. Δυναμικός, γενναίος, παράτολμος και διαχυτικός ο Τσιγάντες δεν λάμβανε τα απαραίτητα συνωμοτικά μέτρα προφύλαξης. Είχε επιτρέψει να γνωρίζει περισσότερα απ’ όσα έπρεπε η νεαρή Αντωνοπούλου. Δικαιολογημένα, λοιπόν, φοβούνταν ότι υπήρχε κίνδυνος να βασανιστεί και να μιλήσει. Τότε δεκάδες μυημένοι στην οργάνωση θα συλλαμβάνονταν και το δίκτυο πληροφοριών θα διαλυόταν.

 

Ιωάννης Τσιγάντες

 

Πως θα αποσπούσαν την Καίτη από τα χέρια τους; Την είχε αναλάβει το πιο σκληρό τμήμα αντικατασκοπείας των δυνάμεων Κατοχής στην Αθήνα και επιχείρηση δυναμική δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί. Τότε παρενέβη, με έντεχνο τρόπο, το αγγλικό δίκτυο αντικατασκοπείας, προσεγγίζοντας την 39χρονη διευθύντρια των φυλακών Αρτέμιδα Πετράντη. Χρησιμοποίησαν τις κοινωνικές επαφές της, αφού η ίδια ποτέ δεν εντάχθηκε σε κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Η παρέα της συγκεντρωνόταν συνήθως στο σπίτι του γλύπτη Βάσου Φαληρέα. Σε μία από τις συναντήσεις η Αγγλίδα Τίτα Άμποτ τής μίλησε πρώτη φορά για τη σύλληψη της Καίτης Αντωνοπούλου.

Ο Τσιγάντες και τα παιδιά

Ακολούθησε συνάντηση με τον Τσιγάντε. Προσπάθησε να τη δελεάσει προσφέροντάς της ένα τεράστιο ποσόν. Όταν η Πετράντη αρνήθηκε, ο Τσιγάντες χρησιμοποίησε την αδυναμία της που δεν ήταν άλλη από τα θρησκευτικά της συναισθήματα. Η διευθύντρια δεν άργησε να πειστεί. Απέκλεισε το ενδεχόμενο φυσικής εξόντωσής της Αντωνοπούλου και επιφυλάχθηκε να απαντήσει∙ ξενύχτησε, προβληματίστηκε, προσευχήθηκε και προχώρησε. «Η Πατρίδα πάνω απ’ όλα και ο Θεός βοηθός» σκέφτηκε και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Παρουσίασε σχέδιο απόδρασης το οποίο θα υλοποιούσε η ίδια σε συνεργασία με άνδρες της αντίστασης.

Χριστίνα Γάσπαρη

 

Το μόνο που ζήτησε ήταν η προστασία των δύο παιδιών που ανέθρεφε μόνη της. Επίσης, να πάρει μαζί της μία ακόμη κρατούμενη, τη Χριστίνα Γάσπαρη, γραμματέα και μνηστή του Άγγλου φιλέλληνα διπλωματικού υπαλλήλου Θωμά Μπόμαν.

Στις 12 Νοεμβρίου 1942 πραγματοποιείται η επιχείρηση «Εμπειρίκειο», η οποία έπρεπε να είναι γραμμένη με χρυσά γράμματα στα χρονικά της ελληνικής αντίστασης. Συμμετείχαν άνδρες του αγγλοελληνικού δικτύου που είχε αναπτύξει ο Τσιγάντες.

Σκίτσο της απόδρασης με τους δύο άντρες της αντίστασης μπροστά, τις δύο κοπέλλες στο μέσο και τελευταία την Α. Πετράντη.

Η διαφυγή

Ήταν το δίκτυο που υποστηρίχθηκε από τον Άγγελο Έβερτ. Με μυθιστορηματικό τρόπο αλλά και με κάθε επισημότητα, δύο αγωνιστές, οι Παναγιώτης Γιαννακόπουλος και Αριστείδης Παπαδάκης, παρέλαβαν τη διευθύντρια και τις κρατούμενες για να οδηγήσουν, υποτίθεται, τις τελευταίες για ανάκριση στην οδό Μέρλιν. Κατηφόρισαν όμως τη λεωφόρο Κηφισιάς, για να καταλήξουν σε κρησφύγετο της Καστέλας και από κεί να ξεκινήσουν τη μεγάλη πορεία για τη Μέση Ανατολή. Οι δύο υπεύθυνοι της ιταλικής αντικατασκοπείας που είχαν την έδρα τους στο Εμπειρίκειο,ο Αρθούρος Σκατίνι (Arturo Scattini) και ο λοχαγός Αλφρέντο Πιτζιτόλα (Alfredo Pizzitola), ο οποίος χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ardenghi δεν μπορούσαν να πιστέψουν τι είχε συμβεί.

Οι μυθιστορηματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η απόδραση, η άψογη εκτέλεση, ο μηχανισμός διαφυγής και η περαιτέρω ανάπτυξη του δικτύου πληροφοριών της αντίστασης, έφεραν σε δυσχερή θέση τους κατακτητές και κατάφεραν σημαντικό πλήγμα στην υπόστασή τους. Η Πετράντη και τα παιδιά της, μετά από πολλές περιπέτειες, έφτασαν στο Κάιρο τον Φεβρουάριο του 1943 και αφού είχαν πληροφορηθεί τον ηρωϊκό θάνατο του Ιωάννη Τσιγάντε.

Άρτεμις Πετράντη.

Άρτεμις Πετράντη

Η Άρτεμις Πετράντη ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του σπουδαίου αγιογράφου Ράλλη Πετράντη και εγγονή του Ιωάννη Πετράντη, καθηγητή αρχαιοελληνικής φιλολογίας στην Πάδοβα. Γεννήθηκε το 1903 στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας. Η οικογένεια του Ράλλη Πετράντη ήλθε στην Αθήνα το 1912 και είχε φιλελεύθερες (βενιζελικές) και βαθιά θρησκευτικές καταβολές. Η Άρτεμις τέλειωσε το Γυμνάσιο «Παλλάς Αθηνά» και παντρεύτηκε δύο φορές: σε πρώτο γάμο τον καταγόμενο από τη Μυτιλήνη Βασίλη Πατσιούρα, με τον οποίο απόκτησε ένα αγόρι, τον Όθωνα, και σε δεύτερο γάμο τον καταγόμενο από την Κρήτη διευθυντή του Μαράσλειου Γεώργιο Τζομπανάκη, με τον οποίο απόκτησε ένα κορίτσι, την Κυριακή (Κική).

Το 1929 πήρε το πτυχίο της από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρησε έως το 1937, οπότε διεκδίκησε, μέσω διαγωνισμού, τη θέση της διευθύντριας των Γυναικείων Φυλακών Αβέρωφ. Ήταν η πρώτη γυναίκα που κατέλαβε ανώτερη θέση στο σωφρονιστικό σύστημα της χώρας και για την οργάνωση της απόδρασης Έλληνες δικαστές (Ιούλιος 1944) την καταδίκασαν σε ειρκτή πέντε ετών. Στην Αίγυπτο υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στο υπουργείο Δικαιοσύνης της εξόριστης κυβέρνησης, επέστρεψε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1944 και αποκαταστάθηκε στη θέση της τον επόμενο χρόνο (1945).

Πιστοποιητικό συμμετοχής της Αρτέμιδος Πετράντη στην αντίσταση κατά των αρχών Κατοχής.

Έφυγε από τη ζωή το 1985 στην αγκαλιά της κόρης και των εγγονιών της. Υπηρέτησε ως διευθύντρια των φυλακών μέχρι τη συνταξιοδότησή της (1967) και δεν απόκτησε ποτέ δικό της σπίτι. Ο γιος της Όθων ζει με την οικογένειά του στην Αυστραλία και η ζωή της αποτελεί ήδη αντικείμενο μονογραφίας.