Αθηναϊκοί θρύλοι και παραδόσεις για τον Νοέμβριο

Ο Σποράρης, οι ξωτάρηδες και η Μισοσπορίτισσα

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ο Νοέμβριος είχε ξεχωριστή θέση στο λαϊκό ημερολόγιο των παλαιών Αθηναίων. Ήταν ο Σποράρης, ο μήνας κατά τον οποίο οι γεωργοί έσπερναν τη γη, προσδοκώντας την ευλογία της επόμενης σοδειάς. Γύρω από τις γεωργικές εργασίες είχαν διαμορφωθεί ήθη, έθιμα και παραδόσεις που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ζωής των κατοίκων της αθηναϊκής υπαίθρου. Παραδόσεις που χάνονται στα βάθη των αιώνων και λησμονήθηκαν καθώς η πρωτεύουσα εξαπλωνόταν και η αγροτική Αττική παραχωρούσε τη θέση της στη σύγχρονη μεγαλούπολη.

Πολύτιμες πληροφορίες για τον κόσμο αυτόν διέσωσε ο Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, ο οποίος, σε δημοσίευμά του συνέδεσε τις λαϊκές ονομασίες των μηνών με τις ιστορικές περιπέτειες της Αττικής, τη γλώσσα των κατοίκων της, τους αγώνες των ξωτάρηδων και τη λατρεία της Παναγίας Μισοσπορίτισσας.

 

Δημήτριος Καμπούρογλους. Σκίτσο Κ. Δημητριάδη. Από τις συλλογές του «Συλλόγου των Αθηναίων».

 

 

Μνήμες αθηναϊκής υπαίθρου

Η ονομασία Σποράρης δεν είχε την πανελλήνια διάδοση άλλων αγροτικών ονομασιών. Ο Ιούνιος ήταν ο Θεριστής, ο Ιούλιος ο Αλωνάρης και ο Σεπτέμβριος ο Τρυγητής. Οι τρεις αυτές ονομασίες είχαν επικρατήσει σχεδόν σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο. Ο Φεβρουάριος λεγόταν Κλαδευτής, ενώ σε διάφορες περιοχές συναντούμε ονομασίες που προήρχοντο από μεγάλες θρησκευτικές εορτές, όπως ο Αϊ-Δημητρίτης και ο Αϊ-Γιωργίτης.

Οι υπόλοιποι μήνες παρουσίαζαν πλήθος τοπικών παραλλαγών, οι οποίες αποτύπωναν τις ιδιαίτερες συνήθειες και τις γεωργικές ασχολίες κάθε τόπου. Ήδη, από το 1886, είχε πραγματοποιηθεί, μέσω της «Εβδομάδος», μια πρώτη προσπάθεια συγκεντρώσεως αυτών των λαϊκών ονομασιών.

Χαρακτηριστικό δείγμα της λαϊκής ποιητικής παράδοσης ήταν το τραγούδι της πέρδικας, που συνέδεε τους μήνες με τα αγαθά της γης[1]:

«Πού ήσουν περδικούλα μου,

ροδοκοκκινούλα μου;

– Ήμουνα ψηλά στα πλάγια,

στις δροσιές και στα χορτάρια,

έτρωγα τον Αλωνάρη

και τον Θεριστή σιτάρι,

και τον Τρυγητή σταφύλι

κι έχω κόκκινο τ’ αχείλι».

Μέσα σε λίγους στίχους αποτυπωνόταν ο κύκλος της αγροτικής ζωής, με τις εποχές, τις καλλιέργειες και τους καρπούς τους. Ένας κόσμος στον οποίο ο χρόνος δεν προσδιοριζόταν μόνον από το ημερολόγιο, αλλά κυρίως από τις εργασίες της γης.

 

Το βουνό, ο αγρός και η πόλη

Η ιστορική πορεία της Αττικής παρουσιάζει μια ιδιομορφία που δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή. Το βουνό, η αγροτική ύπαιθρος και η περιτειχισμένη πόλη των Αθηνών δεν ακολούθησαν την ίδια διαδρομή. Οι αλλεπάλληλες επιδρομές, οι μετακινήσεις πληθυσμών και οι ξένες κυριαρχίες άφησαν διαφορετικά ίχνη σε καθεμία από αυτές τις περιοχές.

Τα βουνά της Αττικής υπέστησαν έντονες πληθυσμιακές και τοπωνυμικές μεταβολές. Οι παλαιοί Έλληνες ποιμένες δυσκολεύονταν να επιβιώσουν από τις συνεχείς επιδρομές πειρατών, ληστών και άλλων κακοποιών. Σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της ελληνικής παράδοσης διαδραμάτισαν τα μοναστήρια της Αττικής, που αποτέλεσαν καταφύγια και εστίες πνευματικής ζωής. Ακόμη και αυτά, όμως, δεν έμειναν αλώβητα. Μία από τις πολυπληθέστερες μονές της περιοχής καταστράφηκε από πειρατές κατά τον 18ο αιώνα.

Διαφορετική υπήρξε η πορεία της ίδιας της πόλης. Η μικρή Αθήνα, προστατευμένη πίσω από τα τείχη της, επέδειξε αξιοθαύμαστη αντοχή. Διατήρησε τις λαογραφικές της παραδόσεις και ένα ιδιαίτερο γλωσσικό σύστημα, το οποίο αποτελούσε ζωντανή μαρτυρία της ιστορικής συνέχειας των κατοίκων της.

Οι ξένες επιδράσεις αποτυπώθηκαν σε πολλές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής και ιδιαίτερα στις ονομασίες φυτών, ζώων και άλλων στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, η γλώσσα των παλαιών Αθηναίων διατήρησε χαρακτηριστικά που είχαν παραγνωριστεί από όσους την εξέταζαν επιφανειακά.

Ενδιαφέρουσα ήταν και η περίπτωση των χωριών της Αττικής. Παρά τη μαζική εγκατάσταση δίγλωσσων πληθυσμών από την Ήπειρο και τη σταδιακή αριθμητική επικράτησή τους, διασώθηκαν ελληνικές λέξεις και όροι της καθημερινής ζωής που είχαν ενίοτε λησμονηθεί ακόμη και μέσα στην πόλη. Αποτελούσαν πολύτιμα γλωσσικά κατάλοιπα των παλαιότερων κατοίκων της αττικής υπαίθρου.

 

Ξωτάρηδες και περιπέτειες

Ξεχωριστή θέση στην ιστορία αυτή κατείχαν οι ξωτάρηδες, οι αγρότες που ζούσαν και εργάζονταν έξω από τα τείχη των Αθηνών. Η ονομασία τους προερχόταν ακριβώς από αυτή την ιδιότητα. Δεν επρόκειτο για κάποια κοινωνική κατηγορία με τη σημερινή σημασία του όρου, αλλά για τους ανθρώπους της αθηναϊκής υπαίθρου, οι οποίοι διατηρούσαν στενούς δεσμούς με την πόλη, χωρίς πάντοτε να συμμερίζονται την ιστορική της τύχη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούσαν τα Σωπόλια, τα σημερινά Σεπόλια. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους η περιοχή δοκιμάστηκε σκληρά από επιδρομές Αράβων πειρατών που εξορμούσαν από την Κρήτη. Οι κάτοικοί της αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν στη δουλεία. Την ίδια περίοδο οι Αθηναίοι υπέστησαν επίσης σφαγές, αλλά μέρος του πληθυσμού κατόρθωσε να διασωθεί καταφεύγοντας στο οχυρωμένο Ριζόκαστρο και στην Ακρόπολη.

Όταν οι επιδρομείς απομακρύνθηκαν, η πόλη παρουσίαζε εικόνα καταστροφής. Σπίτια και εκκλησίες είχαν μεταβληθεί σε ερείπια. Η ζωή άρχισε και πάλι, ενώ τα περίχωρα κατοικήθηκαν σταδιακά από όσους επέστρεψαν και από νέους πληθυσμούς. Παραμένει, ωστόσο, άγνωστο πότε ακριβώς και με ποιον τρόπο επανήλθε μέρος των παλαιών αγροτικών πληθυσμών.

 

Ένας ηρωικός ξωτάρης

Οι ξωτάρηδες έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο και κατά την Επανάσταση του 1821, συμμετέχοντας ενεργά στον Αγώνα για την απελευθέρωση των Αθηνών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η περίπτωση του Δήμου Ρουμπέση, γόνου παλαιάς αθηναϊκής οικογένειας που είχε υποφέρει τα πάνδεινα από την οθωμανική εξουσία.

Την εποχή του Αλή Χασεκή, τζοχανταραίοι είχαν λεηλατήσει το σπίτι της οικογένειας, αρπάζοντας δύο παιδιά, ένα κορίτσι δεκατεσσάρων ετών και ένα αγόρι δώδεκα. Ο πατέρας τους, ο μπάρμπα Γιάννης Ρουμπέσης, περιφερόταν στους δρόμους των Αθηνών αναζητώντας απεγνωσμένα τα παιδιά του, μέχρι που τον εξόντωσαν και αυτόν οι Τούρκοι. Οι υπόλοιποι κλάδοι της οικογένειας επέζησαν και συμμετείχαν στην Επανάσταση[2].

Τον Σεπτέμβριο του 1821, σε μάχη στο Δραγουμάνο, στην περιοχή του σημερινού Πύργου Βασιλίσσης, ο Δήμος Ρουμπέσης όρμησε πεζός εναντίον του έφιππου Ομέρ Βρυώνη. Πυροβόλησε με την κουμπούρα του, αλλά ένας σωματοφύλακας παρεμβλήθηκε. Απτόητος άρπαξε το άλογο του πασά από τα χαλινάρια. Ο Ομέρ Βρυώνης κατόρθωσε να διαφύγει, εγκαταλείποντας το σπαθί του, ενώ ο γενναίος Αθηναίος σκοτώθηκε από τους σωματοφύλακες.

Το σπαθί διέσωσε ο συμπολεμιστής του Άγγελος Έγγελης και οι Αθηναίοι το προσέφεραν στον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Μάλιστα, το περιέζωσε στον Ανδρούτσο ο μητροπολίτης Αθηνών Διονύσιος Β΄, ανιψιός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Αργότερα ο Ανδρούτσος το δώρισε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

 

Δύο πολεμιστές (1855). Έργο Θεόδωρου Βρυζάκη. Από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης.

 

Παναγία Μισοσπορίτισσα

Οι αγρότες της αθηναϊκής πεδιάδας διακρίνονταν για τη βαθιά ευλάβειά τους προς την Παναγία. Ιδιαίτερη θέση στη θρησκευτική τους ζωή κατείχε η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, στις 21 Νοεμβρίου, όταν οι γεωργικές εργασίες βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη. Την Παναγία τιμούσαν τότε ως Μισοσπορίτισσα, ονομασία που συνδεόταν με την εποχή της σποράς και την προσδοκία της ευφορίας της γης.

Στα Σωπόλια υπήρχε άλλοτε περικαλλής ναός αφιερωμένος στη Μισοσπορίτισσα. Ο ναός καταστράφηκε, αλλά διασώθηκε η Αγία Τράπεζά του. Οι ευσεβείς κάτοικοι φρόντισαν να την περιτοιχίσουν και να τη στεγάσουν, διατηρώντας επάνω της αναμμένο το καντήλι της ευλαβείας. Ήταν ένα ταπεινό απομεινάρι της παλαιάς λατρείας, που εξακολουθούσε να συγκινεί όσους γνώριζαν την ιστορία του τόπου.

Κάποτε, ο Καμπούρογλου βρέθηκε μόνος μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Στάθηκε με συγκίνηση, έκανε τον σταυρό του και προσφώνησε τη Μισοσπορίτισσα ως Θεοτόκο, αλλά και ως Δήμητρα! Στον ίδιο τόπο, όπου οι αρχαίοι κάτοικοι της Αττικής τιμούσαν τη θεά της γεωργίας και της καρποφορίας, οι νεότερες γενιές επικαλούνταν την προστασία της Παναγίας για τα σπαρτά και τη σοδειά τους.

Και μέσα στην ταπεινή εκείνη κατασκευή, με την Αγία Τράπεζα και το αναμμένο καντήλι, συναντώνταν οι αιώνες της αθηναϊκής γης. Από τη Δήμητρα της αρχαιότητας έως την Παναγία Μισοσπορίτισσα των ξωτάρηδων, ο άνθρωπος εξακολουθούσε να προσβλέπει στον ουρανό, προσδοκώντας να καρπίσει ο σπόρος που εμπιστευόταν στη γη.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 2 Νοεμβρίου 2017.

Συμπληρωμένες δημοσιεύσεις:

Εφημερίδα «Εστία» 8 Νοεμβρίου 2023.

Εφημερίδα «Εστία» 2 Νοεμβρίου 2026.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Οι θρύλοι και τα προσωνύμια της Παναγίας

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Οι θρύλοι και τα προσωνύμια της Παναγίας

Η θαυματουργός Αγία Μαρίνα κάτω από το Αστεροσκοπείο (Θησείο)

ΝΑΟΙ-ΜΟΝΕΣ

Μεταβείτε στο άρθρο: Η θαυματουργός Αγία Μαρίνα κάτω από το Αστεροσκοπείο (Θησείο)

Παναγία Χελιδονού: Θρύλοι και παραδόσεις

Δήμος Κηφισιάς

Μεταβείτε στο άρθρο: Παναγία Χελιδονού: Θρύλοι και παραδόσεις