«Η ζέστη επαλάβωσε τον κόσμον πέρα πέρα και τρέχει κάθε άνθρωπος ν’ αλλάξη τον αέρα»

Η «δροσερή» απάντηση στη μεγάλη ζέστη ήταν το καυστικό χιούμορ των σατιρικών ποιητών

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Σκίτσο Θέμου Άννινου για τη ζέστη

 

«Μεσ’ στο τόσο μας το χάλι, / στην κακομοιριά την τόση / ήρθανε κι οι ζέστες πάλι / στο ρωμαίικο κεφάλι»! Επίκαιροι στίχοι γραμμένοι από τον Γεώργιο Σουρή. Τότε που δεν υπήρχαν μηχανήματα κλιματισμού και οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν απλά τα κύματα του καύσωνα αναζητώντας σκιά και δροσερά μέρη. Η λαϊκή λογοτεχνία πολλά προσέφερε σε εκείνους που υπέφεραν από τις υψηλές θερμοκρασίες. «Η ζέστη επαλάβωσε τον κόσμον πέρα πέρα / και τρέχει κάθε άνθρωπος ν’ αλλάξη τον αέρα. / Ο ένας πάγει στα βουνά, ο άλλος εις τα δάση, / κι ο άλλος εις την θάλασσα τον νου του να μην χάση» έγραφε ο λαϊκός σατιριστής Παναγιώτης Πηγαδιώτης της ίδια εποχή, δηλαδή την δεκαετία 1880.

Ελπίδα όλων ήταν η περιώνυμη τροπαία των αρχαίων, ο εμβάτης των βυζαντινών χρόνων, δηλαδή ο γνωστός μας μπάτης. Η παρήγορη και δροσερή αύρα του Φαλήρου που ερχόταν να μετριάσει τις επιπτώσεις από το αθηναϊκό λιοπύρι. Ωστόσο, είναι ενδιαφέροντα τα στατιστικά στοιχεία που αποκαλύπτουν πως τότε οι θερμοκρασίες δεν ήταν τόσο υψηλές όσο στην εποχή μας. Σπάνια το θερμόμετρο ανέβαινε πάνω από τους σαράντα βαθμούς Κελσίου. Σε διάστημα μισού αιώνα, από το 1850 μέχρι το 1900, μόνον μία φορά σημειώθηκε καύσωνας με 41,4 βαθμούς, τον Αύγουστο του 1896. Το 1861 είχε φτάσει 40,6 και το 1888 40,5. Όλα τα άλλα χρόνια δεν ξεπερνούσε τους 40 βαθμούς Κελσίου.

Γεώργιος Σουρής. Σκίτσο Γεωργίου Ροϊλού.

Ωστόσο εκείνες οι θερμοκρασίες ήταν εξαιρετικά ενοχλητικές και είχαν πολλά θύματα, δεδομένων των περιβαλλοντικών συνθηκών. Η Αθήνα δεν διέθετε πράσινο, οι λόφοι της δεν είχαν δένδρα, η σκόνη κατάκλυζε τα πάντα και η κατάσταση γινόταν ακόμη πιο απελπιστική από την εκτεταμένη έλλειψη σημείων με σκιά. Γι’ αυτό ο Γ. Σουρής έγραφε πως «κι όσο καίεται η πλάση / θερμή κατρακυλά / τόσο παίρνουν νέα βράση / τα δικά μας τα μυαλά». Ακόμη δεν είχε ενσωματωθεί στην κουλτούρα των λαϊκών στρωμάτων οι έννοια διακοπές και θαλάσσια μπάνια, οπότε συμπλήρωνε ο Π. Πηγαδιώτης: «Η ζέστη επαλάβωσε των γυναικών κρανία / και τρέχοντας στο Φάληρο η πάσα μια κυρία, / η πάσα μία πεταχτή, η πάσα μία κόρη, / κι ως σκύλοι εξ οπίσω των και οι λιμοκοντόροι»!

Οι κατά Πηγαδιώτη «τρεις πληγές του Φαραώ»

Σαν να μην έφτανε η ζέστη, υπήρχαν και οι «αι τρεις του Φαραώ πληγαί», όπως έγραφε ο ανεξάντλητος Πηγαδιώτης. Ποιες ήταν αυτές; Πρώτα ήταν οι καφεπώλες, οι οποίοι άπλωναν τραπεζάκια όπου υπήρχε σκιά, φράζοντας τα πεζοδρόμια και στερώντας την ελευθερία της κίνησης στους πεζούς! Την καταγγελία έκανε η εφημερίδα «Αριστοφάνης» δημοσιεύοντας πως όχι μόνον καταλάμβαναν τους κοινόχρηστους χώρους αλλά δεν πλήρωναν και για τη χρήση τους.

Παναγιώτης Πηγαδιώτης

Η σκυτάλη περνούσε στους φαρμακοποιούς, οι οποίοι πωλούσαν όσο ήθελαν τα σκευάσματά τους. «Είναι οι αληθείς λησταί των πόλεων», έγραφε ο εκρηκτικός Π. Πηγαδιώτης ισχυριζόμενος ότι ζητούσαν όσα ήθελαν για τα σκευάσματά τους. Για το ίδιο σκεύασμα, «σκόνη δια τον βήχα», άλλος ζητούσε 50 λεπτά και άλλος 5 δραχμές! Ακολουθούσαν τέλος οι αρτοποιοί, «λήσταρχοι απέναντι των οποίων οι άλλοι δυνάμεθα να είπωμεν και χωρίς να σφάλλωμεν, ότι είναι άγιοι»!

Πωλούσαν καλοκαιριάτικα κουλούρες οκαδιάρικες (οκά = 1282 γραμμάρια), οι οποίες στην πραγματικότητα δεν ξεπερνούσαν σε βάρος τα 300 δράμια (δράμι = 3,203 γραμμάρια). Πωλούσαν πέντε λεπτά το κουλούρι που δενξεπερνούσε σε βάρος τα δέκα δράμια. Αυτές ήταν οι «τρεις πληγές του Φαραώ» πριν από 130 χρόνια στην Αθήνα, όταν η ζέστη «επαλάβωνε και κληρικούς αγίους, / και καλογήρους σεβαστούς και ηγουμένους θείους».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Οι απίστευτες περιπέτειες των δύο προτομών του Γ. Σουρή στην Αθήνα

ΓΛΥΠΤΙΚΗ

Μεταβείτε στο άρθρο: Οι απίστευτες περιπέτειες των δύο προτομών του Γ. Σουρή στην Αθήνα

Τα «μπάνια του λαού» στην εποχή του Όθωνα

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Τα «μπάνια του λαού» στην εποχή του Όθωνα

Οι εξοχές των Αθηνών πριν από περίπου έναν αιώνα

ΕΞΟΧΕΣ-ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Μεταβείτε στο άρθρο: Οι εξοχές των Αθηνών πριν από περίπου έναν αιώνα