Η Αμερικανίδα που έγινε η «Μήδεια του Καλαμακίου»

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Η Νίτσα Μπαίηκερ υπό τη συνοδεία αστυνομικών οργάνων.

 Η 28χρονη Αμερικανίδα Νίτα Μπαίηκερ συντάραξε με την πράξη της ολόκληρη την Ελλάδα, στις 27 Μαΐου 1961. Σκότωσε τα τρία παιδιά της, δύο κοριτσάκια 2,5 και 5 ετών και ένα 8χρονο αγόρι, και στην συνέχεια επιχείρησε να αυτοκτονήσει στο σπίτι της στο Καλαμάκι[1]. Το σπάνιας αγριότητας έγκλημα ανακάλυψε ο σύζυγος και πατέρας Τζόελ Μπαίηκερ, Αμερικανός λοχίας που υπηρετούσε στην Βάση του Ελληνικού. Φαίνεται πως ο ίδιος είχε τροφοδοτήσει την ψυχοπάθεια της βαθιάς θρησκευόμενης γυναίκας του, την οποία απατούσε και κακοποιούσε συστηματικά.

«Αν σκότωσα τα τρία παιδιά μου, το έκανα για να τα λυτρώσω και να λυτρωθώ κι’ εγώ» κατέθεσε στην λακωνική απολογία της η παιδοκτόνος[1]. Ξημερώματα Κυριακής πρώτα τύλιξε έναν βρόχο στη μικρή της κόρη ενώ κοιμόταν. Το ίδιο έκανε και με την μεγαλύτερη, η οποία επίσης δεν πρόλαβε να ξυπνήσει. Ωστόσο το οκτάχρονο αγόρι αντέδρασε και εκείνη το κτύπησε στο κεφάλι τέσσερις φορές με κάποιο σκληρό αντικείμενο. Ώσπου το παιδί ξεψύχησε πνιγμένο στα αίματα. Στη συνέχεια προσπάθησε να αυτοκτονήσει κόβοντας τον λαιμό της.

Η οικία στο Καλαμάκι όπου έγινε το φονικό.

Εν τω μεταξύ επέστρεψε ο σύζυγός της. Εμβρόντητη η ελληνική κοινή γνώμη παρακολουθούσε τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της υπόθεσης και η άποψή της εκφράστηκε από τους δέκα λαϊκούς δικαστές (ενόρκους), οι οποίοι ύστερα από τρεις συνεδριάσεις, διάρκειας 17 ωρών, απάλλαξαν την παιδοκτόνο! Της αναγνώρισαν το ελαφρυντικό της πλήρους σύγχυσης, δηλαδή της απέδιδαν το ακαταλόγιστο.

Το δράμα της γυναίκας εκείνης έκανε και τους τοίχους να ραγίσουν, όπως έγραφε ο δημοσιογράφος Νίκος Μαράκης[1]. Ωστόσο, οι τακτικοί δικαστές κήρυξαν την ετυμηγορία πεπλανημένη. Οι ψυχίατροι έδιναν αντικρουόμενες καταθέσεις και σε νέα δίκη η «Μήδεια του Καλαμακίου» καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 16 ετών. Έμεινε στις φυλακές Αβέρωφ μόνον δύο χρόνια, οπότε έλαβε χάρη, αποφυλακίστηκε και επέστρεψε στην πατρίδα της. Αρνήθηκε μέχρι το τέλος να μιλήσει για το μεγάλο δράμα της.

 

Νίτσα Μπαίηκερ.

Ίσως ο επίλογος να γράφτηκε με την ταινία που γύρισε ο Ζυλ Ντασσέν, το 1978 και η οποία στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Κραυγή γυναικών» ή «Η άλλη Μήδεια» και με πρωταγωνίστριες την Μελίνα Μερκούρη και την Έλεν Μπέρστιν[1]. Η τελευταία είχε πάρει Όσκαρ για την ερμηνεία στον «Εξορκιστή» και ήταν από τις κορυφαίες ηθοποιούς της οθόνης[1]. Η πραγματική πρωταγωνίστρια, φανατική θρησκευόμενη (λουθηρανή), θα συνέχιζε τη θλιμμένη ζωή της διαβάζοντας τη Βίβλο, όπως έκανε όσο βρισκόταν στη φυλακή. Πώς αλλιώς μια μάνα να σηκώσει το αβάστακτο φορτίο της αφαίρεσης της ζωής των παιδιών της;

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Οι ζωές μιας χαρτορίχτρας και μιας καλογριάς στα Σεπόλια

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μεταβείτε στο άρθρο: Οι ζωές μιας χαρτορίχτρας και μιας καλογριάς στα Σεπόλια

Το «Καπηλειό της Χήρας» στη συνοικία του Δουργουτιού

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μεταβείτε στο άρθρο: Το «Καπηλειό της Χήρας» στη συνοικία του Δουργουτιού