Η γέννηση και η απαξίωση του… ψηλού, βασανιστικού κολάρου!

Εγκαταλείφθηκε από τη μόδα σαν ένα κυνηγημένο σύμβολο ολόκληρης εποχής

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Κομψός κύριος με κολάρο (αρχές 20ού αιώνα).

Περιλαίμιο, γιακάς, περιαυχένιο ή κολάρο (ιταλ. collaro) και συγκεκριμένα το αποσπώμενο κολάρο, το οποίο έμεινε να αποκαλείται «φωκόλ» (faux col = πρόσθετο [ψεύτικο] περιλαίμιο). Γεννήθηκε για να διευκολύνει τη ζωή και να καλυτερεύσει την ανδρική εμφάνιση. Αποτέλεσε το κυρίαρχο στοιχείο της άρτιας εμφάνισης και της αξιοπρέπειας, απασχόλησε υπέρμετρα την ανδρική μόδα και τη παγκόσμια βιομηχανία και κυριάρχησε περίπου έναν αιώνα πριν καταδικαστεί ως «τύραννος του ανδρικού τραχήλου»[1]. Δεν ήταν δυνατόν, ιδιαιτέρως το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ένας κύριος ή ένας φοιτητής να μη φορά το κολάρο του, αναπόσπαστο μέρος της ανδρικής αμφίεσης.

Πότε ξεκινά όμως η ιστορία του αποσπώμενου «φωκόλ»; Βεβαίως τα κολάρα, με άλλη μορφή, ήταν γνωστά από τον μεσαίωνα. Εδώ όμως θα προτάξουμε τη νεότερη αστική παράδοση που μας καλεί να ανατρέξουμε στην Τροία της Νέας Υόρκης κάπου στα μέσα της δεκαετίας 1820. Εκεί ζούσε ένας σιδηρουργός, ο Ορλάντο, με τη γυναίκα του Άννα Λόρντ Μόνταγκιου (Hannah Lord Montague, 1794-1878). Είχε βάλει μπουγάδα πλένοντας και τρία πουκάμισα του συζύγου της. Δυσανασχετούσε όμως διότι με τον ιδρώτα του προσώπου του λέρωνε γρήγορα το κολάρο του, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να πλένει όλο το πουκάμισο. Σκέφτηκε λοιπόν ότι αφού ένα πουκάμισο διατηρείται καθαρό πολύ περισσότερες ημέρες, αντίθετα με το κολάρο του, θα ήταν πιο πρακτικό αν υπήρχαν ξεχωριστά κολάρα[2].

Αμ έπος, αμ έργο λοιπόν, πραγματοποίησε την ιδέα της. Έκοψε από τον γιακά των πουκαμίσων τα κολάρα και έραψε τα πρώτα «φωκόλ», όπως αργότερα αποκαλούσαν τους αποσπώμενους γιακάδες. Ο άνδρας της ενθουσιάστηκε, όπως και οι υπόλοιπες νοικοκυρές της γειτονιάς που βρήκαν την ησυχία τους. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ένας έμπορος ξηρών καρπών, ο Εμπενέζαρ Μπράουν (Ebenezer Brown), κατάλαβε πως ήταν ένα προϊόν που θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί. Αναφέρεται λοιπόν ότι συνεταιρίστηκε με την Μόνταγκιου και έως το 1850 λειτουργούσαν ήδη τέσσερα – πέντε εργοστάσια που προμήθευαν κολάρα σε όλες τις Πολιτείες.

Εν πάση περιπτώσει το κολάρο εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο και έγινε αναπόσπαστο μέρος της αστικής ένδυσης. Η αισθητική, η ευπρέπεια, η εθιμοτυπία το καθιέρωσαν, στενό και ψηλό, επί έναν περίπου αιώνα. Διότι από τη δεκαετία 1920 άρχισαν οι αντιδράσεις, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις έλαβαν και οργανωμένη μορφή. Όπως συνέβη το 1923 με την ίδρυση «Αντικολαρικού συλλόγου» και πάλι στην Αμερική. «Θέλουμε να είμεθα κομψοί και σιγυρισμένοι και ευπρεπείς. Και δεν ευρήκαμε τίποτε άλλο καλύτερο από του να δέσωμε τον λαιμό μας με ένα καλοσφιγμένο επίδεσμο. Ωσάν η ευπρέπεια να εξαρτάται από το περιτύλιγμα του λαιμού μας ως είδος μπουρέκι»[3], διαμαρτύρονταν οι άνδρες.

Ήδη τη δεκαετία 1930, το σκληρό και άκαμπτο κολάρο, παρέδιδε τη θέση του στο σπορ πουκάμισο. Έφευγε κυνηγημένο, κατατροπωμένο, τσαλακωμένο και θεωρούνταν ήδη το πεσμένο σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Συνδυάσθηκε με τις νέες αντιλήψεις. Όπως οι γυναίκες εγκατέλειπαν τον κορσέ, έτσι και οι άνδρες εγκατέλειπαν το κολάρο. Η εξέλιξη συνδυαζόταν και με τις ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και αντιλήψεις. Κάποτε ακόμη και ο τελευταίος υπάλληλος για να εξασφαλίσει εργασία έπρεπε να φορά κολάρο. Με τα χρόνια όμως τα πράγματα… χαλάρωσαν. Οι βιομηχανίες και οι βιοτεχνίες υποκαμίσων συνέχισαν ωστόσο, μέχρι και τη δεκαετία 1970, να συνοδεύουν κάθε ανδρικό πουκάμισο με ένα εφεδρικό ζευγάρι μανσέτες και ένα κολάρο. Αλλά διέκοψαν αθόρυβα τη συνήθεια αυτή, εξαφανίζοντας και τα τελευταία ίχνη της παμπάλαιας συνήθειας. Ήταν η εποχή που ο Ντίνος Ηλιόπουλος με τον θίασό του έγραφαν τον επίλογο με την κωμωδία «Ένας Κύριος με κολάρο»[4].

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η ιστορία των Μαγιό

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Η ιστορία των Μαγιό