Η λέξη «σικ» που πέρασε από τον κόσμο των ζωγράφων στον κόσμο της μόδας

Μια εκδοχή για την προέλευσή της και ο νεαρός ζωγράφος Ανδρέας Σικ

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ζακ Λουί Ντέιβιντ (αυτοπροσωπογραφία).

Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη σικ για πρόσωπα και πράγματα, εννοούμε την κομψότητα, την ευπρέπεια και τον αριστοκρατικό χαρακτήρα. Επίσης, την καλαισθησία και τη χάρη. Η προέλευσή της έχει απασχολήσει τους ερευνητές, οι οποίοι την αποδίδουν στο γαλλική λέξη chic, που σημαίνει χάρη και φινέτσα, και στη γερμανική λέξη schick. Η λέξη αυτή δεν έχει σχέση με το λατινικό επίρρημα sic, που σημαίνει έτσι και χρησιμοποιείται στον γραπτό λόγο με ειρωνική σημασία και την έννοια έτσι ακριβώς, κατ’ αυτόν τον τρόπο. Τα περισσότερα αγγλικά λεξικά αποδίδουν στο σικ που μας ενδιαφέρει, την έννοια του κομψού και καλόγουστου. Ορισμένα ελληνικά λεξικά, λαμβάνοντας υπόψη σε σχέση με τα ρούχα και το αγγλικό elegant, προσθέτουν τις λέξεις στιλάτος και χλιδάτος.

Όπως συμβαίνει, όμως, σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει και μία, άγνωστη στο ευρύ κοινό, ιστορία που θέλει το επίθετο να οφείλεται σε έναν νεαρό ζωγράφο, τον Ανδρέα Σικ (Andrea Chicque, 1771-1788)! Ο θρύλος αυτός είδε το φως της δημοσιότητας στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Αναφέρει ότι ο νεαρός και άγνωστος ζωγράφος ζούσε στο Παρίσι της δεκαετίας 1770-1780. Το έργο του μπορεί να λησμονήθηκε, αλλά το όνομά του έγινε αθάνατο σύμβολο. Ήταν μαθητής του κορυφαίου ζωγράφου της εποχής του, του Ζακ Λουί Νταβίντ (Jacques Louis David, 1748-1825), του καλλιτέχνη που σηματοδότησε τη στροφή από το ροκοκό στην αποκαλούμενη ιστορική ζωγραφική.

Παρίσι, 1763 (Νicolas Jean Baptiste Raguenet).

Ενεργός υποστηρικτής της Γαλλικής Επανάστασης ο Νταβίντ και φίλος του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου, δίδαξε μεγάλο αριθμό μαθητών, επηρεάζοντας καθοριστικά τη γαλλική τέχνη των αρχών του 19ου αιώνα. Μεταξύ των μαθητών του ήταν και ο Σικ, ο καλύτερος όλων, ο νεότερος και ιδιαίτερα αγαπητός λόγω του χαρακτήρα του. Εύθυμος και καλοσυνάτος, υπέκυψε σε επιδημία ευλογιάς που έκανε θραύση στο Παρίσι το 1788. Ήταν γιος ενός εμπόρου λαχανικών των Παρισίων και το καλλιτεχνικό ταλέντο του είχε ανακαλυφθεί νωρίς. Το αισθητικό πνεύμα και η έμφυτη αντίληψή του για τα χρώματα γοήτευαν τον δάσκαλό του.

Μόλις ο δάσκαλός του πληροφορήθηκε τον θάνατό του, τινάχτηκε από την καρέκλα του και κατευθύνθηκε στο τρίποδο όπου βρισκόταν μία μισοτελειωμένη ελαιογραφία του Σικ. «Αδύνατον», ψέλλισε, «δεν μπορεί να πέθανε. Πρέπει να ζήσει για να τελειώσει το έργο του!».

Εκείνη την εποχή η σχολή του είχε μετατραπεί σε ναό της τέχνης και όλοι πίστευαν ότι μόνον εκεί υπήρχαν και διδάσκονταν οι αληθινές και ακλόνητες βάσεις του καλού γούστου και της ωραιότητας του σχήματος. Και ο δάσκαλος αγαπούσε ιδιαίτερα τον μαθητή του, τον οποίο παρουσίαζε ως υπόδειγμα στους άλλους. Eκείνος τον αποζημίωνε φιλοτεχνώντας μικρά πορτρέτα, πραγματικά έργα τέχνης.

Όταν, λοιπόν, κάποιος μαθητής έδειχνε στον Νταβίντ έναν μονότονο ή χωρίς γούστο πίνακα εκείνος κουνούσε το κεφάλι του, λέγοντας: «Αυτός δεν είναι Σικ!».  Αντιθέτως, αν κάποιος πίνακας προσέλκυε το ενδιαφέρον του, το πρόσωπό του φωτιζόταν και αναφωνούσε: «Αυτός είναι Σικ! Πραγματικός Σικ!». Τη φράση υιοθέτησαν οι μαθητές και το όνομα Σικ έγινε ταυτόσημο με την τελειότητα της φόρμας και το αληθινό καλλιτεχνικό έργο. Εξάλλου, επί δεκαετηρίδες ο Νταβίντ ήταν απόστολος του καλού γούστου και πέραν των συνόρων της Γαλλίας.

Οπότε ο απλός χαρακτηρισμός «σικ» επεκτάθηκε στην έκφραση της ορθής τέχνης, της συμπεριφοράς, της συνολικής εμφάνισης, ακόμη δε της άκρας κομψότητας και κοσμικότητας. Το όνομα του Σικ έγινε πλέον γενικής χρήσης και έτσι έφτασε και μέχρι τις ημέρες μας. Ακόμη και στη νεκρική κλίνη του, ο Ζακ Λουί Νταβίντ ακούστηκε να ψιθυρίζει τη λέξη «σικ»[1]! Μπορεί ο νεαρός ζωγράφος να έφυγε νωρίς από τη ζωή, αλλά το όνομά του, με την απλοποιημένη γραφή chic, έμεινε αθάνατο για να φτάσει έως τις ημέρες μας.