Η Μάρω που της πήρε ο Μήτρος την καρδιά κι ο λύκος το αρνί της

Η Πασχαλινή έμμετρη ιστορία που έγραψε ο Δημήτριος Κόκκος σε 26 τετράστιχα

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ο καταγόμενος από την Ανδρίτσαινα λογοτέχνης Δημήτριος Κόκκος, υπήρξε ιδιαίτερα χαρισματικός. Παρά το γεγονός ότι ένας παράφρων τον δολοφόνησε σε ηλικία 35 ετών, πρόλαβε να γράψει πατριωτικές ωδές, θούριους, ειδύλλια, ελεγείες κ.ά. Νευρώδης και παθιασμένος κωμειδυλλιογράφος, σκάρωνε με ευκολία χαριτωμένους στίχους. Έτσι λοιπόν, το Πάσχα του 1887, δημοσίευσε το έμμετρο «Η Μάρω και τ’ αρνί της». Μια ολόκληρη ιστορία χώρεσε σε είκοσι έξι τετράστιχα.

Πρωταγωνίστρια «Η Μάρω ήταν του χωριού το ζηλευτό καμάρι, / και μες τις τόσες έμορφες ήταν απ’ όλες πρώτη. / Σαν περπατούσ΄ εμάγευε το κάθε παλληκάρι, / σαν έστεκ’ ήταν μάγισσα στα κάλλη και στη νιότη!..». Ήταν 20 χρόνων η Μάρω, δειλή σαν ελάφι, μια ταπεινή χωριατοπούλα που δεν ζούσε σε παλάτια. Ήταν ένα λουλούδι που δεν το είχε μυρίσει κανείς. Όλοι οι λεβέντες ήθελαν τη Μάρω αλλά εκείνη αγαπούσε μόνον το αρνί της. «Τ’ αρνί της το λευκόμαλο, που λες πως καθρεφτίζει / Της κόρης την αγνή καρδιά στην άδολη μορφή του, / Η Μάρω σαν αδέλφι της αχώριστο νομίζει, / Κι’ εκείνο την ακολουθεί παντού, σαν αδελφή του».

Αλλά πως ταίριαξε τόσο πολύ ένα κορίτσι με ένα αρνί; Ξημέρωνε κάποτε η Λαμπρή και σήμαιναν οι καμπάνες των εκκλησιών. Ακόμη και οι πετεινοί του χωριού φαίνονταν σα να ψάλλουν και οι χωρικοί πήγαιναν στην εκκλησιά φορώντας τα λαμπριάτικά τους. Μαζί και η Μάρω που έμοιαζε σαν άγγελος. Ακούστηκε επιτέλους το «Χριστός Ανέστη» από τα χείλη του ιερέα. Η Μάρω επέστρεψε με χαρά στο σπίτι της, αλλά έκπληκτη είδε τον πατέρα της να έχει άγρια μορφή χασάπη και να κρατά ένα πρόβατο και στ’ άλλο χέρι ένα μαυρομάνικο μαχαίρι.

Δημήτριος Κόκκος

Το κορίτσι σοκαρίστηκε και εκλιπαρούσε τον πατέρα της να μη σφάξει τ’ αρνί. Ο πατέρας της δάκρυσε, την κοίταξε στα μάτια και για το χατίρι της μονάκριβης κόρης του άφησε κάτω το αρνί και πέταξε το μαχαίρι. Από τότε η Μάρω έκανε το αρνί σύντροφό της. Κι αν τύχαινε και περνούσαν από τη στάνη του Μήτρου έτρεχαν να ξεφύγουν. Το αρνί από τα άλλα πρόβατα και η Μάρω από τον Μήτσο που ήταν το πρώτο παλικάρι του χωριού. Εκείνος την αγαπούσε αλλά η Μάρω δεν τον ήθελε, γιατί τον είχε δει να σφάζει ένα μικρό αρνί. Έτσι ο Μήτσος αρκούνταν να αφήνει τα πρόβατά του να βόσκουν και εκείνος με τη φλογέρα να ψάλλει τον έρωτά του.

Μια ανοιξιάτικη, όμως,  ημέρα του Απρίλη κι ενώ έπαιζε τη φλογέρα του, ο Μήτσος είδε να έρχεται από μακριά η Μάρω με τ’ αρνί της. Μια φωνή έλεγε στην κοπέλα να προσέχει και να μην πλησιάζει τον νεαρό βοσκό και την καλούσε να προσέχει το αρνάκι της που είχε μείνει πίσω και βέλαζε. Αλλά τα στήθη της καρδιοχτυπούσαν πια και δεν γυρνούσε να δει το αρνάκι της και τον λύκο που παραμόνευε. Πλησίασε λοιπόν η Μάρω τον Μήτρο που συνέχισε να παίζει τη φλογέρα του. Μέσα από τον ήχο της εμφανιζόταν η καρδιά του να κλαίει κάνοντας χίλια κομμάτια την ψυχή της καλής του. Κι ο επίλογος της ιστορίας γράφτηκε με ένα τετράστιχο: «—Τ’ αρνί σου Μάρω… η φωνή ακούγεται και πάλι, / Μα της φλογέρας ο σκοπός την σέρνει σα μαγνήτης / Κι ευρέθη σαν σε όνειρο στου Μήτρου την αγκάλη!… / Της πήρε ο Μήτρος την καρδιά, κι ο λύκος το αρνί της»!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ένα Πάσχα με κομμένα κεφάλια ληστών στο Πεδίον του Άρεως!

ΕΟΡΤΕΣ

Μεταβείτε στο άρθρο: Ένα Πάσχα με κομμένα κεφάλια ληστών στο Πεδίον του Άρεως!

Το μακρύ ταξίδι των Πασχαλινών αυγών από τα μυθολογικά χρόνια

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Το μακρύ ταξίδι των Πασχαλινών αυγών από τα μυθολογικά χρόνια