Η τρομερή κυνάγρα και η Ημέρα των Ζώων

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Έχουν και τα τετράποδα την τιμητική τους, την Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων, η οποία με τη σειρά της έχει τη δική της άγνωστη στο ευρύ κοινό ιστορία. Για πρώτη φορά εορτάστηκε στις 4 Οκτωβρίου 1933, ενώ ανεπισήμως ο εορτασμός είχε ξεκινήσει από τα μέσα σχεδόν της δεκαετίας του 1920, επισήμως δε και διεθνώς από το 1931. Η 4η Οκτωβρίου επελέγη διότι εορτάζεται η μνήμη του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης.[1]

«Παιδί με γάτα», Εμμ. Ζαϊρης

Ήταν ο άνθρωπος που εξύμνησε κάθε μορφή ζωής και αποκαλούσε τα ζώα «αδέλφια» του. Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν πως η 4η Οκτωβρίου συμπίπτει και με τον εορτασμό της μνήμης του Ιερόθεου, του πρώτου Επισκόπου των Αθηνών, ο οποίος υπήρξε μέγας φίλος και προστάτης των ζώων. Σύμφωνα με τους βιογράφους του, επαναλάμβανε συχνά το ρητό: «Εις γαρ ψυχήν μη φιλόζωον ούτε εισελεύσεται σοφία».[2]

Η κυνάγρα

Πριν όμως αναφερθούμε στην Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων και την ιστορία της στην Ελλάδα, θα προσπαθήσουμε να ιστορήσουμε εν ολίγοις το βίο των τετράποδων κατά τον 19ο αιώνα. Χρησιμοποιώντας μία λέξη που έχει εξαφανιστεί από τα λεξικά, ή ίσως και να μην κατεγράφη παρά το γεγονός ότι ήταν σε ευρύτατη χρήση. Πρόκειται για την κυνάγρα, σύνθετη λέξη που προέρχεται από το κύων = σκύλος και το άγρα = καταδίωξη και σύλληψη ζώων, κυνήγι. «Εμφανίστηκε στους δρόμους η γνωστή κυνάγρα», έγραφαν οι εφημερίδες τη δεκαετία 1880, εννοώντας πως είχαν εμφανιστεί οι ρυπαροί τύποι, πρόγονοι του περίφημου μπόγια, οι οποίοι κρατώντας ένα μακρύ ξύλο και στην άκρη του μια θηλιά συλλάμβαναν και συνήθως θανάτωναν τα δύσμοιρα τετράποδα. Εξάλλου οι ίδιοι αποκαλούνταν επισήμως και στα δημόσια έγγραφα κυνοσυλλέκτες ή κυνοκτόνοι.[3]

H κυνάγρα και ο κυνοσυλλέκτης πέρασε και στην πολιτική σάτιρα. Ο Χαρ. Τρικούπης εμφανίζεται να συλλαμβάνει τον σκύλο που είναι ο πολιτικός του αντίπαλος Θ. Δηλιγιάννης. Σε δεύτερο πλάνο η κλούβα. Γελοιογραφία του «ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ»

Ήταν η εποχή κατά την οποία η αστυνομική αρχή επικαλούμενη τη λύσσα των Αθηνών, εξόντωνε σωρηδόν τους σκύλους είτε συλλαμβάνοντάς τους με την κυνάγρα, είτε ρίχνοντας φόλες στριχνίνης στους δρόμους των Αθηνών! Αν ποτέ γραφτεί λοιπόν η νεότερη ιστορία των σκύλων, θα σταθεί ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1880. Όταν ο κόσμος και οι εφημερίδες χωρίσθηκαν σε δύο παρατάξεις, στους κυνόφιλους και τους κυνόφοβους.[4] Στην παράταξη των δεύτερων ηγήτορες ήταν ο διευθυντής της Αστυνομίας και ο εκδότης Ιωάννης Καμπούρογλου, ενώ στην κίνηση των φιλόζωων συμμετείχαν πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων. Ήταν ευαίσθητοι υπερασπιστές των δύσμοιρων ζωντανών, οι οποίοι καταδίκαζαν τις βάρβαρες μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι αρχές για την εξόντωσή τους. Ανάμεσά τους ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο επονομαζόμενος Φαλέζ και ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος με τον «Ραμπαγά» του.[5]

Οι φόλες και ο Dock

Καταδίκαζαν ως άνανδρο μέσο τη φόλα και σαρκαστικά υποστήριζαν πως απλά έπρεπε τα σκυλιά να… εξορίζονται στη Γυάρο. Ζητούσαν να σταματήσει η εξόντωση των ζώων με τέτοιες μεθόδους οι οποίες εγκυμονούσαν και κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Εξάλλου προς την ίδια κατεύθυνση είχε αντιδράσει και το Ιατροσυνέδριο, η ανώτατη υγειονομική αρχή της εποχής, επισημαίνοντας ότι κι άλλα υγιή ζώα κατανάλωναν τις φόλες. Εν τω μεταξύ το θέαμα με τους δηλητηριασμένους σκύλους να τρέχουν υποφέροντας, να έχουν σπασμούς και να κείτονται τα κουφάρια τους στους δρόμους ήταν εξαιρετικά αποκρουστικό.[6]

Το κυνηγητό που εξαπολύθηκε εναντίον των τετράποδων στην Αθήνα το 1886 ήταν πρωτοφανές. Συλλαμβάνοντο και μεταφέροντο σε κάποιο οικόπεδο στα Πετράλωνα ή στον γνωστό χώρο της Ιεράς Οδού. Όσοι ήθελαν μπορούσαν να το πάρουν πίσω εντός 36 ωρών πληρώνοντας ανάλογο αντίτιμο, αλλιώς το ζωντανό θανατωνόταν. Ως ένας από τους πλέον θερμούς κυνόφιλους αναδείχθηκε ο συγγραφέας και ποιητής Δημήτριος Κόκκος (1856-1891). Ανέβηκε το 1886 στο σοβαρό βήμα του «Παρνασσού» και απάντησε στους κυνόφοβους βιογραφώντας εμμέτρως τον αγαπημένο του σκύλο, τον οποίο φώναζε Dock![7]

«Ο Σκύλος μου»

Το μακροσκελέστατο, αποτελούμενο από τέσσερα μέρη διαιρεμένα σε 27 εξάστιχα, ποίημα «Ο Σκύλος μου» είναι μία από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές εκφράσεις ζωοφιλίας του 19ου αιώνα στη χώρα μας. Αφηγείται τη ζωή του σκύλου του, αναφέρεται στους γεννήτορές του, στιχουργεί χαριτωμένα για τα νάζια, τις χαρές και την άδολη φιλία και αγάπη του.[8]

Σκίτσο του Θέμου Άννινου που παρουσιάζει τον δημοσιογράφο Ιωάννη Καμπούρογλου με τα θύματά του.

Αναλύει το χαρακτήρα του γράφοντας πως «Μπορεί να μην βουλεύεται, μπορεί και να μην κρίνει / αλλ’ αγαπά, χωρίς κανείς ρουσφέτια να του δίνει». Το τελευταίο εξάστιχο περιέχει όλη τη φιλοσοφία του ποιήματος: «Ο Dock ως θα επείσθητε, είναι λαμπρό σκυλί, / κι ήτο νομίζω άξιος των στίχων μου καθ’ όλα, / και μολονότι τον μισούν, ως είδατε πολλοί / αυτός ποτέ δεν έδωκεν εις τους εχθρούς του φόλα! / αυτός υπήρξε πάντοτε καλός προς όλους φίλος / γιατί δεν είναι άνθρωπος, αλλ’ είναι μόνον σκύλος»![9]

Το «Κυνός Σήμα»

Βεβαίως η φιλοζωία είναι παλαιότατο φαινόμενο. Ωστόσο, η αγάπη προς τα ζώα στα αρχαία χρόνια δεν είχε τη μορφή που πήρε στις ημέρες μας. Ενδεικτικές ίσως του ανώτερου πολιτισμού των κοινωνιών εκείνων ήταν οι αυστηρές ποινές που προέβλεπαν οι νόμοι των ελληνικών πολιτειών των τελευταίων χρόνων προ Χριστού, εναντίον εκείνων που βασάνιζαν τετράποδα πλάσματα. Αλλά και το «Κυνός Σήμα» της Σαλαμίνας, το περίφημο εκείνο μνημείο όπου έθαψε τον προσφιλή του σκύλο ο Ξάνθιππος, δεν ανεγέρθηκε από ματαιοδοξία. Ανεγέρθηκε χάρη στην αγάπη του πατέρα του Περικλή για τον τετράποδο σύντροφό του, ο οποίος πνίγηκε στη θάλασσα. Τέλος, η ατιμωτική αποκήρυξη του αρχαίου αρεοπαγίτου, ο οποίος σκότωσε ένα σπουργίτι που έπεσε προ του Αρείου Πάγου για να γλιτώσει από ένα γεράκι, οφειλόταν στην αγανάκτηση των συναδέλφων του.[10]

Ο πολιτισμένος «κυνοσυλλέκτης» με τη νέα άμαξα, όπως την είδε ο Φωκίων Δημητριάδης.

Όσο για τη νεότερη Ελλάδα, αμέσως μετά την αποκατάσταση του Ελληνικού Βασιλείου σημειώθηκαν οι πρώτες φιλοζωικές κινήσεις, ρομαντικές και ελάχιστες, ίσως, αλλά ελπιδοφόρες για ένα κράτος που γεννιόταν μέσα από τις στάχτες του. Πάντως, η πραγματική ιστορία του φιλοζωικού κινήματος και η προσπάθεια δημιουργίας φιλοζωικής συνείδησης συνδέθηκαν με την ίδρυση της «Εταιρείας προς Προστασίαν των Ζώων». Αποτελούσαν πλέον παρελθόν ο δημοτικός κυνοφύλακας που σκότωνε τα δύστυχα τετράποδα με το ρόπαλό του, ο φριχτός μπόγιας που τα έκαιγε σε ειδικό κλίβανο αλλά και οι φόλες που υπήρξαν κάποτε θεσμοθετημένο μέσον εξόντωσής τους.[11]

Εγκύκλιος της Εκκλησίας

Από τις πιο όμορφες στιγμές της φιλοζωίας στο σύγχρονο ελληνικό κράτος ήταν η προπολεμική εγκύκλιος την οποία εξέδωσε η Εκκλησία της Ελλάδος επισημαίνοντας πως «η τυραννική προς τα ζώα συμπεριφορά και ο βασανισμός αυτών είναι πάντοτε εκδήλωσις κακών ψυχικών διαθέσεων και διεστραμμένου χαρακτήρος απολίτιστων ανθρώπων». Η εγκύκλιος, την οποία υπέγραφε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, παρέθετε αποσπάσματα ιερών κειμένων, εξέφραζε τη στήριξη της Εκκλησίας στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας των Ζώων και παρήγγελλε να ενημερωθούν από άμβωνος οι χριστιανοί για να στηρίξουν το έργο της «Ελληνικής Εταιρείας προς Προστασίαν των Ζώων».[12]

Όταν καθιερωνόταν η ημέρα του εορτασμού στην Ελλάδα, το 1933, τα αρνιά σωριάζονταν ακόμη στα αμπάρια των πλοίων ολόκληρα 24ωρα, το ένα πάνω στο άλλο, χωρίς τροφή ή χώρο για να γονατίσουν και να αναπαυθούν. Οι χωρικοί τριγυρνούσαν ακόμη στην αγορά έχοντας κρεμασμένες τις όρνιθες με το κεφάλι προς τα κάτω, ενώ από τις πλέον αγαπημένες ενασχολήσεις των αγυιόπαιδων, για πολλά χρόνια ακόμη, ήταν να κόβουν τις ουρές σε δυστυχισμένες γάτες και σκύλους. Ο πρώτος εορτασμός ξεκίνησε με μήνυμα του Πρωθυπουργού της χώρας Παναγή Τσαλδάρη που τόνιζε πως «η ύπαρξη των ζώων και η προστασία τους συνδέονται με την ευημερία της ανθρωπότητος». [13]