Ο κινηματογράφος «Παλάς» στο Παγκράτι και ο ιδιοκτήτης του Ματθαίος Πόταγας

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ιδιαίτερα πλούσιο κεφάλαιο στο βιβλίο της Αθηναϊκής συνοικίας Παγκράτι αποτελεί ο κινηματογράφος «Παλάς» που λειτούργησε περίπου έναν αιώνα πριν εκπνεύσει άδικα μαζί με τον τελευταίο διαχειριστή του το 2021. Γεννήθηκε ουσιαστικά όταν γεννιόταν και αναπτυσσόταν η συνοικία, υπό λίαν ευοίωνες συνθήκες και καλύπτοντας τις ανάγκες της, το 1925. Έκλεισε όταν τελείωνε η μεγάλη υγειονομική κρίση και εγκατέλειπε τα εγκόσμια ο Ματθαίος Πόταγας (1928-2021) που τον κράτησε στη ζωή περίπου μία εβδομηκονταετία.

Είναι από τις περιπτώσεις που μία χρήση, ένας κινηματογράφος και ένας άνθρωπος, ο ιδιοκτήτης του, συντρόφευσαν πολλές γενιές προσφέροντας πολιτισμό και βάζοντας τη δική τους ψηφίδα στη νεότερη ιστορία της πόλης. Επειδή συνεχίζονται ο συζητήσεις περί του τρόπου αξιοποίησης του κτιρίου που βρίσκεται σε προνομιακή θέση της περιοχής, εισφέρουμε στη συζήτηση ιστορώντας τη χρήση και τους πρωταγωνιστές της.

Ο κινηματογράφος «Πάλας» (1955).

Το Παγκράτι

Από τη δεκαετία 1920 και εντεύθεν θεωρείτο από τις πλέον προνομιούχες συνοικίες της πόλης των Αθηνών. Οικοδομικός οργασμός και εργασία για τους εργάτες των γύρω προσφυγικών συνοικισμών, τοπικές κοινωνικές συσσωματώσεις και ικανοποιητικές υποδομές καθιστούσαν ελκυστική τη συνοικία. Με ενδιαφέροντες κοινόχρηστους χώρους, σχεδιασμένο ένα ευρύ οδικό δίκτυο, σχολεία και ποικίλα θεάματα και διασκεδάσεις.

Όταν λοιπόν διαμόρφωνε η περιοχή τον χαρακτήρα της αποκτούσε και τον κινηματογράφο της, ένα σημαντικό τοπόσημο ψυχαγωγίας. Τον κινηματογράφο «Παλλάς» με δύο λάμδα στην αρχή και «Παλάς» με ένα λάμδα αργότερα. Όλες οι πηγές συμφωνούν ότι ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1925 με ιδρυτή του τον Ευάνθη Αθανασιάδη[1]. Από τα χέρια του τελευταίου πέρασε στην οικογένεια Πόταγα αφού είχε καθιερωθεί τόσο ως χειμερινός, όσο και ως θερινός κινηματογράφος.

Η λειτουργία

Εξάλλου ο κινηματογράφος είχε ανακατασκευαστεί εκ θεμελίων. Το έργο εικάζεται ότι σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Βασίλη Κασσάνδρα (1904-1973), γεγονός όμως το οποίο δεν παραδίδεται από κάποια επίσημη γραπτή πηγή. Γενιές Παγκρατιωτών γαλουχήθηκαν κινηματογραφικά στο «Παλάς», το οποίο ήταν ιδιαιτέρως προνομιούχο όχι μόνον για την κυρίαρχη θέση του στην περιοχή αλλά και για τις επιλογές του να παρουσιάζει έργα πρώτης προβολής. Τα πρώτα χρόνια λειτούργησε ως ένας από τους συνοικιακούς κινηματογράφους και στηριζόταν από τον τοπικό πληθυσμό.

Με το πέρασμα των ετών αναβαθμίστηκε αισθητά για να φθάσει στο απόγειο της δόξας του τις δεκαετίες 1950 – ’60. Όλοι όσοι έχουν γράψει για την περιοχή δεν παραλείπουν να εξάρουν τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην ψυχαγωγία. Λεπτομέρειες περί της εξέλιξης του κινηματογράφου παραδίδει ο Δημήτρης Φύσσας στο θεμελιώδες έργο του «Τα Σινεμά της Αθήνας 1896-2013», παραθέτοντας και μακρά σειρά έργων που προβλήθηκαν στις οθόνες του «Παλάς»[2].

Η «ψυχή» του «Παλάς»

Ποιος ήταν όμως πράγματι ο Ματθαίος Πόταγας; Η επαγγελματική του συνέπεια, ο έρωτάς του για τον κινηματογράφο εν γένει και το ιδιόκτητο «Παλάς» ιδιαιτέρως, καθώς και η εμμονή του στη συνέχιση της παράδοσης μέχρι αυτοθυσίας έχουν προκαλέσει πλήθος αφιερωμάτων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Ωστόσο αναφέρονται πολλά και ανυπόστατα γενικότερα για την οικογένεια Πόταγα, γεγονός το οποίο οφείλεται και στη στάση του τελευταίου ιδιοκτήτη του κινηματογράφου.

Νουνεχής και προσεκτικός διέψευσε μεν τις διάφορες φημολογίες, ακόμη και δημοσιεύματα εφημερίδων, απέφυγε όμως να αναφερθεί επί της ουσίας στα γεγονότα. Ο λόγος ήταν ότι είχαν περάσει πολλές δεκαετίες και το περιβάλλον ήταν αρνητικό για να αναφερθεί περισσότερο στην οικογένειά του που ήταν συντηρητικών αρχών. Ο πατέρας του Ματθαίου ήταν γνωστός για τα φιλοβασιλικά του αισθήματα και συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του αστικού χαρακτήρα του Παγκρατίου.

Ματθαίος Πόταγας (1928-2021).

Οργάνωση «Χ»

Σύμφωνα με μαρτυρία των εξαδέλφων του, οι οποίοι ενεπλάκησαν στη διαφυγή του Νικηφόρου Μανδηλαρά που κατέληξε στον θάνατό του, ο Ματθαίος Πόταγας ήταν εθνικιστής και κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε στρατευθεί στις τάξεις της πανίσχυρης στο Παγκράτι Οργάνωσης «Χ». Καταγραφόταν ως πρόσωπο «εθνικών φρονημάτων» και υπήρξε εξ εκείνων που υποστήριζαν τους δεξιούς σχηματισμούς τις μεταπολεμικές δεκαετίες[3].

Πράγματι συνελήφθη από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε στις φυλακές της οδού Βουλιαγμένης όχι όμως και στη Γερμανία λόγω της νεαρής ηλικίας του. Η παρουσία του γενικότερα στην περιοχή του Παγκρατίου είχε ιδιαίτερη βαρύτητα και η άποψή του ήταν σεβαστή μέχρι και τη δεκαετία 1980 που παρέμενε ενεργός.

«Το σπίτι της ηδονής»

Για χάρη του κινηματογράφου είχε αντιμετωπίσει πολλές περιπέτειες και ταλαιπωρίες. Όπως συνέβη το 1962, όταν του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός μηνός διότι προβλήθηκε στον κινηματογράφο του το έργο «Το σπίτι της ηδονής» ή «Ο αλήτης του λιμανιού» (παραγωγής 1961) χωρίς να έχουν περικοπεί οι σκηνές που είχε απαγορεύσει η Λογοκρισία («Επιτροπή Ελέγχου Ταινιών»)[4]. Ήταν μία παραγωγή της «Κούρος Φιλμ» με πρωταγωνιστές τον Νίκο Ξανθόπουλο, τη Βούλα Αβραμίδου, τον Γιάννη Αργύρη, τη Ρίκα Διαλυνά κ.ά.

Άδικα προσπαθούσε ο Μ. Πόταγας να πείσει ότι η ταινία προβλήθηκε όπως παραλήφθηκε από την εταιρεία εκμετάλλευσης και οι αιθουσάρχες ουδέποτε έλεγχαν το περιεχόμενό τους. Ούτε γνώριζαν ποιες ήταν οι απαγορευμένες σκηνές. Εν πάση περιπτώσει έβαλε τον χειριστή της μηχανής προβολής σε συνεργασία με αστυνομικό όργανο να αφαιρέσουν τις απαγορευμένες σκηνές. Λόγω απειρίας όμως έκοψαν και άλλες σκηνές με αποτέλεσμα η ταινία να χάσει το νόημά της. Οπότε δεν έφθανε ο μήνας φυλάκισης που είχε ήδη τιμωρηθεί, εμφανίστηκε και η εταιρεία εκμετάλλευσης ζητώντας αποζημίωση για τη ζημιά που είχε επέλθει!

Εξώφυλλο προγράμματος του Κινηματογράφου «Πάλας». Από τις συλλογές του «Συλλόγου των Αθηναίων».

Δίκη με «Βραδυνή»

Ο Μ. Πόταγας είχε διατελέσει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελληνίου Ενώσεως Κινηματογραφιστών και της Λέσχης Αγωνιστών Εθνικής Αντιστάσεως Ανωτάτων Σχολών και είχε γράψει μελέτες περί των κινηματογραφικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Με αυτές τις ιδιότητες ήταν υποψήφιος στη «Συμβουλευτική Επιτροπή» της επταετίας το 1970. Τότε ενεπλάκη και σε δίκη με τον εκδότη και διευθυντή της εφημερίδας «Βραδυνή» Γεώργιο (Τζώρτζη) Αθανασιάδη (1912-1983) και τον διευθυντή σύνταξης της ίδιας εφημερίδος Μπάμπη Κλάρα (1910-1986), αδελφό του Θανάση Κλάρα (Άρη Βελουχιώτη)!

Η εφημερίδα αντιδρώντας στη «Συμβουλευτική» και στις διαδικασίες επιλογής των μελών της, τις παρομοίασε με τις διαδικασίες που τηρούνταν στα Καλλιστεία! Μεταξύ άλλων έγραφε χαρακτηριστικά ότι «ενώ οι τρεις πρώται καλλοναί λαμβάνουν εφ’ άπαξ διάφορα δώρα διά την επιτυχίαν των, τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής λαμβάνουν έκαστος μηνιαίως βασικόν επίδομα 25.000 δραχμών περίπου»[5]. Από τις εκατοντάδες υποψηφίους εκείνος που εθίγη ήταν ο Ματθαίος Πόταγας. Έστειλε επιστολή στην εφημερίδα και επειδή δεν δημοσιεύτηκε -όπως προέβλεπε ο νόμος- κατέθεσε μήνυση και η υπόθεση εκδικάστηκε τον Μάρτιο 1972.

Η δίκη στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού την εφημερίδα έσπευσαν να υπερασπιστούν προσωπικότητες όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Σόλων Γκίκας. Εντέλει το δικαστήριο δέχθηκε ότι το άρθρο δεν ήταν ανακριβές και επομένως οι κατηγορούμενοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να δημοσιεύσουν την επιστολή του μηνυτή και υποψηφίου στη συμβουλευτική.

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία» 1 Ιουνίου 2024.

Συμπληρωμένη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 14 Απριλίου 2024.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Οι τζαμπατζήδες (λαθροθεατές) έχουν την δική τους ιστορία

ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ (1923-1940)

Μεταβείτε στο άρθρο: Οι τζαμπατζήδες (λαθροθεατές) έχουν την δική τους ιστορία

Στα θερινά τα σινεμά, μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά…!

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Στα θερινά τα σινεμά, μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά…!

Από την Εσμέ Χανούμ στη γέννηση του Κινηματοθεάτρου «ΑΤΤΙΚΟΝ»

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Μεταβείτε στο άρθρο: Από την Εσμέ Χανούμ στη γέννηση του Κινηματοθεάτρου «ΑΤΤΙΚΟΝ»