Ο σεμνός ηθοποιός Δήμος Σταρένιος που μεγαλούργησε στον ρόλο του καταδότη

Η καλλιτεχνική του πορεία και το τελευταίο παράπονό του

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Συνέδεσε την καλλιτεχνική πορεία του με τον απεχθή ρόλο του συνεργάτη των Γερμανών ή του «γέρο-Λαδά» στην ταινία «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Ζιλ Ντασέν. Ωστόσο, επρόκειτο περί ενός συμπαθούς και σεμνού ανθρώπου και άρτιου ηθοποιού του θεάτρου, που ερμήνευσε λαμπρούς ρόλους στη διάρκεια της καριέρας του, η οποία διήρκεσε μία ολόκληρη τεσσαρακονταετία. Ο Δημοσθένης (Δήμος) Σταρένιος έμεινε πιο γνωστός σε ρόλους κακού, υποκρινόμενος τον τσιγγούνη, τον τοκογλύφο, τον συνεργάτη των δυνατών, καταφέρνοντας να δώσει σε κάθε έναν από τους χαρακτήρες τα κύρια σημάδια της προσωπικότητάς του. Κινήθηκε με επιτυχία τόσο στο δράμα όσο και στην κωμωδία.

Υπήρξε ένας από τους σημαντικούς καρατερίστες της γενιάς του και ερμήνευσε με ιδιαίτερη επιτυχία πολλούς χαρακτηριστικούς ρόλους τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Ανέπτυξε υποκριτική κλίμακα που ανταποκρινόταν στην ερμηνεία ρόλων δειλών ανθρωπάκων αλλά και πανούργων ή ραδιούργων τύπων. Γεννημένος στο Κάιρο το 1909, ήλθε στην Αθήνα, με παρότρυνση του Αιμίλιου Βεάκη για να σπουδάσει θέατρο. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ως εξαιρετικό ταλέντο και οι πρώτες του εμφανίσεις στο θέατρο σημειώθηκαν το 1929 με τον Καλλιτεχνικό Όμιλο του Βεάκη.

Η πρώτη επαγγελματική εμφάνισή του ήταν το 1933 στο έργο του Μπερνστάϊν «Ευτυχία», με τον θίασο Αλίκης – Κ. Μουσούρη στο θερινό θέατρο «Αλίκη» της οδού Ιουλιανού (αργότερα κινηματογράφος «Άτλας»). Μέχρι τον πόλεμο ερμήνευσε δεκάδες ρόλους και εμφανίστηκε σε έργα σημαντικών Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, αλλά και σε επιθεωρήσεις, όπως «Η κοσμική» των Μ. Ρηγόπουλου – Λ. Μαρτίνο (1936), το «Παρίσι -Αθήνα» των Δ. Ευαγγελίδη – Α. Σακελλάριου (1937) κ.ά. Η πρώτη κινηματογραφική παρουσία του σημειώνεται στο έργο «Η Μάγια η Τσιγγάνα» του Γ. Χριστοδούλου, το 1943. Ήταν μία από τις καλύτερες χρονιές της καριέρας του, αφού απέσπασε διθυραμβικές κριτικές στο ουγγαρέζικο έργο «Δαλιδά» που ανέβασε ο θίασος «Κατερίνας» τον Αύγουστο 1943.

Επίσης, τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς συμμετείχε στο έργο «Το σχολείο των γυναικών» του Μολιέρου, το οποίο ανέβηκε από τον Ελεύθερο Καλλιτεχνικό Οργανισμό στο θέατρο «Βρεταννία» (Ανδρεάδη), με πρωταγωνιστές την Κατερίνα και τον Βεάκη. Τέλος, την ίδια χρονιά, συμμετείχε στη μουσική κωμωδία «Ένα τραγούδι, μια ζωή» που ανέβηκε στο θερινό θέατρο της Κατερίνας Ανδρεάδη με πρωταγωνιστές τους σημαντικότερους καλλιτέχνες, όπως οι Αντώνης Γιαννίδης, Ροζαλία Νίκα, Μάνος Κατράκης κ.ά.

Μετά τον πόλεμο συγκρότησε θίασο με τον Τίτο Βανδή και δικό του θίασο το 1951. Συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους σκηνοθέτες και σχεδόν με όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές. Στην τηλεόραση εμφανίζεται το 1973 με την τηλεοπτική σειρά «Χωρίς Ανάσα» του Κουτσομύτη και στη συνέχεια με δύο εκπληκτικές ερμηνείες στις σειρές «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (γέρο-Λαδάς) και «Γιούγκερμαν» (στρατηγός Αρκάνωφ). Η τελευταία θεατρική εμφάνισή του ήταν το 1976 με τον θίασο Δημ. Χορν στο έργο του Πίτερ Μπαρνς «Ο δικός μας».

Η διεθνής καριέρα και τα ύστερα χρόνια του

Εκατοντάδες ρόλους ερμήνευσε κατά τη διάρκεια των περίπου τεσσάρων δεκαετιών που εργάσθηκε ως ηθοποιός. Έκανε όμως και διεθνή καριέρα με το «Αμέρικα – Αμέρικα» του Ηλία Καζάν (1963) και το «Λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη (1975), δίπλα στον Μισέλ Πικολί. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταλαιπωρήθηκε από βαριά αγγειοπάθεια. Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο τον απομάκρυνε από τη σκηνή. Ιδιώτευσε παραπονούμενος συχνά ότι ήταν ξεχασμένος. Απολάμβανε όμως τη βόλτα του μέχρι τη Στοά Χαριλάου Τρικούπη και Πανεπιστημίου, σ’ ένα αρωματοπωλείο, όπου έπινε καφεδάκι με φίλους του. Ο Δ. Σταρένιος νυμφεύθηκε την καταγόμενη από τη Βάρνα ηθοποιό Νίνα Βαρβέρη (1910-1984), με την οποία συνεργάστηκε σε διάφορους θιάσους. Έφυγε από τη ζωή στις 23 Οκτωβρίου 1983.