Οι Σουηδοί που «υιοθέτησαν» την κατοχική Ελλάδα

Η σημαντική ανθρωπιστική βοήθεια των διπλωματών

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Η τελετή μετονομασίας σε οδό Σουηδίας στη γωνία του Μαρασλείου. Σε πρώτο πλάνο ο Δήμαρχος Αριστείδης Σκληρός.

Ο απόηχος της εθνικής γιορτής μάς δίνει την ευκαιρία να αναφερθούμε σε ένα φαινόμενο που δεν έχει ακόμη απασχολήσει –όσο θα έπρεπε– τους ιστορικούς. Πρόκειται για το πλήθος των μετονομασιών κεντρικών και μη δρόμων της πρωτεύουσας μετά την απελευθέρωσή της από τους Γερμανούς.

Η χώρα και η πρωτεύουσά της έβγαιναν ρημαγμένες, λεηλατημένες και κατεστραμμένες από τη μεγάλη περιπέτεια. Οι διπλωματικές υπηρεσίες είχαν ατονήσει, η εθιμοτυπία λειτουργούσε στοιχειωδώς, κονδύλια για δημόσιες σχέσεις δεν υπήρχαν για να διατεθούν, ενώ η εμφύλια διαμάχη που είχε ήδη ξεσπάσει δημιουργούσε ακόμη περισσότερο δυσμενές περιβάλλον.

Η οδός Σουηδίας

Ωστόσο, οι Έλληνες, επιδεικνύοντας το πατροπαράδοτο φιλότιμό τους αισθάνονταν την υποχρέωση να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους σε εκείνες τις δυνάμεις και τα πρόσωπα που τους είχαν συμπαρασταθεί στη διάρκεια της μεγάλης κατοχικής περιπέτειας. Έτσι, αποφάσισαν να μετονομάσουν δρόμους για να τους τιμήσουν ή να επιδαψιλεύσουν υπηρεσίες σε μεγάλες προσωπικότητες προσδοκώντας την ευνοϊκή τοποθέτησή τους στα μεταπολεμικά δρώμενα.

Ενέργεια τιμητικού χαρακτήρα χωρίς κόστος. Μία από τις τελευταίες περιπτώσεις ήταν και η ατυχής προσπάθεια μετονομασίας της οδού Σταδίου σε οδό Ουίνστων Τσώρτσιλ. Περισσότερο επιτυχημένη για τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους ήταν η μετονομασία ενός τμήματος της οδού Σπευσίππου στο Κολωνάκι σε οδό Σουηδίας. Ο σημερινός διαβάτης δεν φαντάζεται πως αυτή η ονομασία σχετίζεται με την προσπάθεια επισιτισμού του ελληνικού πληθυσμού κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Σουηδοί φιλέλληνες

Η ονομασία αυτής της οδού εκπροσωπεί ένα σύγχρονο φιλελληνικό κίνημα το οποίο ξέσπασε στη Σουηδία στα χρόνια της Ελληνικής κατοχής. Πολλοί ήταν εκείνοι που έσπευσαν να βοηθήσουν τον χειμαζόμενο ελληνικό πληθυσμό, ενώ και επισήμως –μέσω της πρεσβείας– η Σουηδία είχε «υιοθετήσει» τη χώρα μας. Οι αδίστακτοι Γερμανοί κατακτητές άρπαζαν ακόμη και τη βοήθεια που έστελνε στην Ελλάδα ο Σουηδικός Ερυθρός Σταυρός, οδηγώντας στον λιμό που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1941 και πήρε τρομακτικές διαστάσεις τον χειμώνα. Για την αντιμετώπισή του το 1942 σχηματίσθηκε η Επιτροπή Διαχειρίσεως Βοηθημάτων Ελλάδος, επικεφαλής της οποίας υπήρξαν δύο διακεκριμένοι άνδρες.

Ο Σουηδός διπλωμάτης Πoλ Μoν.

Ο Σουηδός διπλωμάτης Πολ Μον, ο οποίος παρέμεινε στην Ελλάδα ένα επτάμηνο (Σεπτέμβριος 1942-Μάρτιος 1943) και ο συμπατριώτης του αρχιδικαστής Εμίλ Σάντστρομ που παρέμεινε στη χώρα μας μέχρι το τέλος της περιπέτειας (Μάρτιος 1945) και υπήρξε η «ψυχή» της προσπάθειας. Σουηδοί ήταν και οι συνεργάτες τους. Στους τελευταίους ανήκαν οι Νίλσον και ο λοχαγός Ν. Νόρντεστρομ που έπεσαν στο καθήκον. Ο πρώτος στη Μυτιλήνη από βομβαρδισμό και ο δεύτερος στον ποταμό Σπερχειό κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης μεταφοράς τροφίμων. Πασίγνωστός δε για τις μαρτυρίες του υπήρξε και ο συμπατριώτης τους καθηγητής Στούρε Λιννέρ (1917-2010), ο οποίος έφυγε από τη ζωή πέρυσι παραμένοντας μέχρι τέλους θερμός φιλέλληνας. Η μαρτυρία και οι περιγραφές του για τη σφαγή στο Δίστομο συγκλονίζουν.

Εμίλ Σάντστρομ

Ποιος ήταν όμως ο Εμίλ Σάνστρομ (1886-1962) που πρωταγωνίστησε σε εκείνη την προσπάθεια και το μέγεθος της προσφοράς του δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί; Εξάλλου το όνομά του δεν περιλήφθηκε στα εγκυκλοπαιδικά λεξικά μας. Εργάστηκε ως δικαστής στα Μικτά Δικαστήρια της Αιγύπτου (1918-1926) και Πρόεδρος της Επιτροπής των Αγγλογερμανικών Συναλλαγών στο Λονδίνο (1926-1929). Το 1942 ανέλαβε αντιπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για τον πληθυσμό που λιμοκτονούσε. Διαχειρίσθηκε το ζήτημα με λεπτότητα απέναντι στους άρπαγες κατακτητές, υπήρξε ο κινητήριος μοχλός για την εξασφάλιση διακίνησης και διανομής των τροφίμων, διοργάνωσε συσσίτια και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα παιδιά.

O Έμιλ Σάντστρομ (1886-1962).

Μέλος του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού και αντιπρόεδρός του από το 1944 μέχρι το 1948, διαδέχθηκε στην προεδρία τον Κόμητα Μπερναντόττε που δολοφονήθηκε στην Παλαιστίνη. Διετέλεσε Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα το 1943 και στην Παλαιστίνη το 1947. Συμμετείχε στη Δικαστική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών και ήταν μέλος του Δικαστηρίου της Χάγης. Διετέλεσε Πρόεδρος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου (1950-1959). Υπήρξε τέλος ο πρωτεργάτης της κίνησης για τον επαναπατρισμό των εκατοντάδων Ελληνόπουλων από τις βαλκανικές χώρες όπου είχαν μετακινηθεί βίαια από τους αντάρτες κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.

Η μετονομασία

Τρόφιμα, φάρμακα, ρούχα και κάθε είδος πρώτης ανάγκης έφθαναν με Σουηδικά πλοία από κάθε γωνιά της γης για να μοιραστούν σε όλη την Ελλάδα. Κολοσσιαία προσπάθεια στην οποία συμμετείχαν 1.300 εργαζόμενοι, ενώ το κεντρικό επιτελείο στεγαζόταν στο Μαράσλειο. Ενδεικτικά αναφέρεται πως παραλήφθηκαν και διανεμήθηκαν περίπου 700.000 τόνοι τροφίμων και περισσότεροι από 3.000 τόνοι ρούχων και υποδημάτων. Αυτή την προσπάθεια επιβράβευε τον Οκτώβριο 1945 η Δημοτική Αρχή της Απελευθέρωσης μετονομάζοντας τμήμα της οδού Σπευσίππου σε Σουηδίας.

Δεν απέφυγε ωστόσο, γενικότερα στο ζήτημα των μετονομασιών δρόμων τις υπερβολές, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αναστάτωση στις ταχυδρομικές υπηρεσίες, στις κτηματικές συναλλαγές, στα υποθηκοφυλακεία και γενικότερα στη λειτουργία της πόλης. Τότε μετονομάσθηκε η οδός Πανεπιστημίου σε Ελευθερίου Βενιζέλου, ονομασία που δεν υιοθέτησε το κοινό αίσθημα, όπως εξάλλου συνέβη και σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις στις οποίες επίκαιρες και εφήμερες σκοπιμότητες επικράτησαν της λογικής.