Όταν μια μασέλα έγινε αιτία για έκδοση διαζυγίου στην Αθήνα!

Πειραιώτισσα νύφη με λαμπερό χαμόγελο, ανύποπτος σύζυγος και κερδισμένος γιατρός

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Η λέξη «οδοντοστοιχία» άρχισε να χρησιμοποιείται στην Ελλάδα μόλις στις αρχές της δεκαετίας 1890, ενώ πιο φιλική στα λαϊκά στρώματα υπήρξε η ιταλικής καταγωγής λέξη μασέλα. Μια τέτοια μασέλα έμελλε να πρωταγωνιστήσει στον χωρισμό γνωστού ζευγαριού, το 1906. Ο Γεώργιος Πωπ, ο οποίος φιλοξένησε την περιπέτεια της εν λόγω μασέλας στην εφημερίδα του, απέφυγε να μας παραδώσει ονόματα και επώνυμα, τονίζοντας ότι οι πρωταγωνιστές ανήκαν στην πλουτοκρατική τάξη των Αθηνών και του Πειραιώς.[1]

Άποψη της πόλης των Αθηνών, πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.

Μια νεαρά Πειραιώτισσα, η οποία δεν διακρινόταν για τα κάλλη της αλλά στήριζε την καλλονή της στην πανέμορφη οδοντοστοιχία της, παντρεύτηκε γνωστό έμπορο της πρωτεύουσας. Είχε πατημένα τα 32 η νύφη, ηλικία οπωσδήποτε ώριμη για την εποχή εκείνη. Αφού πέρασαν ο πρώτος καιρός και οι τρυφεροί έρωτες, η νύφη ανησυχούσε ότι μπορούσε να αποκαλυφθεί το μυστικό της, το οποίο σχετιζόταν με τα όμορφα δόντια και το λαμπερό χαμόγελό της. Τα δόντια της ήταν ψεύτικα, δηλαδή φορούσε μασέλα! Τη φορούσε συνέχεια και κοιμόταν μ’ αυτήν προκειμένου να μην καταλάβει τίποτε ο σύζυγός της.

Μόλις έφευγε εκείνος, έτρεχε να τη βγάλει και να την καθαρίσει. Αυτό γινόταν επί έξι ολόκληρους μήνες. Αλλά τα απατηλά πράγματα έχουν και απατηλό τέλος. Έτσι, κάπου στις αρχές Δεκεμβρίου 1906 συνέβη το κακό. Η κυρία άφησε τα δόντια της πάνω στο λαγηνόμπρικο, μεταλλικό δοχείο και είδος κανατιού για την τοποθέτηση υγρών. Η υπηρέτρια, χωρίς να το γνωρίζει, έκανε θρύψαλα τα δόντια της κυρίας. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζουν οι απίστευτες σκηνές, οι οποίες θα μπορούσαν ακόμη και σενάριο θεατρικού έργου να αποτελέσουν.

Έτρεξε αμέσως η δύστυχη ν’ ανέβει στην Αθήνα για να συναντήσει τον οδοντογιατρό της: «Το και το! Γιατρέ μου, σώσε με, θέλω μέχρι το μεσημέρι ένα ζευγάρι μασέλες, αλλιώς θα χωρίσω από τον άντρα μου». Οδυρόμενη η χριστιανή και ατυχής κουτσοδόντα, γονυπετής σχεδόν μπροστά στο γιατρό απηύθυνε την ύστατη έκκληση. Τι να κάνει κι εκείνος; Έδιωξε όλους τους πελάτες του και άρχισε το φτιάξιμο της μασέλας. Διότι τότε δεν υπήρχαν ακόμη οι οργανωμένοι οδοντοτεχνίτες και οι περισσότεροι κυριολεκτικώς… έψηναν τις μασέλες σε δικά τους φουρνάκια.

Οι μασέλες κατασκευάζονταν από συνθετική πλαστική ύλη και ήθελαν τον χρόνο τους. Η ώρα περνούσε και τα δόντια δεν έλεγαν να ψηθούν. Αλλά εκείνη έπρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της. Πες από δω, πες από κει, έπεισε το γιατρό να της τοποθετήσει τη μασέλα κι ας ήταν ακόμη φουσκωμένη. Ξεκίνησαν λοιπόν για να κατέβουν στον Πειραιά με τον ηλεκτρικό, η παθούσα και κοντά ο γιατρός με τα χέρια του χωμένα στο στόμα της πελάτισσας για να στερεώνει τα δόντια της. Εξάλλου, η πρόσθετη αμοιβή που του είχε υποσχεθεί και η φιλοτιμία του αρκούσαν για να κάνει και μερικές θυσίες.

Ηλεκτρικός συρμός κατευθυνόμενος προς Αθήνα (στο ύψος του Θησείου)

Απίστευτο επεισόδιο στο βαγόνι του ηλεκτρικού

Για κακή τους τύχη στον ηλεκτρικό, στο ίδιο βαγόνι, βρέθηκε και ο σύζυγος της παθούσης. Βλέποντας εκείνον σκυμμένο στο στόμα της και εκείνη απαθή να δέχεται τις υπηρεσίες του, θεώρησε ότι τον απατούσε. Μαινόμενος και αλλόφρων ξυλοφόρτωσε τον οδοντίατρο και σκαμπίλισε τη γυναίκα του. Η μασέλα έπεσε και έγινε χίλια κομμάτια. Προσπάθησε να του εξηγήσει αλλά εκείνος δεν την ήθελε πια και χωρίς δόντια μάλιστα. Η συνέχεια δόθηκε στα δικαστήρια, όπου συζητήθηκε η υπόθεση διαζυγίου. Η πρώτη στην Ελλάδα που είχε ως αντικείμενο τη μασέλα μιας γυναίκας.

Η νομική επιστήμη και το οικογενειακό δίκαιο δεν είχαν αντιμετωπίσει κάτι παρόμοιο έως τότε. Ο μόνος που βγήκε κερδισμένος εν τέλει από την υπόθεση αυτή ήταν ο οδοντίατρος, ο οποίος κατασκεύασε και τρίτη μασέλα στη ζωντοχήρα πλέον Πειραιώτισσα!