Όταν τ’ Αϊ Γιάννη (Κλήδονα) άναβαν φωτιές στις γειτονιές

Το αμίλητο νερό, τα λαϊκά δίστιχα και οι πόθοι των κοριτσιών

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

 

Ο τρόπος με τον οποίο εορταζόταν στις γειτονιές ο Αϊ-Γιάννης ο Λαμπαδάρης τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα είχε τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όλα τα παλιοβάρελα και τα άχρηστα κοφίνια ρίχνονταν στην πυρά. Οι φλόγες που αναδύονταν φώτιζαν τους δρόμους των συνοικιών και τα πρόσωπα των αγιόπαιδων συναγωνίζονταν ποιο θα υπερπηδήσει πρώτο τις φλόγες. Αλλά το κύριο χαρακτηριστικό του Κλήδονα δεν ήταν οι φωτιές. Ήταν το «αμίλητο νερό» και τα «ροιζικάρια». Αυτά συγκέντρωναν τους πόθους και τις ελπίδες των κοριτσιών που εξακολουθούσαν να μένουν πιστά στα ήθη και στα έθιμα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα,  όλοι οι δρόμοι φωτίζονταν από τις φωτιές του Αϊ Γιαννιού. Αντηχούσαν οι παιδικές φωνές που γιόρταζαν την παραμονή (23 Ιουνίου) της γιορτής του λαϊκού Αγίου. Στις πόρτες των σπιτιών, γριούλες και κορίτσια, συζητούσαν για τις λεπτομέρειες του Κλήδονα, ο οποίος θα τους φανέρωνε τον ποθητό σύζυγο και την τύχη τους, το μέλλον! Το νερό των πηγαδιών, απαραίτητο στοιχείο του Κλήδονα, είχε μεγάλη ζήτηση, καθώς και η ρίγανη, το «μαγικό φυτό» του Αϊ Γιάννη.

Ο Κλήδονας λειτουργούσε ως προσφιλές σύγχρονο μαντείο. Αφελείς και πολλές φορές ακατανόητοι και γραφικοί στίχοι έδιναν τους χρησμούς τους. Μέσα σε δοχείο νερού τοποθετούσαν διάφορα αντικείμενα, ακόμη και μικρά κοσμήματα. Το δοχείο κλειδωνόταν, όχι από φόβο μήπως κλαπούν τα κοσμήματα, αλλά ίσως διότι πίστευαν πως η λέξη «Κλήδονας» παράγεται από το κλειδώνω. Ως γνωστόν, πρόκειται για παμπάλαια λέξη που σημαίνει μαντεία ή εκλαμβάνεται ως οιωνός εκ του ομηρικού «μαντική δε καθέστηκεν αυτόθι από κληδόνων».

Το κλείδωμα του δοχείου γινόταν την προηγουμένη της γιορτής. Την επομένη ξεκλειδωνόταν στην αυλή του σπιτιού και κάτω από την κληματαριά. Το περιεχόμενο έβγαινε από το δοχείο και κάθε αντικείμενο συνοδευόταν από το απαραίτητο δίστιχο. Χαρές και όνειρα έπαιρναν ζωή, όταν το δίστιχο προσαρμοζόταν καταλλήλως στους πόθους του κάθε κοριτσιού. Ακολουθούσαν κωμικά δίστιχα, με προφητικούς στίχους. Δίστιχα δημοσιεύονταν και στον Τύπο, αναφερόμενα στην πολιτική επικαιρότητα. Σε ιδιωτικά αρχεία επιφανών προσώπων σώζονται τέτοια όμορφα δίστιχα που σχολιάζουν γνωστές φυσιογνωμίες.

Ένα δαχτυλίδι, ένα κλειδί, ένα κόσμημα. Η ελαφρότητα των στίχων ήταν τέτοια ώστε έμεινε στο στόμα του λαού η συνήθεια να λέει πως «αυτά τα λέν στον Κλήδονα». Πρόσωπα χαμογελαστά, αστειότητες να διαδέχονται η μία την άλλη εις βάρος εκείνων που… έδειχναν τα δίστιχα και η γιορτή έκλεινε πανηγυρικώς. Αυτό ήταν το πρώτο μέρος της γιορτής. Διότι το δεύτερο ήταν το «αμίλητο νερό». Το κορίτσι γέμιζε το στόμα του με νερό και έβγαινε στην πόρτα ή στο παράθυρο για να ακούσει το όνομα εκείνου που θα γινόταν ο σύντροφος της ζωής του. Δηλαδή εν ολίγοις για να ακούσει την «τύχη» του. Μπορεί να άκουγε κάποιο ποιητικό όνομα που θα ικανοποιούσε τη ρομαντική διάθεση του κοριτσιού αλλά δεν αποκλειόταν να ακούσει να φωνάζουν και κάποιον γαϊδαράκο από εκείνους που αφθονούσαν στις γειτονιές.

Αλίκη Βουγιουκλάκη – Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Στις φωτιές του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα. Σκηνή από την κινηματογραφική ταινία «Μανταλένα» (1960).

Έσβησαν οι φλόγες και έμειναν μόνο το φολκλόρ

Όλα αυτά μπορεί να φαντάζουν αφελή εκείνα τα χρόνια. Ωστόσο τροφοδοτούσαν τις ανθρώπινες ψυχές με άδολες χαρές, κέφι, ζωντάνια και όνειρα, τα οποία πήρε μαζί της η πρόοδος και οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές. Έσβησαν οι φωτιές του Αϊ-Γιάννη, στέρεψε το αμίλητο νερό και δεν φθάνει πλέον στα χείλη των κοριτσιών. Το διαδίκτυο και οι σύγχρονες τεχνολογίες ενημερώνουν πλέον τα κορίτσια για τους θαυμαστές τους, οπότε κατέστησαν περιττές οι πληροφορίες από τον Κλήδονα. Ο τελευταίος έφθινε σταδιακά από τα τελευταία ακόμη προπολεμικά χρόνια. Ελάχιστοι έχουν απομείνει πλέον να τον γιορτάζουν. Κυρίως σύλλογοι στις δυτικές συνοικίες των Αθηνών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τη γιορτή με φολκλορικό χαρακτήρα.