Ποια ήταν η «Ανθισμένη Μυγδαλιά» του τραγουδιού

Ο δημιουργός Γεώργιος Δροσίνης και η εξαδέλφη του

Γραφεί ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

«Εκούνησε την ανθισμένη μυγδαλιά / με τα χεράκια της / κι εγέμισε από άνθη, η αγκαλιά / και τα μαλλάκια της» μας λέει το πρώτο τετράστιχο του πασίγνωστου τραγουδιού. Το οποίο όμως κρύβει μια πλούσια και συγκινητική ιστορία, η οποία δεν είναι γνωστή στο ευρύ κοινό και σε όλες τις λεπτομέρειές της. Και στην περίπτωση αυτή η προχειρογραφία και οι αστικοί μύθοι κάλυψαν την αλήθεια. Παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς οι πρωταγωνιστές, δηλαδή ο ποιητής και η μούσα του, φρόντισαν να παραδώσουν τα πραγματικά στοιχεία στην αιωνιότητα.

Άλλοι υποστήριζαν πως κάποια Μαρίνα Πλακιώτισσα ήταν εκείνη που «εκούνησε την ανθισμένη μυγδαλιά / με τα χεράκια της / κι εγέμισε από άνθη, η αγκαλιά / και τα μαλλάκια της». Μερικοί πως ήταν μαζί της ερωτευμένος ο ποιητής, ενώ μέχρι θεατρικό έργο ανέβηκε το 1958 και γυρίστηκε ταινία, σε σενάριο του Δημήτρη Γιαννουκάκη και στηριγμένο στους ίδιους αστικούς μύθους. Ωστόσο και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές σε κείμενα που μας παρέδωσαν εξιστορούν με διαφορετικό τρόπο και λεπτομέρειες την ιστορία τους. Ο μεν Γεώργιος Δροσίνης με δύο συνεντεύξεις του, η δε «Ανθισμένη Μυγδαλιά» με ένα λαλίστατο κείμενο το οποίο δημοσιεύθηκε μετά τον θάνατό της[1].

 

Κλαδί αμυγδαλιάς. Σκίτσο Κώστα Δημητριάδη. Από τις συλλογές του Συλλόγου των Αθηναίων.

 

Μυγδαλιά ή νεραντζιά;

Η ιστορία μας εξελίσσεται προς τα τέλη της δεκαετίας 1870 και στην οδό Πεσμαζόγλου των Αθηνών, εκεί όπου αργότερα υψώθηκε το Μέγαρο της Ιονικής Τραπέζης, απέναντι από το Αρσάκειο. Ήταν το σπίτι που κατοικούσε ο ποιητής, ο οποίος τότε υπηρετούσε τη θητεία του στο Μηχανικό, και είχε μια πανέμορφη αυλή. Παρακολουθούσε από το παράθυρό του δύο κορίτσια να παιχνιδίζουν. Ήταν η αδελφή του Κάκια και η ζωηρή Αρσακειάδα εξαδέλφη του Δροσίνα Δροσίνη, η μικρότερη κόρη του Δημήτριου Δροσίνη, αδελφού του πατέρα του. Τους επισκεπτόταν συχνά και περνούσαν ωραία συντροφιά. Τα δύο κορίτσια έπαιζαν στην αυλή, όπου διαδραματίστηκε η σκηνή την οποία απαθανάτισε ο ποιητής.

Ο Γεώργιος Δροσίνης σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ιστοριογράφο Γεώργιο Ρούσσο αποκάλυψε αφενός ότι πράγματι επρόκειτο περί της εξαδέλφης του και αφετέρου ότι το δένδρο δεν ήταν αμυγδαλιά αλλά μία νεραντζιά του κήπου τους[2]! Δήλωνε ότι ποιητική αδεία η νεραντζιά «άλλαξε κοστούμι και παρουσιάσθηκε μυγδαλιά»! Σε άλλη όμως συνέντευξη του δήλωνε ότι επρόκειτο περί αμυγδαλιάς. Όσο για την Δροσίνα παρέδωσε στην αιωνιότητα τη δική της εκδοχή. Ό,τι ήταν χριστουγεννιάτικες ημέρες όταν επισκέφθηκε τα εξαδέλφια της και ότι βρέθηκε ανάμεσα σε δύο μικρές αμυγδαλιές που είχαν ανθίσει πρόωρα. «Μα ήταν τόσο όμορφες, που μου κίνησαν τον θαυμασμό. Αχ! να μπορούσαν να άκουαν! Να τους μιλήσω, να τις ρωτήσω να μου πουν το μυστικό της ομορφιάς» έλεγε η Δροσίνα.

«Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά». Παρτιτούρα από τις Συλλογές του «Συλλόγου των Αθηναίων»

 

«Και την εφίλησα…»

Συμπλήρωνε μάλιστα πως οι δύο αμυγδαλιές ήταν τόσο κοντά φυτεμένες που χωρίς να καταλάβει τις ετίναξε. Ακολούθησε κάτι αφάνταστο, σύμφωνα με τη διήγησή της. Σε δύο δευτερόλεπτα βρέθηκε κάτω από μία καταρρακτώδη ανθορροή που μετέβαλε και την ίδια σε ανθισμένη αμυγδαλιά. Τα μαλλιά της, οι ώμοι της, τα μπράτσα της γέμισαν από άνθη.

Από το παράθυρο παρακολουθούσε ο ποιητής και έγραφε: «Αχ: χιονισμένη σαν την είδα την τρελλή / γλυκά τη φίλησα, / της τίναξα τα άνθη από την κεφαλή / κι έτσι της μίλησα: / ─ Τρελλή να φέρεις στα μαλλιά σου τη χιονιά / τι τόσο βιάζεσαι; / Μόνη της θε να ‘ρθει η άγρια  βαρυχειμωνιά, / δεν το στοχάζεσαι;».

Τα δύο κορίτσια παρέμειναν στον κήπο μιλώντας για τα νεανικά τους όνειρα και στη συνέχεια ετοιμάσθηκαν για περίπατο. Μόλις ανέβηκαν στο σπίτι ο Γ. Δροσίνης ανακοίνωσε στην εξαδέλφη του πως είχε παρακολουθήσει το ανθοστόλισμά της από το τίναγμα των αμυγδαλιών και πως εμπνεύσθηκε το ποίημα. Το οποίο και της διάβασε. Της είπε πως εκεί που έλεγε «και της μίλησα» για να έχει το ποίημα περισσότερη ομορφιά έπρεπε να βάλει «και την εφίλησα».

Η εξαδέλφη του διαφώνησε αλλά το θέμα ξεχάσθηκε. Η νεαρή Δροσίνα γοητεύθηκε μέχρι του σημείου που ήθελε να κλάψει από χαρά. Πολλές δεκαετίες αργότερα εξομολογήθηκε ότι «σ’ αυτό το ποίημα ο Δροσίνης έγραφε τους στίχους του, όχι γιατί μ’ αγαπούσε –άλλωστε ήταν εξάδελφός μου- αλλά γιατί στη στιγμιαία κίνηση που τίναξα τις αμυγδαλιές, το πνεύμα του συνέλαβε έναν συμβολισμό».

Δροσίνα Δροσίνη.

 

Δεν ήταν έρως!

Η εξομολόγηση την οποία έκανε στα γεράματά της ήταν ειλικρινής: «Αν ήμουν ξένη και ήμουν ο έρωτάς του, η αγάπη του, θα ένιωθα υπερβολικά ευτυχισμένη, όταν για μένα θα έγραφε κάποιο ή πολλά από τα ποιήματά του. Γιατί δεν βρίσκω τίποτε πιο ωραίο από τη συγκίνηση που μπορεί να αισθάνεται μία γυναίκα από τη μουσική των στίχων που είναι γραμμένοι γι’ αυτήν. Την πιο έκδηλη και αντιληπτή μουσική, που κλείνει μέσα της τη φωνή, τα λόγια, τη σκέψη και την ψυχή του αγαπημένου της. Γι’ αυτό ας με θάψουν όταν με το καλό έλθει η ώρα μου, όπως είμαι, γιατί δεν προσέφερα στον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη τίποτε περισσότερο εκτός από μια νεανική συμπτωματική κίνηση»[3].

Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για τον Γ. Δροσίνη, ο οποίος διευκρίνισε πως δεν υπήρχε καμία σχέση με το κορίτσι. Αντιθέτως μάλιστα για εκείνην ενδιαφερόταν κάποιος μακρινός εξάδελφός του στον οποίο και αφιέρωσε κατόπιν το ποίημα. Το πρωτοδημοσίευσε, όπως ο ίδιος δήλωσε, το 1879 στην περίφημη εφημερίδα του Βλάση Γαβριηλίδη «Μη Χάνεσαι» και το τύπωσε εκ νέου στην ποιητική του συλλογή «Ιστοί αράχνης»[4].

Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951).

 

Τελευταίοι στίχοι

Ένα ακόμη στοιχείο που αφορά στο αγαπημένο μας τραγούδι «Ανθισμένη Αμυγδαλιά» είναι η μελοποίησή του. Δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί πότε και ποιος το έντυσε με μουσική. Σύμφωνα με όσα έλεγε ο Γ. Δροσίνης ούτε εκείνος γνώριζε ποιος είχε μελοποιήσει το ποίημά του. Διηγείτο μάλιστα πως ένα βράδυ που έφευγε από το σπίτι του Γεωργίου Σουρή, κάπου στα τέλη της δεκαετίας 1880, άκουσε να τραγουδιέται στην οδό Ασκληπιού από Ζακυνθινούς κανταδόρους. Αναφέρεται σε ορισμένα δημοσιεύματα ότι τη μουσική επένδυση έκανε ο καταγόμενος από τη Ζάκυνθο Γεώργιος (Τζώρτζης) Κωστής (1871-1959), αλλά χωρίς ιδιαίτερη τεκμηρίωση. Παραμένει λοιπόν ως ζητούμενο στο οποίο θα επανέλθουμε.

Όσο για την Δροσίνα Δροσίνη ευτύχησε να ζήσει πολλά χρόνια. Χαριτολογώντας μάλιστα ο Γ. Δροσίνης έλεγε πως διέψευσε την τελευταία στροφή του τραγουδιού του που ανέφερε: «Του κάκου τότε θα θυμάσαι τα παλιά / τα παιγνιδάκια σου, / σκυφτή γριούλα με τα κάτασπρα μαλλιά / και τα γυαλάκια σου». Τους διέψευσε διότι η «Ανθισμένη Αμυγδαλιά» είχε γεράσει αλλά είχε κατάμαυρα μαλλιά «με… την συνδρομή μαγικών σκευασιών»! Ευτύχησε στη ζωή της να φτιάξει όμορφη οικογένεια με τον Αρεοπαγίτη Μελέτιο Μελετόπουλο, με τον οποίο απέκτησαν ένα αγόρι, τον δικηγόρο Κωνσταντίνο και τρία κορίτσια, τη Μαίρη, σύζ. Μιχαλόπουλου, τη Φαίδρα, σύζ. Νικ. Πολυχρόνη και τη Σοφία. Η Δροσίνα έφυγε από τη ζωή τον Φεβρουάριο 1962 σε ηλικία 101 ετών. Στην τελευταία της κατοικία στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών τη συνόδευσαν παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα συγγενείς και φίλοι[5].

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 28 Ιανουαρίου 2019.

Συμπληρωμένη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 13 Μαΐου 2026.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο Παλαμάς με στεφάνι από δαφνόφυλλα και ο Δροσίνης με λίγο θυμάρι του βουνού

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ – ΠΟΙΗΣΗ

Μεταβείτε στο άρθρο: Ο Παλαμάς με στεφάνι από δαφνόφυλλα και ο Δροσίνης με λίγο θυμάρι του βουνού

Η αλήθεια για το τραγούδι «Αχ βρε παλιομισοφόρια»

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μεταβείτε στο άρθρο: Η αλήθεια για το τραγούδι «Αχ βρε παλιομισοφόρια»

Η «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι (1962)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Η «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι (1962)