Το διάσημο ζυθοπωλείο του Ζ. Μπερνιουδάκη στην οδό Φωκίωνος

Γευστικές μπύρες, πεντανόστιμοι μεζέδες και διάσημοι θαμώνες

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Ένα από τα καλύτερα ζυθοπωλεία των Αθηνών, στα τέλη του 19ου αιώνα, ήταν εκείνο του Ζαχαρία Μπερνιουδάκη. Το συμπαθέστατο αυτό «λοκάλ» βρισκόταν στην οδό Φωκίωνος 3, πάροδο της οδού Ερμού, και δεν σέρβιρε μόνο μπύρα αφράτη και γευστική, αλλά και πλούσιους μεζέδες και καλομαγειρεμένο φαγητό. Τα περίφημα γιουβετσάκια του άρεσαν πολύ στους λογίους της εποχής εκείνης. Εκεί μάλιστα καταρτίστηκε ο κατάλογος των πρώτων ιδρυτικών μελών της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας[1]!

 

«Κοσμοπολίτικον»

Υπήρξε ένας φιλόδοξος επαγγελματίας και οι επιλογές του προηγούνταν της εποχής του. Αξίζει να σημειωθεί πως είχε εντρυφήσει στις καλύτερες ποιότητες οίνων της Ευρώπης, ευελπιστώντας, πέραν του Ζυθοπωλείου του, να δημιουργήσει ένα είδος κάβας της εποχής, για να προμηθεύει τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια. Προκειμένου δε να επιτύχει τον σκοπό του, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας 1870, εισήγαγε εκλεκτούς οίνους από την Τεργέστη, τη Φρανκφούρτη και τη Γαλλία. Υπήρξε δε εξ εκείνων που καθιέρωσαν τη λέξη delicatessen για τα αρτύματα, στα οποία περιλαμβάνονταν γλώσσες, τυριά ελβετικά, τόνοι, σαρδέλες, αστακοί, τουρσιά κ.ά.

Στις αρχές της δεκαετίας 1880 το «Κοσμοπολίτικον Ζυθοπωλείον Μπερνιουδάκη» καταγραφόταν πλέον ως το «Προεδρεύον των εν Αθήναις συναδέλφων του»! Εκεί, λοιπόν, οι πελάτες στα «ξανθά νάματα ροφώσι κέφι» όπως έγραφε ο Τύπος. Αλλά ρουφούσαν και «μακαριότητα τόσοι ευτυχίες θνητοί (αφού) έχει πάντοτε τον άριστον βιενναίον ζύθον αναθρώσκοντα μετά του εξαδέλφου αυτού εγχωρίου από μηχανής μεταδιδούσης τρικυμιώδη φλοίσβον αφρού εις το ποτήριόν σας». Διαφημιζόταν μάλιστα και ως «ευρωπαϊκώς διακοσμημένον κατάστημα»[2].

 

«Λόγος εκφωνηθείς στη μπυραρία Μπερνιουδάκη». Σκίτσο δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ (Νοέμβριος 1876).

 

Οι ανακαινίσεις

Μέχρι και ειδικά κελάρια είχε κατασκευάσει για να φυλάει τα βαρέλια και τις φιάλες ζύθου που παραλάμβανε κάθε εβδομάδα. Αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, φαίνεται πως ο Ζ. Μπερνιουδάκης αναγκάστηκε να κάνει… υποχωρήσεις στα ακριβά γούστα του και στη λειτουργία της μπυραρίας του. Οπότε άρχισε να διαφημίζει και τη νυκτερινή λειτουργία του σημειώνοντας ότι «εκτός της ημέρας και καθ’ όλην την νύκτα οι εκ των συναναστροφών και των θεάτρων εξερχόμενοι ευρίσκουσιν εις το οικογενειακώτατον όντως ζυθοπωλείον – εστιατόριον του κ. Μπερνιουδάκη άριστα παρεσκευασμένα φαγητά με μικροτέρας των εστιατορίων τιμάς»[3].

Φρόντιζε, συχνά πυκνά, ο Ζ. Μπερνιουδάκης να ανακαινίζει το κατάστημά του με εντυπωσιακούς τρόπους. Διαθέτοντας σημαντικά ποσά, διαρρύθμιζε τους χώρους του ώστε να εξυπηρετεί όλο και περισσότερους πελάτες αλλά και να εισπράττει θετικές κριτικές ότι διέθετε ένα από τα πιο κομψά, με φιλοκαλία και καθαριότητα καταστήματα. Έφτασε δε να θεωρείται ο «πατριάρχης των Αθηναίων ζυθοπωλών, καθιερώνοντας και τους πολυτελείς καταλόγους, τους οποίους δεν προμηθεύονταν μόνον οι εισερχόμενοι στο κατάστημά του για να παραγγείλουν, αλλά διανέμονταν και ως φυλλάδια σε όλον τον κόσμο.

 

Λογοτέχνες

Μετά τις εννέα το βράδυ το ζυθοπωλείο αυτό γινόταν τόπος συγκέντρωσης των ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών. Αναμεσά τους ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Μίκιος Λάμπρος, ο Κώστας Κρυστάλλης, ο Εμμανουήλ Ροΐδης και ο Μιχαήλ Μητσάκης. Οι δύο τελευταίοι μάλιστα γνωρίστηκαν για πρώτη φορά εκεί και ανάμεσά τους συνέβη ένα ενδιαφέρον επεισόδιο. Όταν έγιναν οι μεταξύ τους συστάσεις, ο συγγραφέας της «Πάπισσας Ιωάννας» δεν δίστασε να ρωτήσει με το αγέρωχο ύφος του τι δουλειά έκανε.

Στην απάντηση του Θέμου Άννινου πως ήταν συγγραφέας, κούνησε το κεφάλι με προσποιητό μελαγχολικό ύφος και μουρμούρισε: «Πού θα πάη αυτή η δουλειά! Όλοι οι Έλληνες γράφουν!». Ο Μ. Μητσάκης δεν έβγαλε λέξη, αλλά πλήρωσε μερικές στιγμές αργότερα με το ίδιο νόμισμα τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Τον ξαναρώτησε το όνομά του και όταν εκείνος του το επανέλαβε, απάντησε: «Α κατάλαβα!… Θα είσαστε από κείνους που γράφουν!»[4].

Σε κάποιες από τις αναμνήσεις του ο Γεώργιος Δροσίνης έγραψε ότι εκεί, στο Ζυθοπωλείο Μπερνιουδάκη ο Κορομηλάς διάβαζε τις κωμωδίες του, ο Κωστής Παλαμάς τα «Νιάτα της Γιαγιάς» και ο Γεώργιος Σουρής το «Ταξείδιόν του εις την Ρωσσίαν». Επίσης ο Γ. Δροσίνης έγραψε πως εκεί ο Γ. Σουρής συνέλαβε την ιδέα να εκδώσει την έμμετρη εφημερίδα του, τον «Ρωμηό» του. Στην αρχή δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να είναι όλη έμμετρη και σκεπτόταν να την κάνει μικτή. Όσο για τον Γ. Δροσίνη ήταν ο νονός του τίτλου «Ο Ρωμηός»!

 

Ποιοτική μουσική

Ο Ζαχαρίας Μπερνιουδάκης απαγόρευε, τα πρώτα χρόνια, να παίζεται μουσική στο κατάστημά του. Εκεί γύρω στο 1890, όταν πλέον η μουσική απλωνόταν στα καταστήματα αυτού του τύπου, αποφάσισε και εκείνος να υποκύψει, αλλά όχι με τον συνήθη τρόπο. Αποφάσισε λοιπόν να βάλει μουσική στο μαγαζί του, αλλά όχι με λαϊκά τραγούδια και κραυγές αλλά μόνον πιάνο και βιολί. Εν ολίγοις ήθελε να το μετατρέψει «εις εν μικρόν Ωδείον» και για το πετύχει καθιέρωσε την «αόρατον μουσικήν». Δηλαδή οι οργανοπαίκτες ήταν κάπου τοποθετημένοι, έτσι ώστε να μην είναι ορατοί από τους πελάτες και να προσφέρουν «καλήν μουσικήν» συντελώντας «εις την διάπλασιν του καλλιτεχνικού αισθήματος»[5].

Αποσκοπούσε σε κάτι περισσότερο από την απλή διασκέδαση. Ήθελε να μεταφέρει στο κατάστημά του ευρωπαϊκά πρότυπα, όπου διακρίνονταν «έξοχοι και σοβαραί καλλιτεχνικαί διαπλάσεις» και να συνδέσει το όνομά του «με μίαν αρίστην σελίδα της μουσικής προόδου εν Ελλάδι»! Και δεν άργησε να καθιερώσει ένα είδος λαϊκών συναυλιών που κρατούσαν από την 9η βραδινή μέχρι την 2α ώρα μετά τα μεσάνυκτα. Δημιούργησε και μια απολαυστική αυλή. Είτε είχε ήλιο, είτε χιόνιζε, είτε έβρεχε, μπορούσε κάποιος να τρώει σε αυτή με φυσιολογική θερμοκρασία και να απολαμβάνει τους περίφημους μεζέδες του.

 

Το κέρασμα

Ένα βράδυ του 1889 στο ζυθοπωλείο Μπερνιουδάκη αποφασίστηκε να εορταστεί η πενταετηρίδα του σατιρικού «Αστέως». Έκτακτοι συνεργάτες του τότε ήταν και οι πρωτόβγαλτοι νεαροί ποιητές Κωστής Παλαμάς και Ιωάννης Πολέμης, ο πρώτος με το ψευδώνυμο Πεζόστρατος και ο δεύτερος με το γαλλώνυμο Guerrier. Οι καλεσμένοι ήταν αρκετοί και στο τέλος του γεύματος ο Ζαχαρίας Μπερνουδάκης, υπερήφανος για τους εκλεκτούς πελάτες του, σήκωσε το ποτήρι για να κάνει μια πρόποση.

Είπε λοιπόν, ότι επειδή ως τακτικός αναγνώστης του «Αστέως» εόρταζε τη συγκεκριμένη ημέρα, αναλάμβανε τα έξοδα του γεύματος. Όλοι τότε τον καταχειροκρότησαν, αλλά ο μόνος που ανησύχησε ήταν ο εκδότης και συγγραφέας Ευάγγελος Κουσουλάκος, ο οποίος του είπε: «Αν το πας έτσι, κυρ Ζαχαρία, θα σε χάσουμε!». Ο Μπερνιουδάκης ωστόσο δεν δεχόταν ενστάσεις στους ενθουσιασμούς του με τους λόγιους.

 

Έφυγε απογοητευμένος

Έμεινε ο ίδιος μέχρι τέλους, ώσπου μια μέρα η εκλεκτή του πελατεία τον έχασε και το μαγαζί του έμεινε κλειστό για κάμποσο καιρό. Είχε φροντίσει να εκδώσει μια ολιγόλογη ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στην «Νέα Εφημερίδα», λέγοντας τα εξής: «Αναχωρών εις το εξωτερικόν δι’ υπόθεσίν μου, εκποιώ πάντα τα εν τω ζυθοπωλείω μου, έπιπλα και σκεύη. Επίσης και μίαν μηχανή διά λεμονάδας gazeuses ης την χρήσιν αναλαμβάνω να διδάξω τω αγοραστή». Κανείς δεν ήξερε τι απέγινε έως ότου μια μέρα μαθεύτηκε ότι πωλούσε σπίρτα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Ανάλογο, πολύ επιτυχημένο ζυθοπωλείο διατηρούσε και ο αδελφός του Στυλιανός κοντά στον Τινάνειο κήπο στον Πειραιά. Αλλά αυτό απαιτεί άλλο, ιδιαίτερο σημείωμα. Όπως θα συνεχίσουμε και την περιγραφή μας καταγράφοντας την ερωτική περιπέτεια που έζησε στο Ζυθοπωλείο του Μπερνιουδάκη και σε ηλικία δεκαπέντε ετών, ο Μίλτος Λιδωρίκης!

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 6 Οκτωβρίου 2026.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τα ζυθοπωλεία της οικογένειας Μπερνιουδάκη – Γουλιέλμου

ΤΡΟΦΕΣ - ΠΟΤΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: Τα ζυθοπωλεία της οικογένειας Μπερνιουδάκη – Γουλιέλμου

«Πνευματοποιεία»: Τα… μπαράκια που είχαν κατακλύσει τη ρομαντική Αθήνα

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ

Μεταβείτε στο άρθρο: «Πνευματοποιεία»: Τα… μπαράκια που είχαν κατακλύσει τη ρομαντική Αθήνα

Το «Πράσινο Δενδρί» της Ιεράς Οδού

ΟΘΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (1833-1862)

Μεταβείτε στο άρθρο: Το «Πράσινο Δενδρί» της Ιεράς Οδού